«Έφυγε» μόνη και ξεχασμένη: Πέθανε σε άσυλο στην Κυψέλη γνωστή ηθοποιός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου

Η χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου δεν χτίστηκε μόνο από τα πρόσωπα που έγιναν πρωτοσέλιδα και γέμισαν τις κινηματογραφικές αίθουσες με εκατοντάδες χιλιάδες θεατές. Γράφτηκε εξίσου και από προσωπικότητες υψηλής αισθητικής, σπάνιας παιδείας και απαράμιλλου ταλέντου, οι οποίες επέλεξαν να κινηθούν με έναν πιο αριστοκρατικό, διακριτικό ρυθμό. Μια από αυτές τις ξεχωριστές, αριστουργηματικές παρουσίες υπήρξε η Βιβέτα Τσιούνη.
Μια γυναίκα που ξεχώρισε για την εντυπωσιακή, κλασική ομορφιά της, το αριστοκρατικό της εκτόπισμα αλλά και τις σπάνιες υποκριτικές της ικανότητες. Η Βιβέτα Τσιούνη άφησε το δικό της, ανεξίτηλο αποτύπωμα στα θεατρικά σανίδια, στη μεγάλη οθόνη και στην ελληνική τηλεόραση. Ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά με τους ανθρώπους που δεν αγάπησαν τα φθηνά φώτα της δημοσιότητας, τα τελευταία χρόνια της ζωής της σημαδεύτηκαν από τη σιωπή και τη λήθη, προτού φύγει πλήρης ημερών αλλά απομονωμένη από τα φώτα, στις 13 Μαΐου 2019, σε ηλικία 85 ετών, αφήνοντας πίσω της μια πλούσια και πολυδιάστατη καλλιτεχνική παρακαταθήκη.
Σπουδές υψηλού επιπέδου δίπλα σε θρύλους του θεάτρου
Η πορεία της Βιβέτας Τσιούνη προς την υποκριτική δεν ήταν τυχαία· στηρίχθηκε σε γεμέλια θεατρικής παιδείας και αφοσίωσης. Η νεαρή ηθοποιός πέρασε το κατώφλι της ιστορικής Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, ενός φυτωρίου καλλιτεχνών που έμελλε να γράψουν ιστορία στον πολιτισμό μας.
Εκεί, στα θρανία της Σχολής, βρέθηκε συμφοιτήτρια με μετέπειτα κολοσσούς του ελληνικού θεάματος. Μοιράστηκε τις ίδιες αγωνίες, τα ίδια όνειρα και τις ίδιες αίθουσες διδασκαλίας με μεγάλες μορφές, όπως η αξεπέραστη Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο στιβαρός Δημήτρης Παπαμιχαήλ και η πολυαγαπημένη του κοινού Δέσποινα Στυλιανοπούλου.
Η δίψα της, όμως, για την τέχνη δεν σταμάτησε στα στενά σύνορα της Ελλάδας. Με ευρωπαϊκό αέρα και υψηλές φιλοδοξίες, η Βιβέτα Τσιούνη ταξίδεψα στο εξωτερικό για να διευρύνει τους ορίζοντές της. Στο Λονδίνο, συνέχισε τις σπουδές της στη φημισμένη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA), αφομοιώνοντας τις πιο προηγμένες τεχνικές υποκριτικής της εποχής. Δεν έμεινε όμως μόνο εκεί· η αναζήτησή της την οδήγησε μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο θρυλικό Actor’s Studio της Νέας Υόρκης, δίπλα σε κορυφαίους δασκάλους του παγκόσμιου θεάτρου.
Η εκλεπτυσμένη παρουσία στον ελληνικό κινηματογράφο
Παρότι το θεατρικό της εκτόπισμα ήταν τεράστιο, η κινηματογραφική της διαδρομή υπήρξε πιο επιλεκτική και μετρημένη. Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο πραγματοποιήθηκε το 1962, πρωταγωνιστώντας στην δραματική ταινία «Οργή», σε σκηνοθεσία του σπουδαίου Βασίλη Γεωργιάδη και σενάριο-μαρτυρία του αξεπέραστου Νίκου Φώσκολου. Η εμφάνισή της στη μεγάλη οθόνη προκάλεσε αίσθηση, χάρη στη φινέτσα και τη δραματικότητα που εξέπεμπε η μορφή της.
Αν και η φιλμογραφία της στον κινηματογράφο περιορίστηκε σε συνολικά οκτώ κινηματογραφικές παραγωγές, όλες τοποθετημένες χρονικά μέσα στη δεκαετία του 1960, η Βιβέτα Τσιούνη συμμετείχε σε ταινίες που άφησαν εποχή και αγαπήθηκαν από το κοινό. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν:
- «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει» (1963), μια κοινωνική παραγωγή με ιδιαίτερη απήχηση.
- «Αμφιβολίες» (1964), όπου απέδειξε την ικανότητά της να ερμηνεύει σύνθετους και εσωτερικούς χαρακτήρες.
Σε όλες της τις εμφανίσεις, η Τσιούνη απέφυγε την εύκολη τυποποίηση. Δεν ενσάρκωσε ποτέ τα στερεότυπα «μοιραία» κορίτσια της εποχής, αλλά προτίμησε ρόλους που ανέδειξαν την εσωτερική της δύναμη, την ευγένεια και το δραματικό της βάθος.
Η στροφή στην τηλεόραση και η καταξίωση
Με την πάροδο των χρόνων και καθώς η ελληνική τηλεόραση άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία, η Βιβέτα Τσιούνη προσαρμόστηκε στα νέα καλλιτεχνικά δεδομένα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η ηθοποιός στράφηκε δυναμικά προς τη μικρή οθόνη, η οποία της χάρισε μια τεράστια και σταθερή επικοινωνία με το ευρύ κοινό.
Συμμετείχε σε γνωστές και αγαπημένες σειρές της εποχής, δίνοντας το «παρών» σε δραματικές και κοινωνικές παραγωγές που καθήλωναν τους τηλεθεατές κάθε εβδομάδα. Η τηλεοπτική της παρουσία χαρακτηριζόταν πάντα από την ίδια ασυμβίβαστη ποιότητα και επαγγελματισμό που είχε διδαχθεί στα μεγαλύτερα ακαδημαϊκά ιδρύματα του κόσμου.
Το συγκινητικό τέλος και η υστεροφημία μιας μεγάλης κυρίας
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Βιβέτα Τσιούνη επέλεξε την οδό της διακριτικότητας και της απομόνωσης. Μακριά από τα φλας των δημοσιογράφων, τα κοσμικά πάρτι και τις τηλεοπτικές κάμερες, έζησε μια ήσυχη ζωή, κρατώντας ζωντανές τις μνήμες από τις μεγάλες της συνεργασίες και τα ταξίδια της στα θέατρα του κόσμου.
Διαβάστε επίσης
Όταν έφυγε από τη ζωή, τον Μάιο του 2019, η είδηση του θανάτου της πέρασε σχεδόν αθόρυβα στα μέσα ενημέρωσης, σε αντίθεση με τη λαμπερή διαδρομή της στα νιάτα της. Ωστόσο, οι άνθρωποι του πολιτισμού και όσοι γνώρισαν από κοντά το ήθος, την ευγένεια και το ταλέντο της δεν την ξέχασαν ποτέ. Η Βιβέτα Τσιούνη παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις πιο αδικημένες από πλευράς προβολής, αλλά ταυτόχρονα πιο φωτεινές μορφές του ελληνικού καλλιτεχνικού στερεώματος—μια αληθινή αρχόντισνα του θεάτρου που άφησε το αποτύπωμά της με σεμνότητα και ασύγκριτη κλάση.






0 ΣΧΟΛΙΑ