ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

08/10/1980: Ο Μπομπ Μάρλεϊ καταρρέει στην σκηνή και διαπιστώνεται ότι πάσχει από όγκο στον εγκέφαλο – Επτά μήνες μετά πεθαίνει

08/10/1980: Ο Μπομπ Μάρλεϊ καταρρέει στην σκηνή και διαπιστώνεται ότι πάσχει από όγκο στον εγκέφαλο – Επτά μήνες μετά πεθαίνει
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ένας τραγουδοποιός από την Τζαμάικα, ο οποίος διεθνοποίησε τη μουσική ρέγκε και την κουλτούρα των Ρασταφάρι.

Ο Μπομπ Μάρλεϊ (Bob Marley) γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1945 στο χωριό Νάιν Μάιλς, με το όνομα Ρόμπερτ Νέστα Μάρλεϊ. Ήταν γιος του πενηντάχρονου Άγγλου λευκού στρατιωτικού, Νόρβαλ Σινκλέρ Μάρλεϊ, και της δεκαοκτάχρονης Σιντέλα Μπούκερ, μιας ντόπιας μαύρης γυναίκας. Ο πατέρας του, αν και ζούσε στο Λίβερπουλ, προσέφερε οικονομική βοήθεια στον γιο του και τη μητέρα του μέχρι τον θάνατό του το 1955. Μετά από αυτό, ο Μπομπ και η μητέρα του αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στον φτωχομαχαλά Τρέντσταουν του Κίνγκστον λόγω έλλειψης χρημάτων. Εκεί, ο μικρόσωμος Μπομπ (με ύψος μόλις 1,63 μ.) έπρεπε να ατσαλώσει τον χαρακτήρα του για να επιβιώσει, καθώς αντιμετώπιζε προκαταλήψεις τόσο από λευκούς όσο και από μαύρους.

Σε ηλικία 14 ετών, εγκατέλειψε το σχολείο και ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός οξυγονοκολλητή. Στον ελεύθερο χρόνο του, έπαιζε μουσική με τον φίλο του Νέβιλ «Μπάνι» Λίβινγκστον (γνωστός αργότερα ως Μπάνι Γουέιλερ) και τον Τζο Χιγκς, έναν ανερχόμενο τραγουδιστή και μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι. Αυτό το κίνημα συνδυάζει βιβλικές προφητείες, φιλοσοφία επιστροφής στη φύση και μαύρο εθνικισμό, με κεντρικό στοιχείο τη λατρεία της μαριχουάνας και τη νοσταλγία για επιστροφή στην Αφρική. Στη μουσική αυτή παρέα προστέθηκε επίσης ο νεαρός Πίτερ Μάκιντος (γνωστός αργότερα ως Πίτερ Τος). Το 1962, ο Μάρλεϊ ηχογράφησε τα δύο πρώτα του σινγκλ, Judge Not και One Cup of Coffee, τα οποία αρχικά πέρασαν απαρατήρητα, αλλά αναδείχθηκαν μέσα από τις μεταθανάτιες συλλογές του.

Το 1963, οι Μάρλεϊ, Λίβινγκστον και Μάκιντος ίδρυσαν ένα συγκρότημα που έπαιζε σκα και ροκστίντι μουσική, πρώιμες μορφές ρέγγε, με το όνομα The Teenagers. Μετά από συνεχείς αλλαγές, το συγκρότημα ονομάστηκε The Wailers. Η επιτυχία δεν ήρθε άμεσα και ο Μάρλεϊ υποχρεώθηκε να μετακομίσει με τη σύζυγό του, Ρίτα Άντερσον, στο σπίτι της πεθεράς του στο Ντελαγουέρ των ΗΠΑ. Εκεί εργάστηκε ως εργάτης στη χημική βιομηχανία Ντιπόν και στην αυτοκινητοβιομηχανία Κράισλερ.

Η μισθωτή εργασία δεν τον ενθουσίασε, κι έτσι το 1967 επέστρεψε στο νησί για να αφιερωθεί ξανά στη μουσική. Εκείνη την περίοδο, έγινε μέλος του κινήματος των Ρασταφάρι και υιοθέτησε τα χαρακτηριστικά κοτσιδάκια (dreadlocks), τα οποία έγιναν το σήμα κατατεθέν του και αργότερα εξελίχθηκαν σε παγκόσμια μόδα.

Από το 1968 έως το 1972, οι Γουέιλερς ξαναηχογράφησαν μερικά από τα παλιότερα κομμάτια τους, βελτιώνοντας τον ήχο τους και επιδιώκοντας συνεργασίες με δισκογραφικές εταιρείες. Το 1972, κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ, το Catch A Fire, που περιλάμβανε κομμάτια όπως το Stir It Up και το Kinky Reggae, και σημείωσε καλή πορεία. Ένα χρόνο αργότερα, ακολούθησε το άλμπουμ Burnin’, με τραγούδια όπως το Get Up, Stand Up και το I Shot the Sheriff, το οποίο γνώρισε παγκόσμια επιτυχία μέσα από τη διασκευή του Έρικ Κλάπτον, συμβάλλοντας στην εκτίναξη της δημοτικότητας του Μπομπ Μάρλεϋ.

Το 1974, οι Γουέιλερς διαλύθηκαν λόγω διαφωνιών. Ο Λίβινγκστον και ο Μάκιντος ξεκίνησαν σόλο καριέρα, με τον πρώτο ως Μπάνι Γουέιλερ και τον δεύτερο ως Πίτερ Τος. Ο Μάρλεϊ διατήρησε το όνομα του συγκροτήματος, εμφανιζόμενος ως Μπομπ Μάρλεϊ και Γουέιλερς, με μουσικούς όπως οι αδελφοί Κάρλτον και Άστον Μπάρετ στο ρυθμικό τμήμα, και οι Τζούνιορ Μάρβιν και Αλ Άντερσον στις κιθάρες. Το γυναικείο τρίο, I Threes, που αποτελούνταν από τη γυναίκα του Μάρλεϊ, Ρίτα, τη Μάρσια Γκρίφιθς και την Τζούντι Μόουατ, τον συνόδευε πάντα στα φωνητικά.

Το 1975, ο Μάρλεϊ γνώρισε την πρώτη παγκόσμια επιτυχία του με το “No Woman, No Cry” από το άλμπουμ “Natty Dread”. Τον επόμενο χρόνο, το “Rastaman Vibration” απογειώθηκε στις ΗΠΑ, παραμένοντας για τέσσερις εβδομάδες στα κορυφαία δέκα του αμερικανικού πίνακα επιτυχιών. Ο Μάρλεϊ έγινε καλλιτέχνης διεθνούς φήμης, με συναυλίες γεμάτες θεατές παντού. Η ρέγκε, ένα μείγμα σκα, ρυθμ εντ μπλουζ και ροκ, έγινε παγκόσμια μουσική γλώσσα, επηρεάζοντας πολλούς καλλιτέχνες.

Το Δεκέμβριο του 1976, ο Μάρλεϊ επέστρεψε στην Ιαμαϊκή για να συμβάλει στην εκτόνωση των πολιτικών συγκρούσεων, αλλά κόντεψε να χάσει τη ζωή του από απόπειρα δολοφονίας. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το νησί και εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου ηχογράφησε τα άλμπουμ “Exodus” και “Kaya”. Το 1978, επέστρεψε στην πατρίδα του και διοργάνωσε το ιστορικό “One Love Peace Concert“.

Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το διπλό ζωντανό άλμπουμ “Babylon by Bus” και το πολιτικά φορτισμένο “Survival”. Το 1980, το “Uprising” ήταν το πιο θρησκευτικό του άλμπουμ, περιλαμβάνοντας τραγούδια όπως το “Redemption Song” και το “Forever Loving Jah”.

Τον Ιούλιο του 1977, ο Μάρλεϊ ένιωσε πόνο στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. Οι εξετάσεις έδειξαν κακοήθες μελάνωμα. Παρά την προτροπή των γιατρών για ακρωτηριασμό, αρνήθηκε λόγω των πεποιθήσεών του ως Ρασταφάρι. Επίσης, δεν συνέταξε διαθήκη για να ρυθμίσει τα περιουσιακά του θέματα, καθότι είχε 12 παιδιά από 8 διαφορετικές γυναίκες, κάτι που επίσης απαγορευόταν από τον Ρασταφαριανισμό.

Ο καρκίνος εξαπλώθηκε γρήγορα στα ζωτικά του όργανα. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1980, έδωσε την τελευταία του συναυλία στο Πίτσμπουργκ. Κάλεσε έναν διάσημο Γερμανό γιατρό για θεραπεία, αλλά ο καρκίνος βρισκόταν στο τελικό στάδιο. Ο Μπομπ Μάρλεϊ πέρασε στην αιωνιότητα το πρωί της 11ης Μαΐου 1981 σε νοσοκομείο του Μαϊάμι.

Ο Μάρλεϊ τραγούδησε για τον έρωτα, την αγάπη, αλλά και την καταπίεση των μαύρων. Παρά την απόπειρα δολοφονίας, έγινε λαϊκό είδωλο. Η ημερομηνία γέννησής του τιμάται ως Εθνική Εορτή στη Τζαμάικα. Η επιρροή του στις καλλιτέχνες της ραπ είναι μεγάλη, και κάποιοι μουσικοκριτικοί τον αποκαλούν “Νονό του Χιπ-Χοπ”, εκτός του αναγνωρισμένου τίτλου “Βασιλιά της Ρέγκε”. Το άλμπουμ “Legend”, που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του και περιλαμβάνει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, έχει γίνει 10 φορές πλατινένιο, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 12 εκατομμύρια αντίτυπα.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου