ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Το έγκλημα τιμής που πάγωσε το Ηράκλειο: Η 26χρονη Ανδρομάχη έγινε φόνισσα με τρεις πυροβολισμούς – «Θα αγιάσουν τα χέρια μου»

Το έγκλημα τιμής που πάγωσε το Ηράκλειο: Η 26χρονη Ανδρομάχη έγινε φόνισσα με τρεις πυροβολισμούς – «Θα αγιάσουν τα χέρια μου»
(Φωτογραφία δημιουργημένη με ΑΙ)
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Τρεις πυροβολισμοί μέσα σε ένα γεμάτο καφενείο στο κέντρο του Ηρακλείου έγραψαν τον αιματηρό επίλογο μιας σχέσης που είχε ξεκινήσει λίγους μήνες νωρίτερα. Ήταν 21 Μαΐου 1960 όταν η 26χρονη Ανδρομάχη έβγαλε το πιστόλι που είχε προμηθευτεί και πυροβόλησε τρεις φορές τον 21χρονο Στέφανο, ο οποίος αρνούνταν να την παντρευτεί. Λίγο αργότερα παραδόθηκε μόνη της στην Αστυνομία. Η υπόθεση έμελλε να καταγραφεί ως ένα από τα χαρακτηριστικά εγκλήματα που συνδέθηκαν με την έννοια της «χαμένης τιμής» στην Ελλάδα εκείνης της εποχής.

Η γνωριμία, η υπόσχεση γάμου και η μοιραία συνάντηση στο καφενείο

Η ιστορία της Ανδρομάχης εκτυλίσσεται σε μια Ελλάδα πολύ διαφορετική από τη σημερινή, όταν οι κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από τις σχέσεις, τη σεξουαλικότητα και κυρίως τη λεγόμενη «τιμή» μιας ανύπαντρης γυναίκας μπορούσαν να καθορίσουν ολόκληρη τη ζωή της. Η 26χρονη είχε εγκαταλείψει το ορεινό χωριό όπου ζούσε με την οικογένειά της και είχε μετακομίσει στο Ηράκλειο αναζητώντας εργασία. Βρήκε δουλειά σε αποθήκη σταφίδας και ζούσε με περιορισμένα οικονομικά μέσα σε ένα μικρό σπίτι. Από τα χρήματα που κατάφερνε να εξοικονομεί, έστελνε ένα μέρος πίσω στην οικογένειά της. Η καθημερινότητά της άλλαξε στις 9 Νοεμβρίου, όταν μια εξαδέλφη της θέλησε να της γνωρίσει έναν νεαρό άνδρα. Ήταν ο Στέφανος, ηλικίας 21 ετών.

Αρχικά, σύμφωνα με την αφήγηση της υπόθεσης, η Ανδρομάχη είχε επιφυλάξεις για τη γνωριμία. Η εξαδέλφη της, όμως, την καθησύχασε, παρουσιάζοντας τον νεαρό ως άνθρωπο που δεν είχε κάποια κακή πρόθεση. Οι δυο τους συναντήθηκαν και πέρασαν αρκετές ώρες μαζί. Ακολούθησε νέο ραντεβού την επόμενη ημέρα, αυτή τη φορά για να πάνε σε πανηγύρι. Εκεί διασκέδασαν και κατανάλωσαν αρκετό κρασί. Στην επιστροφή προς το Ηράκλειο, η σχέση τους έγινε ερωτική. Η Ανδρομάχη υποστήριξε αργότερα ότι εξαιτίας της κατανάλωσης αλκοόλ δεν είχε πλήρη επίγνωση της κατάστασης. Όταν ξημέρωσε και συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί, είπε στον Στέφανο ότι της είχε προκαλέσει μεγάλο κακό και ότι της είχε πάρει ό,τι θεωρούσε πολυτιμότερο. Σύμφωνα με την ίδια, εκείνος τότε της υποσχέθηκε ότι θα την παντρευτεί.

Η υπόσχεση αυτή φαίνεται πως την καθησύχασε και η σχέση τους συνεχίστηκε για ένα διάστημα. Οι δυο τους πέρασαν και άλλες νύχτες μαζί, με την Ανδρομάχη να θεωρεί ότι θα ακολουθούσε ο γάμος. Κάποια στιγμή, όμως, ο Στέφανος έφυγε. Είχε αναχωρήσει για την Αθήνα και η 26χρονη βρέθηκε αντιμέτωπη όχι μόνο με την απουσία του, αλλά και με τις κοινωνικές συνέπειες που θεωρούσε ότι είχε πλέον η σχέση τους για την ίδια. Άρχισε να πηγαίνει στο σπίτι της οικογένειάς του και να ζητά από τον πατέρα του να μεσολαβήσει ώστε ο γιος του να επιστρέψει στην Κρήτη και να την παντρευτεί. Στην υπόθεση ενεπλάκη ακόμη και η Αστυνομία, χωρίς ωστόσο να υπάρξει αποτέλεσμα.

Πέρασαν αρκετοί μήνες μέχρι ο Στέφανος να επιστρέψει στο Ηράκλειο. Στις 19 Μαΐου 1960 οι δρόμοι τους συναντήθηκαν ξανά. Η Ανδρομάχη του έθεσε για ακόμη μία φορά το ζήτημα του γάμου, όμως, σύμφωνα με όσα καταγράφονται για την υπόθεση, εκείνος αρνήθηκε, την αποπήρε και την εξύβρισε δημόσια. Παρόμοια ένταση σημειώθηκε και την επόμενη ημέρα. Στις 21 Μαΐου όλα θα άλλαζαν οριστικά. Αυτή τη φορά η Ανδρομάχη είχε μαζί της ένα πιστόλι που είχε προμηθευτεί στο μεταξύ. Ακολούθησε τον 21χρονο μέχρι το καφενείο «Κάντια», σε κεντρικό δρόμο του Ηρακλείου.

Ήταν περίπου 9 το βράδυ και στην περιοχή υπήρχε πολύς κόσμος. Η 26χρονη πλησίασε τον Στέφανο και τον ρώτησε ξανά αν επρόκειτο να την παντρευτεί. Εκείνος φέρεται να άρχισε να της φωνάζει. Τότε η Ανδρομάχη έβγαλε το όπλο. Μπροστά στους ανθρώπους που βρίσκονταν στο καφενείο, πυροβόλησε τον 21χρονο τρεις φορές, σκοτώνοντάς τον. Δεν επιχείρησε να εξαφανιστεί. Μετά το έγκλημα κατευθύνθηκε στο αστυνομικό τμήμα και παραδόθηκε. Εκεί φέρεται να είπε τη φράση που έμεινε συνδεδεμένη με την υπόθεση: «Καλά έκανα και τον σκότωσα, θα αγιάσουν τα χέρια μου».

(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ: EUROKINISSI)

Την επόμενη ημέρα, μιλώντας στους χωροφύλακες, παρουσίασε την πράξη της ως τη μοναδική διέξοδο που πίστευε ότι της είχε απομείνει μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον της εποχής. «Είμαι μία άτιμη» είπε, περιγράφοντας παράλληλα την απόρριψη που, όπως υποστήριξε, είχε δεχθεί από το οικογενειακό της περιβάλλον. Κατά τη δική της αντίληψη, προτιμούσε τη φυλακή από το να συνεχίσει να ζει με το κοινωνικό στίγμα που θεωρούσε ότι τη βάραινε. Στην ανάκριση, ωστόσο, παρουσιάστηκε και μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Ο πατέρας του Στέφανου αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της Ανδρομάχης. Υποστήριξε ότι ο γιος του δεν είχε συμπεριφερθεί με τον τρόπο που του καταλόγιζε η 26χρονη και ισχυρίστηκε ότι εκείνη, ως μεγαλύτερη σε ηλικία, ήταν αυτή που πίεζε ερωτικά τον 21χρονο.

Η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά στο δικαστήριο. Οι δικαστές δεν αναγνώρισαν στην Ανδρομάχη κάποιο ελαφρυντικό και την έκριναν ένοχη για δολοφονία εν ψυχρώ. Η ποινή που της επιβλήθηκε ήταν κάθειρξη 20 ετών. Περισσότερες από έξι δεκαετίες αργότερα, η ιστορία της 26χρονης παραμένει ένα χαρακτηριστικό στιγμιότυπο μιας κοινωνίας στην οποία η έννοια της γυναικείας «τιμής» μπορούσε να μετατραπεί σε ασφυκτικό κοινωνικό βάρος.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου