Σκότωσε την άπιστη γυναίκα του κι έγινε τραγούδι από τον Χατζιδάκι και τον Γκάτσο: Το συγκλονιστικό έγκλημα του «Γιάννη του φονιά» που έμεινε στην ιστορία

Ήταν στις αρχές του 1960, όταν στην Ηλεία συντελέστηκε ένα έγκλημα, το οποίο έμελλε να κάνει εξαιρετικά διάσημο το δολοφόνο, γνωστό και ως «Γιάννης ο Φονιάς», καθώς έφτασαν σε σημείο ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Νίκος Γκάτσος να εμπνευστούν από εκείνον και να γράψουν τραγούδι.
Ο 40χρονος Θόδωρος, λοιπόν, έμενε με την 36χρονη γυναίκα του, Δήμητρα. Μαζί έχουν αποκτήσει επτά παιδιά και ζουν μία ήσυχη ζωή μέσα στα ασφυκτικά κοινωνικά και οικονομικά πλαίσια της ελληνικής επαρχίας εκείνης της εποχής. Ο Θόδωρος ασχολείται με γεωργικές εργασίες και για να συμπληρώσει το εισόδημά του παίζει λαούτο σε πανηγύρια και γιορτές της περιοχής.
Το όργανο του το έμαθε ένας στενός του φίλος, ο Κώστας, ο οποίος και εκείνος έπαιζε βιολί. Οι δυο τους έφτιαξαν μία μικρή κομπανία και γύριζαν στα πανηγύρια διασκεδάζοντας τους κατοίκους. Η Δήμητρα ασχολείτο αποκλειστικά με την ανατροφή των παιδιών και τις δουλειές του σπιτιού. Όπως λένε τα δημοσιεύματα της εποχής, ήταν μία πολύ όμορφη γυναίκα, κάτι που την έκανε αντικείμενο σχολιασμού από τους χωριανούς, οι οποίοι της απέδιδαν και τη φήμη των ακόρεστων ερωτικών ορέξεων.
Η στιγμή φρίκης την 1η Αυγούστου 1960 και τα μετέπειτα τραγούδια
Ο Θόδωρος ήταν δεμένος με στενή φιλία με τον Κώστα και μάλιστα αρκετές φορές τον φιλοξενούσε στο σπίτι του θεωρώντας τον δικό του άνθρωπο. Όμως δεν περίμενε ότι θα ανακάλυπτε κάτι που θα ανέτρεπε όλη τους τη ζωή και θα τον οδηγούσε σε μία φρικτή πράξη. Όλα έγιναν τα ξημερώματα της 1ης Αυγούστου του 1960. Εκείνο το βράδυ οι δύο φίλοι έπαιζαν σε ένα πανηγύρι. Όταν τελείωσαν και καθώς ήταν και οι δύο μεθυσμένοι, ο Θόδωρος ζήτησε από ένα από τα παιδιά του να πάει τα όργανα, το λαούτο και το βιολί, στο σπίτι.
Λίγο μετά πήγε και ο Θόδωρος, ο οποίος βλέποντας το βιολί θέλησε να δοκιμάσει να παίξει λίγο. Καθώς το πήρε στον ώμο του αντιλήφθηκε ότι μέσα στο σώμα του βιολιού βρισκόταν ένα πορτοφόλι. Γεμάτος περιέργεια το άνοιξε και διαπίστωσε ότι μέσα βρίσκονταν πάνω από 35 ερωτικές επιστολές. Θέλοντας να μάθει ποια ήταν η γυναίκα που ο στενός του φίλος του κρατούσε μυστικό, ο Θόδωρος βρίσκεται μπροστά σε ένα τρομακτικό σοκ. Η γυναίκα με την οποία αλληλογραφεί ο φίλος του είναι η σύζυγός του, η Δήμητρα.
Ο Θόδωρος σε έξαλλη κατάσταση φωνάζει τη Δήμητρα, η οποία ξυπνά από τον ύπνο και εμφανίζεται μπροστά του. Όταν της ζητά εξηγήσεις, εκείνη αρνείται τα πάντα, όμως πολύ σύντομα παραδέχεται ότι είναι ερωτευμένη με τον Κώστα, και πως είναι αποφασισμένη να χωρίσουν και να παντρευτεί τον φίλο του. Οι κουβέντες αυτές εξόργισαν ακόμα περισσότερο τον Θόδωρο, ο οποίος πήρε ένα μαχαίρι και με απίστευτη βιαιότητα σκότωσε τη γυναίκα του χτυπώντας την στο στήθος και στην κοιλιά με τουλάχιστον επτά μαχαιριές. Στη συνέχεια την πέταξε στην αυλή του σπιτιού και αφού είπε στα παιδιά του που είχαν ξυπνήσει και έβλεπαν όλη τη σκηνή του φονικού να μην τη φέρουν ξανά μέσα στο σπίτι, σηκώθηκε και εξαφανίστηκε στα γύρω δάση. Το πρωί και με όλο το χωριό ανάστατο, ο Θόδωρος εμφανίστηκε και παραδόθηκε στη Χωροφυλακή. Εκεί παραδέχτηκε το έγκλημα και όπως είπε το έκανε γιατί τον ατίμασε, και πως δεν μετάνιωνε παρά μόνο στεναχωριόταν για τα παιδιά του, με ένα έγκλημα με το… τηλεφώνημα του τρόμου να ακολουθεί πολύ αργότερα.
Ο Θόδωρος προφυλακίστηκε και δύο μήνες μετά παρουσιάστηκε στο Κακουργιοδικείο της Πάτρας. Εκεί εμφανίστηκαν δεκάδες συγχωριανοί του οι οποίοι τον υποστήριξαν, λέγοντας ότι ήταν ένας έντιμος άνθρωπος και πως η γυναίκα του ήταν αμαρτωλή και «ερωτομανής». Ο δράστης παραδέχθηκε την πράξη του και όταν τον ρώτησαν για τον φίλο του, είπε ότι λυπόταν γιατί δεν πρόλαβε να σκοτώσει και εκείνον. Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο, όμως δεν του επιβλήθηκε κάποια ποινή καθώς του αναγνωρίστηκε ότι έδρασε εν βρασμώ ψυχής και σε πλήρη σύγχυση.
Διαβάστε επίσης
Αφέθηκε ελεύθερος και την επόμενη ημέρα γύρισε στο χωριό του, όπου τον υποδέχθηκαν ως ήρωα. Η τραγική συνέχεια της ιστορίας δόθηκε περίπου δύο χρόνια αργότερα, όταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας, η 18χρονη τότε Φρόσω, αυτοκτόνησε μην αντέχοντας τον χαμό της μητέρας της. Είναι το «Φροσί» στους στίχους του Νίκου Γκάτσου που σκύβει και φιλά τα χέρια του φονιά πατέρα της, υπενθυμίζοντάς μας πόσο άλλαξαν τα ήθη στην Ελλάδα στην πάροδο των χρόνων.
Το τραγούδι που δημιούργησαν το 1976 Γκάτσος και Χατζιδάκις με την φωνή του Μανώλη Μητσιά, έλεγε:
Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς
κι ενός Μεσολογγίτη
Προχτές την Κυριακή μετά απ’ τη φυλακή
επέρασ’ απ’ το σπίτι
Του βγάλαμε γλυκό,τού βγάλαμε και μέντα
μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα
Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί
στα μάτια τα μεγάλα
Τού φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά
και βγήκε από τη σάλα
Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν’ αντέξει
Κι ούτε ένας συγγενής να πει δεν βρήκε λέξη
Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς
με του καημού τ’ αγκάθι
Θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά
και τ’ όνειρο που εχάθη






0 ΣΧΟΛΙΑ