ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Η δίκη που συγκλόνισε την Ελλάδα: Το δικαστικό χρονικό της δολοφονίας Λαμπράκη και η απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου του 1966

Εκδίδεται η απόφαση για τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη
Εκδίδεται η απόφαση για τη δολοφονία του βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σαν σήμερα: Η 30ή Δεκεμβρίου του 1966 αποτελεί έναν από τους πιο αμφιλεγόμενους σταθμούς στη δικαστική και πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Εκείνη την ημέρα, μέσα σε ένα κλίμα έντονης φόρτισης και υπό τη βαριά σκιά του «παρακράτους», το Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης εξέδωσε την τελική του απόφαση για τη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόρη Λαμπράκη. Η απόφαση αυτή, που ήρθε τρία και πλέον χρόνια μετά το έγκλημα στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Βενιζέλου, προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, καθώς οι ποινές που επιβλήθηκαν θεωρήθηκαν από μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης ως προκλητικά επιεικείς, αφήνοντας στο απυρόβλητο τους ηθικούς αυτουργούς και τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς της Χωροφυλακής.

Το έγκλημα της Θεσσαλονίκης και η αποκάλυψη του παρακράτους

Η δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη στις 22 Μαΐου 1963 δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, αλλά η κορύφωση μιας συστηματικής προσπάθειας καταστολής των ειρηνιστικών και αριστερών κινημάτων στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60. Ο Λαμπράκης, ένας διακεκριμένος γιατρός, βαλκανιονίκης και υπέρμαχος της ειρήνης, δέχθηκε το θανάσιμο χτύπημα από ένα τρίκυκλο, το οποίο οδηγούσε ο Σπύρος Γκοτζαμάνης με συνεπιβάτη τον Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, αμέσως μετά την έξοδό του από μια συγκέντρωση των Φίλων της Ειρήνης.

 

Η υπόθεση θα είχε πιθανότατα αρχειοθετηθεί ως ένα «τροχαίο ατύχημα», αν δεν υπήρχε η ηρωική παρέμβαση του Μανώλη Χατζηαποστόλου, του γνωστού «Τίγρη», που πήδηξε πάνω στο τρίκυκλο, και η επίμονη έρευνα του τότε ανακριτή Χρήστου Σαρτζετάκη και του εισαγγελέα Παύλου Δελαπόρτα. Η ανάκριση αποκάλυψε τις διασυνδέσεις των φυσικών αυτουργών με παρακρατικές οργανώσεις, όπως η οργάνωση του «Καρφίτσα» του Ξενοφώντα Γιοσμά, και την ανοχή ή και καθοδήγηση από ανώτατα στελέχη της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης.

Η διεξαγωγή της δίκης και το πολιτικό κλίμα

Η δίκη ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1966 και διήρκεσε σχεδόν δέκα μήνες. Στο εδώλιο κάθισαν συνολικά 31 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων οι φυσικοί αυτουργοί, στελέχη παρακρατικών οργανώσεων και εννέα αξιωματικοί της Χωροφυλακής, συμπεριλαμβανομένου του στρατηγού Μήτσου και του συνταγματάρχη Καμουτσή. Η διαδικασία υπήρξε δραματική, με δεκάδες μάρτυρες να καταθέτουν μέσα σε ένα περιβάλλον εκφοβισμού, ενώ η υπεράσπιση προσπάθησε με κάθε μέσο να αποσυνδέσει το έγκλημα από την πολιτική του διάσταση, παρουσιάζοντάς το ως μια απλή συμπλοκή με ατυχή κατάληξη.

Ο εισαγγελέας της έδρας, Παύλος Δελαπόρτας, στην ιστορική του αγόρευση, μίλησε για ένα «νοσηρό κλίμα» και για την ύπαρξη ενός κράτους εν κράτει που λειτουργούσε στο σκοτάδι. Ωστόσο, η σύνθεση των ενόρκων και η ευρύτερη πολιτική αστάθεια της περιόδου (είχαν ήδη μεσολαβήσει τα Ιουλιανά του 1965) επηρέασαν καταλυτικά την κρίση του δικαστηρίου. Η τελική ετυμηγορία των ενόρκων απέρριψε την κατηγορία της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, μετατρέποντάς την σε «θανατηφόρο σωματική κάκωση», μια εξέλιξη που άνοιξε τον δρόμο για την πτώση των ποινών.

Η απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου: Ποινές και αθωώσεις

Όταν το δικαστήριο ανακοίνωσε την απόφασή του στις 30 Δεκεμβρίου 1966, το σοκ ήταν καθολικό για όσους περίμεναν την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων. Ο Σπύρος Γκοτζαμάνης, ο οδηγός του τρικύκλου, καταδικάστηκε σε κάθειρξη 11 ετών για θανατηφόρο σωματική κάκωση και συνέργεια. Ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, ο άνθρωπος που επέβαινε στην καρότσα και κατάφερε το χτύπημα με το ρόπαλο, καταδικάστηκε σε 8,5 χρόνια κάθειρξης. Οι ποινές αυτές κρίθηκαν εξαιρετικά χαμηλές για ένα έγκλημα που είχε συγκλονίσει την υφήλιο και είχε προκαλέσει τη γέννηση του κινήματος «Ζ».

Ακόμη πιο προκλητική ήταν η απόφαση για τους υπόλοιπους κατηγορουμένους. Οκτώ άτομα καταδικάστηκαν για το πλημμέλημα της διατάραξης οικιακής ειρήνης με ποινές φυλάκισης κάτω του ενός έτους, οι οποίες ήταν όλες εξαγοράσιμες ή με αναστολή. Το πιο ηχηρό χτύπημα στη δικαιοσύνη όμως ήρθε από την πλήρη αθώωση όλων των αξιωματικών της Χωροφυλακής. Ο στρατηγός Μήτσου, ο συνταγματάρχης Καμουτσής και οι υπόλοιποι επτά αξιωματικοί απαλλάχθηκαν από κάθε κατηγορία, παρά τις αποδείξεις για την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων τους και την κάλυψη που παρείχαν στους παρακρατικούς. Το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε δόλος ή συνέργεια από πλευράς των αρχών, σφραγίζοντας έτσι την ατιμωρησία του κρατικού μηχανισμού.

Η ιστορική κληρονομιά και το σύμβολο «Ζ»

Η απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 1966 δεν έκλεισε την υπόθεση Λαμπράκη, αλλά την μετέτρεψε σε έναν αιώνιο φάρο της ανάγκης για δημοκρατία και διαφάνεια. Η καταδίκη των φυσικών αυτουργών σε τόσο μικρές ποινές και η αθώωση των ηθικών αυτουργών λειτούργησαν ως επιβεβαίωση της ύπαρξης ενός βαθέος κράτους, το οποίο λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1967, θα κατέλυε τη δημοκρατία με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά την επιβολή της δικτατορίας, οι Γκοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης αμνηστεύθηκαν και αφέθηκαν ελεύθεροι, επιβεβαιώνοντας με τον πιο κυνικό τρόπο τους δεσμούς τους με το καθεστώς.

Το όνομα του Γρηγόρη Λαμπράκη παρέμεινε ζωντανό μέσα από το σύμβολο «Ζ», το οποίο γέμισε τους τοίχους της Αθήνας και των ευρωπαϊκών πόλεων. Η υπόθεση μεταφέρθηκε στη λογοτεχνία από τον Βασίλη Βασιλικό και στον κινηματογράφο από τον Κώστα Γαβρά, καθιστώντας τη δολοφονία και τη δίκη-παρωδία ένα παγκόσμιο σύμβολο του αγώνα ενάντια στον ολοκληρωτισμό. Η 30ή Δεκεμβρίου 1966 υπενθυμίζει διαχρονικά ότι η δικαιοσύνη, όταν υποτάσσεται στις πολιτικές σκοπιμότητες, παύει να είναι το στήριγμα της δημοκρατίας και μετατρέπεται σε εργαλείο συγκάλυψης, αφήνοντας τις κοινωνίες εκτεθειμένες στο σκοτάδι της αυθαιρεσίας.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου