Αιματοκύλησε την Αθήνα για ένα ζεϊμπέκικο: Η «παραγγελιά» θανάτου που συνεχίζει να συγκλονίζει 52 χρόνια αργότερα

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα εγκλήματα στην ιστορία της χώρας μας είναι εκείνο του Νίκου Κοεμτζή, ενός ανθρώπου που η ζωή και οι πράξεις του ξεπέρασαν τα όρια των αστυνομικών χρονικών και εισχώρησαν στη λαϊκή κουλτούρα μέσα από τραγούδια, βιβλία και μια εμβληματική ταινία, όλα για ένα ζεϊμπέκικο. Ο Κοεμτζής αποτέλεσε επίσης ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς η φυλάκιση μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο σωφρονισμού, περνώντας υποδειγματικά τα χρόνια του ως κρατούμενος και ζώντας ήρεμα και μετρημένα μετά την αποφυλάκισή του, μετά από ένα έγκλημα παρόμοιο με εκείνο που «πάγωσε» τον Πειραιά.
Η υπόθεση έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών αναλύσεων, με κάποιες να πλησιάζουν περισσότερο τα πραγματικά γεγονότα και άλλες να αγγίζουν τη σφαίρα της μυθοπλασίας. Στη δεύτερη κατηγορία, εντάσσεται συχνά και η πολιτική διάσταση της ιστορίας, δεδομένων των πεποιθήσεων του δράστη και των δυσχερειών που αντιμετώπισε πριν τη μοιραία βραδιά του Σαββάτου, στις 24 Φεβρουαρίου 1973. Ο Νίκος Κοεμτζής γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1938 στο Αιγίνιο Πιερίας, γιος του Παναγιώτη (γνωστού ως «Καπετάν Κεραυνός») και της Αναστασίας, που είχαν έντονη δράση με το ΕΑΜ κατά την Κατοχή. Η οικογένεια περιθωριοποιήθηκε και υπέστη διώξεις από τις Αρχές λόγω αυτής της δράσης.
Ο Νίκος, δεύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας, εγκατέλειψε νωρίς το σχολείο και αναζήτησε ευκαιρίες στη Θεσσαλονίκη, όπου έκανε διάφορες περιστασιακές δουλειές. Αργότερα μετανάστευσε στην Αθήνα, όπου συνέχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες ένταξης λόγω του βεβαρυμμένου ιστορικού της οικογένειάς του. Το 1965 συνελήφθη για πρώτη φορά μαζί με τον αδελφό του, Δημοσθένη, για διαρρήξεις. Ακολούθησαν συλλήψεις για ένοπλες ληστείες, με αποτέλεσμα να περάσει περίπου έξι χρόνια στη φυλακή. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, όπως ανέφερε ο ίδιος, υπέστη σκληρή μεταχείριση λόγω της αριστερής ιστορίας της οικογένειάς του.
Μετά την αποφυλάκισή του στις αρχές του 1973, η ζωή του έμελλε να αλλάξει δραματικά. Λίγες ημέρες αργότερα, ένα Σάββατο, αποφάσισε να βγει για διασκέδαση με τον αδελφό του Δημοσθένη, τον φίλο τους Θωμά Καραμάνη και δύο γυναίκες. Η παρέα κατέληξε στο νυχτερινό κέντρο «Νεράιδα της Αθήνας» στην Κυψέλη, όπου τραγουδούσε ο Κώστας Καρουσάκης. Κάθισαν κοντά στην πίστα και ξεκίνησαν να πίνουν. Κάποια στιγμή, ο Κοεμτζής λογομάχησε με τη μία κοπέλα, η οποία αποχώρησε μαζί με τη φίλη της. Οι τρεις άνδρες παρέμειναν και συνέχισαν τη διασκέδασή τους.
Οι «Βεργούλες» σκόρπισαν το θάνατο στην Αθήνα
Λίγο μετά τις 2 τα ξημερώματα, ο Κοεμτζής, θέλοντας να καμαρώσει τον αδελφό του να χορεύει ζεϊμπέκικο, ζήτησε από τον Καρουσάκη να τραγουδήσει το «Βεργούλες» του Βαμβακάρη. Ωστόσο, η πίστα ήταν γεμάτη, και ο Καρουσάκης, θέλοντας να αποφύγει την ένταση, υποστήριξε ότι δεν γνώριζε το τραγούδι. Πρότεινε να ζητήσει από τον επόμενο τραγουδιστή, τον Τάκη Αθανασιάδη, να το πει πρώτο όταν θα έβγαινε στη σκηνή, ώστε ο Δημοσθένης να χορέψει τότε την «παραγγελιά» του.
Όταν ο Αθανασιάδης ανέβηκε στην πίστα, ανακοίνωσε ότι το επόμενο τραγούδι ήταν «παραγγελιά» και ζήτησε από τους παρευρισκόμενους να αδειάσουν τον χώρο. Παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του, όμως, το αίτημά του αγνοήθηκε, προκαλώντας έντονη ενόχληση στους αδελφούς Κοεμτζή, που έβλεπαν να παραβιάζεται ο άγραφος νόμος της «παραγγελιάς». Ο Αθανασιάδης, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο κλιμάκωσης, έδωσε το μικρόφωνο στον Δημοσθένη, ο οποίος είπε: «Ρε παιδιά, είναι παραγγελιά το τραγούδι».
Παρόλα αυτά, ορισμένοι συνέχισαν να χορεύουν προκλητικά, όχι μόνο αδιαφορώντας για την απαίτηση, αλλά και σπρώχνοντας τον Δημοσθένη με χλευαστικό τρόπο, ρίχνοντάς τον στο έδαφος. Βλέποντας αυτή τη σκηνή, ο Νίκος Κοεμτζής εξοργίστηκε. Φωνάζοντας «Παραγγελιά, ρε! Δεν ακούτε, παραγγελιά!», όρμησε στην πίστα, κρατώντας ένα μαχαίρι. Σε κατάσταση μανίας, άρχισε να μαχαιρώνει αδιάκριτα, ακόμα και τον φίλο του Θωμά, που προσπάθησε να τον συγκρατήσει.
Το μακελειό που ακολούθησε ήταν σοκαριστικό. Πτώματα σωριάστηκαν στο έδαφος, τριγύρω παντού αίματα, και οι κραυγές πανικού και πόνου γέμισαν τον χώρο. Ο Κοεμτζής, σε κατάσταση παραζάλης, συνέχισε να επιτίθεται, πριν βγει από το κατάστημα και χαθεί στη νύχτα. Πίσω του άφησε τρεις νεκρούς: τον 28χρονο Μανώλη Χριστοδουλάκη, υπενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, τον 31χρονο Δημήτρη Πεγιά, αστυφύλακα Ασφάλειας, και τον 34χρονο Γιάννη Κούρτη, μηχανικό αυτοκινήτων. Επιπλέον, είχε τραυματίσει άλλους επτά θαμώνες.
Η Χωροφυλακή ξεκίνησε ανθρωποκυνηγητό. Ο Δημοσθένης συνελήφθη πρώτος, ενώ δύο μέρες αργότερα ο Νίκος βρέθηκε περικυκλωμένος στο καταφύγιό του. Αντιμέτωπος ξανά με τις αρχές, κρατούσε το μαχαίρι του, αλλά αυτή τη φορά η σύλληψή του ήταν ζήτημα τιμής για τη χούντα. Οι αστυνομικοί τον πυροβόλησαν στα πόδια για να τον ακινητοποιήσουν και τον συνέλαβαν. Κατά την ανάκριση, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν τίποτα από τα γεγονότα, καθώς είχε «θολώσει το μυαλό του». Υποστήριξε πως νόμιζε ότι κινδύνευε η ζωή του αδελφού του και ήθελε να τον προστατεύσει.
Διαβάστε επίσης
Μεταφέρθηκε στις Φυλακές Κορυδαλλού, όπου κρατήθηκε μέχρι τη δίκη του τον Νοέμβριο του 1973. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο για ανθρωποκτονίες από πρόθεση, ενώ ο Δημοσθένης καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης για σωματικές βλάβες σε αστυνομικό. Ωστόσο, η επιστροφή της Δημοκρατίας στη χώρα άλλαξε την πορεία της ζωής του Νίκου. Η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη, και παρέμεινε στη φυλακή μέχρι το 1996.
Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, ο Κοεμτζής αποτέλεσε υπόδειγμα σωφρονισμένου κρατούμενου. Συχνά εκδήλωνε τη μεταμέλειά του για τα όσα είχαν συμβεί, ενώ δεν δημιούργησε ποτέ προβλήματα στους συγκρατούμενούς του, κερδίζοντας την εκτίμησή τους. Η ιστορία του έγινε αντικείμενο συζήτησης για το αν η φυλάκιση μπορεί να οδηγήσει κάποιον στην πραγματική αλλαγή και τον σωφρονισμό.
Ακόμη και όταν, τον Αύγουστο του 1996, δεν εμφανίστηκε στο Αστυνομικό Τμήμα, όπως όφειλε, λόγω μίας σχέσης που είχε αναπτύξει με μία γυναίκα, ο Νίκος Κοεμτζής παρέμεινε μια φιγούρα που προκαλούσε συμπάθεια. Σε αυτό συνέβαλε και η σταθερή του παρουσία στο κέντρο της Αθήνας, όπου με τον δικό του πάγκο πουλούσε το βιβλίο της ζωής του, «Το Μακρύ Ζεϊμπέκικο».
Στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, σε ηλικία 73 ετών, άφησε την τελευταία του πνοή από έμφραγμα, ενώ καθόταν στο μικρό τραπεζάκι με τα βιβλία του στο Μοναστηράκι. Η πορεία του Κοεμτζή στη δημόσια σφαίρα συνδέθηκε στενά με τις καλλιτεχνικές και πνευματικές ανησυχίες της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης. Τότε, γνωστοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι επιχείρησαν να προσεγγίσουν την προσωπικότητά του μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα, αυτό του λούμπεν κοινωνικού περιθωρίου.
Μεταξύ αυτών, ο Διονύσης Σαββόπουλος με το τραγούδι «Το μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο», η Κατερίνα Γώγου με ποιήματά της στη συλλογή «Τρία Κλικ Αριστερά» και κυρίως η ταινία του Παύλου Τάσιου που εξιστορεί με αρκετές δόσεις μυθοπλασίας την «Παραγγελιά» (με την καταιγιστική συμμετοχή της Κατερίνας Γώγου).






0 ΣΧΟΛΙΑ