ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 6 Ιουνίου 1965: Το παραμορφωμένο Riff που άλλαξε την ιστορία του Rock – Οι Rolling Stones κυκλοφορούν το «(I Can’t Get No) Satisfaction»

Το θρυλικό συγκρότημα των Rolling Stones
Το θρυλικό συγκρότημα των Rolling Stones
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ήταν το καλοκαίρι του 1965 όταν η νεανική αύρα της «Βρετανικής Εισβολής» σάρωνε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στις 6 Ιουνίου εκείνης της χρονιάς, η δισκογραφική εταιρεία London Records κυκλοφόρησε στα αμερικανικά ραδιόφωνα και στα ράφια των δισκοπωλείων ένα single που έμελλε να λειτουργήσει ως πολιτισμικός σεισμός: το «(I Can’t Get No) Satisfaction» των Rolling Stones.
Μέσα σε λιγότερο από τέσσερα λεπτά, μια παρέα εικοσάρηδων από το Λονδίνο κατάφερε να αποτυπώσει το πνεύμα μιας ολόκληρης γενιάς, να εφεύρει τον σύγχρονο σκληρό rock ήχο και να μετατραπεί από ένα επιτυχημένο blues-rock σχήμα σε παγκόσμιους σούπερ σταρ. Εξήντα ένα χρόνια μετά, το θρυλικό «κομμάτι με το fuzz» παραμένει το απόλυτο μνημείο της νεανικής αμφισβήτησης και της rock ‘n’ roll ανυπακοής.

Ένα Riff γεννημένο στον ύπνο και μια συναυλία που κατέληξε σε επεισόδια

Η ιστορία πίσω από τη δημιουργία του τραγουδιού αγγίζει τα όρια του αστικού μύθου, όμως είναι πέρα για πέρα αληθινή. Τον Μάιο του 1965, κατά τη διάρκεια της τρίτης αμερικανικής περιοδείας του συγκροτήματος, ο κιθαρίστας Keith Richards ξύπνησε ξαφνικά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του.

Είχε στο μυαλό του μια απλή, επίμονη μελωδία τριών νότων. Άπλωσε το χέρι του, πάτησε το κουμπί της εγγραφής σε ένα φορητό κασετόφωνο Philips, έπαιξε το riff στην ακουστική του κιθάρα και σιγοψιθύρισε τη φράση «I can’t get no satisfaction». Αμέσως μετά, ξανακοιμήθηκε. Όπως θυμάται ο ίδιος, η κασέτα περιείχε δύο λεπτά κιθάρας και σαράντα λεπτά ροχαλητού.

O κιθαρίστας Keith Richards
O κιθαρίστας Keith Richards

Λίγες μέρες αργότερα, στις 6 Μαΐου, οι Stones έπαιζαν στο Κλίαργουότερ της Φλόριντα. Η συναυλία διακόπηκε βίαια μετά από μόλις τέσσερα τραγούδια λόγω επεισοδίων ανάμεσα σε νεαρούς θαυμαστές και την αστυνομία. Κλεισμένος στο ξενοδοχείο του, μέσα σε ένα κλίμα έντασης και απογοήτευσης από το αμερικανικό κατεστημένο, ο Mick Jagger κάθισε δίπλα στην πισίνα και έγραψε τους στίχους.

«Ήταν μια φτυσιά στο πρόσωπο του καταναλωτισμού, της τηλεοπτικής κουλτούρας και της διαφήμισης», θα δήλωνε χρόνια αργότερα ο Jagger, περιγράφοντας την έμπνευσή του.

Η επανάσταση του «Fuzz-Box» στα studios της RCA

Στις 10 Μαΐου 1965, η μπάντα έκανε μια πρώτη απόπειρα να ηχογραφήσει το κομμάτι στα θρυλικά Chess Studios του Σικάγο, με τον Brian Jones να συμμετέχει στη φυσαρμόνικα. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν τους ικανοποιούσε πλήρως. Δύο μέρες μετά, στις 12 Μαΐου, κλείστηκαν στα studios της RCA στο Λος Άντζελες.

Εκεί, ο Keith Richards πειραματίστηκε με μια νέα συσκευή που είχε φέρει στο studio ο sound manager Jack Nitzsche: το Maestro Fuzz-Tone FZ-1 της Gibson, ένα από τα πρώτα πεντάλ παραμόρφωσης (distortion) για κιθάρα. Ο Richards χρησιμοποίησε το εφέ απλώς ως «οδηγό», καθώς στο μυαλό του φανταζόταν ότι το riff θα αντικαθίστατο στην τελική μίξη από πνευστά, στα πρότυπα των soul κομματιών της εταιρείας Motown.

Tο Maestro Fuzz-Tone FZ-1 της Gibson
Tο Maestro Fuzz-Tone FZ-1 της Gibson

Ωστόσο, ο μάνατζερ και παραγωγός τους, Andrew Loog Oldham, καθώς και ο ντράμερ Charlie Watts, διέκριναν αμέσως τη δυναμική αυτού του τραχύ, «βρώμικου» ήχου. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του Richards, το κομμάτι κυκλοφόρησε με την παραμορφωμένη κιθάρα σε πρώτο πλάνο. Η rock ιστορία είχε μόλις γραφτεί.

Στίχοι-«φωτιά» και η λογοκρισία των πειρατικών ραδιοφώνων

Το «Satisfaction» δεν ήταν απλώς μια μουσική καινοτομία, αλλά και μια κοινωνική δήλωση. Οι στίχοι του Jagger επιτίθεντο ευθέως στην εμπορευματοποίηση της κοινωνίας:
«When I’m watching my TV, and a man comes on and tells me, how white my shirts can be…» (Όταν βλέπω τηλεόραση και βγαίνει ένας τύπος να μου πει πόσο λευκά μπορούν να γίνουν τα πουκάμισά μου…).

Ταυτόχρονα, οι απροκάλυπτες αναφορές στη σεξουαλική απογοήτευση και την έμμηνο ρύση (στη φράση «baby better come back later next week ’cause you see I’m on a losing streak») προκάλεσαν σοκ στους συντηρητικούς κύκλους της εποχής.

Το επίσημο ραδιόφωνο του BBC αρνήθηκε να μεταδώσει το τραγούδι
Το επίσημο ραδιόφωνο του BBC αρνήθηκε να μεταδώσει το τραγούδι

Όταν το single έφτασε στη Μεγάλη Βρετανία τον Αύγουστο του ίδιου έτους, το επίσημο ραδιόφωνο του BBC αρνήθηκε να το μεταδώσει, θεωρώντας το υπερβολικά προκλητικό. Το τραγούδι έγινε τεράστια επιτυχία στη γενέτειρά τους χάρη στους πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς, όπως το Radio Caroline, που εξέπεμπαν από πλοία στα διεθνή ύδατα.

Η κατάκτηση της κορυφής και η κληρονομιά

Παρά τις αντιδράσεις, η δυναμική του κομματιού ήταν ασταμάτητη. Στις ΗΠΑ, το «Satisfaction» μπήκε στα charts της Billboard σχεδόν αμέσως και στις 10 Ιουλίου 1965 εκθρόνισε τους Four Tops, σκαρφαλώνοντας στο Νο. 1, όπου και παρέμεινε για τέσσερις εβδομάδες. Ήταν το πρώτο νούμερο ένα των Rolling Stones στην Αμερική και το εισιτήριό τους για την αιωνιότητα.

Το περιοδικό Rolling Stone κατέταξε το τραγούδι στη 2η θέση των 500 σπουδαιότερων τραγουδιών όλων των εποχών στην ιστορική του λίστα, ενώ το 2006 προστέθηκε στο Εθνικό Μητρώο Ηχογραφήσεων της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου των ΗΠΑ λόγω της πολιτισμικής του αξίας.

Το «(I Can’t Get No) Satisfaction» δεν ήταν απλώς μια επιτυχία του καλοκαιριού του ’65. Ήταν η στιγμή που το rock ‘n’ roll έχασε την αθωότητά του και απέκτησε τη σκοτεινή, προκλητική και ασυμβίβαστη ταυτότητα που το συνοδεύει μέχρι σήμερα. Εξήντα ένα χρόνια μετά, εκείνες οι τρεις νότες του Keith Richards συνεχίζουν να ηλεκτρίζουν τον πλανήτη.

Αν θέλετε να ξαναζήσετε την ενέργεια εκείνης της εποχής, μπορείτε να παρακολουθήσετε το The Rolling Stones – (I Can’t Get No) Satisfaction 1965, το οποίο περιλαμβάνει την αυθεντική ηχογράφηση και ιστορικά στοιχεία για τη δημιουργία του κομματιού που καθόρισε την καριέρα της μπάντας.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου