ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 6 Ιουνίου 1933: Η «κούρσα θανάτου» στη Λεωφόρο Κηφισίας – Η δεύτερη απόπειρα δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου που συγκλόνισε το Μεσοπόλεμο

Σαν σήμερα, 6 Ιουνίου 1933: Η «κούρσα θανάτου» στη Λεωφόρο Κηφισίας – Η δεύτερη απόπειρα δολοφονίας κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου που συγκλόνισε το Μεσοπόλεμο
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Το ημερολόγιο έγραφε 6 Ιουνίου 1933. Σε μια Ελλάδα βαθιά πληγωμένη από τα οικονομικά παρεπόμενα του κραχ του 1929 και εγκλωβισμένη στη μέγγενη του Εθνικού Διχασμού, η νύχτα εκείνη έμελλε να καταγραφεί στην ιστορία ως μία από τις πιο μαύρες σελίδες του ελληνικού κοινοβουλευτισμού. Σαν σήμερα, πριν από 93 χρόνια, ο πρώην Πρωθυπουργός και τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Ελευθέριος Βενιζέλος, γινόταν στόχος μιας δολοφονικής ενέδρας στη Λεωφόρο Κηφισίας.

η δεύτερη απόπειρα δολοφονίας κατά του Βενιζέλου

Ήταν η δεύτερη φορά που ο Κρητικός πολιτικός έβλεπε τον θάνατο κατάματα –μετά την απόπειρα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών το 1920, όμως αυτή η «κούρσα θανάτου» στο σκοτάδι του Αττικού ουρανού δεν ήταν απλώς ένα χτύπημα εναντίον ενός προσώπου. Ήταν το προμήνυμα για την κατάλυση της Δημοκρατίας και την ολίσθηση της χώρας προς τη δικτατορία.

Το μοιραίο δείπνο στην Κηφισιά και η ενέδρα στον «παράδεισο»

Η αντίστροφη μέτρηση για τη δραματική εκείνη νύχτα ξεκίνησε σε ένα κλίμα φαινομενικής ηρεμίας. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, έχοντας πρόσφατα χάσει τις εκλογές του Μαρτίου από το αντιβενιζελικό Λαϊκό Κόμμα, βρισκόταν στην Κηφισιά. Μαζί με τη σύζυγό του, Έλενα, ήταν προσκεκλημένοι για δείπνο στην οικία της στενής τους φίλης και σπουδαίας συγγραφέως, Πηνελόπης Δέλτα. Η βραδιά κυλούσε με συζητήσεις για την έκρυθμη πολιτική κατάσταση, μέχρι τις 11 το βράδυ, οπότε και το ζεύγος αποφάσισε να πάρει τον δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα.

Η αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας κατά του Ε. Βενιζέλου

Η αυτοκινητοπομπή ήταν ολιγομελής. Ο Εθνάρχης και η σύζυγός του επέβαιναν σε μια πολυτελή, θωρακισμένη για τα δεδομένα της εποχής, κούρσα τύπου «Πακάρ» (Packard), με οδηγό τον Ιωάννη Νικολάου. Πίσω τους ακολουθούσε ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο μάρκας «Φορντ», το οποίο μετέφερε τους άνδρες της προσωπικής του ασφάλειας. Τα δύο οχήματα κινούνταν με τη συνήθη για την εποχή μέση ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων την ώρα, διασχίζοντας τη σκοτεινή Λεωφόρο Κηφισίας.

η κούρσα θανάτου

Η παγίδα είχε στηθεί με απόλυτο επιχειρησιακό σχεδιασμό στο ύψος του τότε κοσμικού κέντρου «Παράδεισος» στο νότιο Μαρούσι. Ξαφνικά, μέσα από το σκοτάδι, ένα αυτοκίνητο με ολοκληρωτικά σβησμένα τα φώτα πετάχτηκε μπροστά από τη συνοδεία, κλείνοντας θρασύτατα τον δρόμο στο «Φορντ» της ασφάλειας. Πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, ο αέρας σκίστηκε από τον ήχο των πρώτων πυροβολισμών. Μία από τις σφαίρες βρήκε στο κεφάλι τον σωματοφύλακα Μαρκάκη, ο οποίος επέβαινε στο συνοδευτικό όχημα. Ο άτυχος άνδρας θα άφηνε την τελευταία του πνοή λίγη ώρα αργότερα.

Η «κούρσα θανάτου» των 30 λεπτών

Οι επιδρομείς, έχοντας ουσιαστικά εξουδετερώσει την άμεση προστασία του Βενιζέλου, έστρεψαν αμέσως τα βαριά τους όπλα κατά της «Πακάρ». Ακολούθησε καταιγισμός πυρών, ένα «πυρ ομαδόν» που είχε ως μοναδικό στόχο να μετατρέψει το όχημα σε σιδερένιο φέρετρο για τον Κρητικό ηγέτη.

Σε αυτές τις στιγμές απόλυτου τρόμου, ο Βενιζέλος επέδειξε τη μνημειώδη ψυχραιμία που τον χαρακτήριζε στις μεγάλες κρίσεις. Αντιλαμβανόμενος αμέσως τι συνέβαινε, άρπαξε τη σύζυγό του, Έλενα, και την τράβηξε μαζί του στο δάπεδο του αυτοκινήτου, καλύπτοντάς την με το σώμα του. Ταυτόχρονα, φώναξε με σταθερή φωνή στον οδηγό του: «Γιάννη, πάτα το, μη σταματάς!»

κούρσα θανάτου

Ο οδηγός Ιωάννης Νικολάου ανέπτυξε ιλιγγιώδη ταχύτητα, προσπαθώντας να ελιχθεί στη λεωφόρο. Στο μεταξύ, ο συνοδηγός της «Πακάρ», μοίραρχος Κουφογιαννάκης, προχώρησε σε μια πράξη αυτοθυσίας: παρά τις έντονες αντιρρήσεις και τις φωνές του Βενιζέλου, άνοιξε την πόρτα και αποβιβάστηκε εν κινήσει, ανοίγοντας πυρ κατά των δολοφόνων για να καθυστερήσει την καταδίωξη.

Η προστασία, ωστόσο, είχε καταρρεύσει. Το συνοδευτικό «Φορντ», λόγω παλαιότητας και των ζημιών που είχε υποστεί, τέθηκε γρήγορα εκτός μάχης. Η «Πακάρ» ήταν πλέον μόνη της, με τους διώκτες να την καταδιώκουν και να την πυροβολούν ασταμάτητα. Αυτή η εφιαλτική κούρσα θανάτου διήρκεσε περίπου μισή ώρα. Το διάτρητο από τις σφαίρες αυτοκίνητο κατάφερε τελικά να ξεφύγει από τους εκτελεστές στο ύψος του Γηροκομείου Αθηνών. Ο Νικολάου οδήγησε αμέσως το όχημα στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου εισήχθη η Έλενα Βενιζέλου, έχοντας τραυματιστεί ελαφρά από τα θραύσματα.

Πολιτικός σεισμός και η σκιά της κρατικής συνωμοσίας

Μέσα σε ελάχιστες ώρες, η είδηση απλώθηκε σαν πυρκαγιά σε ολόκληρη την πρωτεύουσα. Ένα τεράστιο πλήθος από πολιτικούς φίλους, υποστηρικτές και στενούς συνεργάτες του Βενιζέλου κατέκλυσε τους διαδρόμους του «Ευαγγελισμού», μέσα σε ένα κλίμα οργής και οδυνηρού προβληματισμού. Ο τότε Πρωθυπουργός Παναγής Τσαλδάρης, ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, έσπευσε αμέσως να αποδοκιμάσει την πράξη. Σε μια δραματική δήλωση, τόνισε: «Θα συλληφθούν οι δράστες οπωσδήποτε, διότι οι υπεύθυνοι υπουργοί και αστυνομικοί δεν θα διατηρηθούν εις τας θέσεις τους, εάν δεν εκπληρώσουν μέχρι κεραίας το καθήκον τους».

η απόπειρα δολοφονίας

Η δήλωση αυτή του Τσαλδάρη ενός πολιτικού που ιστορικά αναγνωρίζεται ως σώφρων και έντιμος, παρά τη φιλοβασιλική του τοποθέτηση περιείχε μια τραγική ειρωνεία: αποτελούσε μια έμμεση, πλην σαφή παραδοχή ότι στην απόπειρα ήταν πολύ πιθανό να εμπλέκονται ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί της δικής του κυβέρνησης. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, από την πλευρά του, δεν μάσησε τα λόγια του. Χαρακτήρισε τον ίδιο τον Πρωθυπουργό καθώς και τον πανίσχυρο Υπουργό Στρατιωτικών, Γεώργιο Κονδύλη, ως «πολιτικά υπεύθυνους» για το αιματηρό χτύπημα, ενώ άφησε σαφείς και βαριές υπόνοιες για τον ρόλο του Ιωάννη Μεταξά.

Στα πρόθυρα του Εμφυλίου: Η παράνοια του φανατισμού

Η επόμενη μέρα βρήκε την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού. Αντί για μια καθολική καταδίκη της τρομοκρατίας, το πολιτικό σύστημα βυθίστηκε στην παράνοια. Στη Βουλή, κυβερνητικοί βουλευτές της αντιβενιζελικής παράταξης έφτασαν στο σημείο να υπενθυμίζουν προκλητικά τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη από βενιζελικά όργανα το 1920 (τα διαβόητα «Ιουλιανά»), επιχειρώντας να συμψηφίσουν και να δικαιολογήσουν το τωρινό έγκλημα. Ο τύπος της εποχής έριχνε λάδι στη φωτιά. Στις 8 Ιουνίου, η εφημερίδα «Ελληνική», η οποία αποτελούσε το επίσημο πολιτικό όργανο του Ιωάννη Μεταξά, δημοσίευσε ένα πρωτοφανές, εμπρηστικό κύριο άρθρο που καλούσε ανοιχτά σε αιματοκύλισμα:

«Τους ήρωας της οδού Κηφισιάς, αυτών των οποίων τα ονόματα θα τιμήση η εθνική ιστορία με χρυσά γράμματα, ας τους μιμηθώμεν όλοι, αφού τα ύψιστα συμφέροντα της πατρίδας αυτό απαιτούν. Εις τας απειλάς του βενιζελισμού πρέπει ο αντιβενιζελισμός να απαντήση με έργα της αγριωτέρας σκληρότητος, εάν δεν θέλη να ατιμασθή και να εξευτελισθή… Γίγαντες του αντιβενιζελικού λαού, εγερθήτε και ορμήσατε! Εις την ορμήν σας δε ας μη υπάρξη ούτε οίκτος ούτε έλεος διά την συντριβήν και τον αφανισμόν των αντιπάλων σας…»

Οι αποκαλύψεις του ανακριτή και το κράτος εν κράτει

Παρά το κλίμα τρομοκρατίας και τις ασφυκτικές πολιτικές πιέσεις, ο δικαστικός κόσμος επέδειξε ψήγματα σθένους. Στις 10 Ιουνίου 1933, ο ανακριτής Τζωρτζάκης εξέδωσε ένα ένταλμα που προκάλεσε σοκ στην κοινή γνώμη: διέταξε τη σύλληψη του Ιωάννη Πολυχρονόπουλου, του εν ενεργεία Διοικητή της Γενικής Ασφάλειας! Η σύλληψή του ήταν ένα τεράστιο πλήγμα για το κύρος της κυβέρνησης, καθώς ο Πολυχρονόπουλος αποτελούσε προσωπική επιλογή του ίδιου του Πρωθυπουργού Τσαλδάρη.

Μαζί του συνελήφθησαν ο αδελφός του Νικόλαος (έμπορος), οι αστυνόμοι Μαρκάκος και Τζαμαλούκας, καθώς και ο διαβόητος λήσταρχος Καραθανάσης, ο οποίος είχε πρόσφατα αμνηστευτεί. Η έρευνα αποκάλυψε ένα σκοτεινό δίκτυο όπου η κρατική ασφάλεια συνεργαζόταν με το κοινό έγκλημα για την εξόντωση του πολιτικού αντιπάλου. Μάλιστα, προέκυψαν σοβαρότατες ενδείξεις ηθικής αυτουργίας ακόμη και για δύο κορυφαία στελέχη του Λαϊκού Κόμματος: τον Υπουργό Εσωτερικών Ιωάννη Ράλλη και τον βουλευτή Οιτύλου Πέτρο Μαυρομιχάλη. Ωστόσο, η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή έσπευσε να τους προστατεύσει, αρνούμενη την άρση της βουλευτικής τους ασυλίας.

Μια δίκη-φάρσα που θάφτηκε στη δίνη της ιστορίας

Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δύο χρόνια για να φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο. Η δίκη ξεκίνησε τελικά στις 22 Φεβρουαρίου 1935. Στο εδώλιο κάθισαν 18 κατηγορούμενοι, ανάμεσά τους οι υψηλόβαθμοι αστυνομικοί Πολυχρονόπουλος και Δικαίος ως ηθικοί αυτουργοί, και ο λήσταρχος Καραθανάσης ως φυσικός αυτουργός. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Καραθανάσης δεν είχε συλληφθεί από την επίσημη αστυνομία –η οποία κωλυσιεργούσε σκόπιμα– αλλά από απόστρατους βενιζελικούς αξιωματικούς που είχαν πάρει την κατάσταση στα χέρια τους. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, αποκαλύφθηκε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 2.000.000 δραχμών που είχε διατεθεί για τη χρηματοδότηση της απόπειρας, με τον πραγματικό «τραπεζίτη» της συνωμοσίας να παραμένει στο σκοτάδι.

Η δίκη αυτή, όμως, δεν έμελλε να ολοκληρωθεί ποτέ. Λίγες ημέρες μετά την έναρξή της, την 1η Μαρτίου 1935, ξέσπασε το αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών. Η δικαστική διαδικασία αναβλήθηκε «επ’ αόριστον» και η υπόθεση θάφτηκε οριστικά. Το αποτυχημένο κίνημα οδήγησε στην απόλυτη κυριαρχία των φιλοβασιλικών δυνάμεων, στην εκκαθάριση των βενιζελικών από το στράτευμα και την κρατική μηχανή, και τελικά στην επαναφορά του βασιλιά Γεωργίου Β’ από την εξορία.

Η «κούρσα θανάτου» της 6ης Ιουνίου 1933 ήταν η αρχή του τέλους. Ο φανατισμός και η αδυναμία της δικαιοσύνης να τιμωρήσει τους υπαιτίους οδήγησαν μαθηματικά, τρία χρόνια αργότερα, στην επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου από τον Ιωάννη Μεταξά. Ενενήντα τρία χρόνια μετά, η επέτειος αυτή παραμένει ένα διαχρονικό, ζοφερό μάθημα για το πού μπορεί να οδηγήσει μια χώρα η απώλεια της πολιτικής μετριότητας και ο εκτροχιασμός των δημοκρατικών θεσμών.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου