ΑΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σοκ από τη μελέτη του ΚΕΦίΜ: Στην Αθήνα πληρώνουμε «ευρωπαϊκά» ενοίκια με μισθούς… Βουλγαρίας

Έρευνα σοκ του ΚΕΦίΜ για τα ενοίκια στην Ελλάδα.
Η στεγαστική κρίση εξαφανίζει το εισόδημα των Ελλήνων.
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Η στέγαση στην Ελλάδα έχει μετατραπεί σε έναν εφιάλτη δίχως τέλος, με την Αττική να κατέχει πλέον την αρνητική πρωτιά στην οικονομική ασφυξία των νοικοκυριών. Σύμφωνα με τα αποκαλυπτικά στοιχεία μελέτης του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ), η οποία ανέλυσε τα δεδομένα της Eurostat για το 2024 και το 2025, το κόστος ενοικίασης στο λεκανοπέδιο έχει ξεπεράσει κάθε όριο βιωσιμότητας, αγγίζοντας το σύνολο ενός μέσου μηνιαίου μισθού.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/ EUROKINISSI

Η «μαύρη» τρύπα του οικογενειακού προϋπολογισμού

Η πραγματικότητα για τον μέσο εργαζόμενο στην Αττική είναι αποκαρδιωτική. Για ένα τυπικό δυάρι διαμέρισμα έως 60 τ.μ., ένα νοικοκυριό καλείται να διαθέσει το 70,2% του μηνιαίου εισοδήματός του. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δραματική για τις οικογένειες που αναζητούν ένα τριάρι διαμέρισμα (75-95 τ.μ.), καθώς εκεί το ενοίκιο απορροφά το εξωφρενικό 93,6% του μέσου μισθού.

Με απλά λόγια, αν ένας εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης αμείβεται με 1.500 ευρώ, χρειάζεται σχεδόν ολόκληρο τον μισθό του (1.400 ευρώ) μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει τη στέγαση της οικογένειάς του. Την ίδια ώρα, ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τις αντίστοιχες κατηγορίες σπιτιών κυμαίνεται μεταξύ 31% και 46%, αναδεικνύοντας το τεράστιο χάσμα αγοραστικής δύναμης που χωρίζει την Ελλάδα από τους εταίρους της.

Ευρωπαϊκές τιμές, ελληνική φτώχεια

Το παράδοξο της ελληνικής αγοράς ακινήτων είναι, ότι οι τιμές των ενοικίων στην Αθήνα έχουν πλέον συγκλίνει με εκείνες των υπόλοιπων ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Το μέσο ενοίκιο για ένα δυάρι στην Αθήνα διαμορφώνεται στα 1.050 ευρώ, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι 1.120 ευρώ.

Ωστόσο, η ειδοποιός διαφορά εντοπίζεται στο εισόδημα. Ενώ ο Ευρωπαίος πολίτης διαθέτει μέσο μισθό ύψους 3.317 ευρώ, ο Έλληνας καλείται να ανταπεξέλθει στις ίδιες τιμές με μόλις 1.500 ευρώ. Αυτή η «ψαλίδα» εξηγεί γιατί η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα λαμβάνει διαστάσεις ανθρωπιστικής κρίσης, καθώς ακόμη και το 2015, εν μέσω της βαθιάς οικονομικής ύφεσης, η αναλογία ενοικίου προς εισόδημα ήταν στο 41,6%, δηλαδή σαφώς χαμηλότερη από τη σημερινή ασφυξία.

Πρωταθλήτρια ακρίβειας η Ελλάδα το 2025

Τα νέα για το μέλλον δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά, καθώς οι τιμές των ενοικίων συνεχίζουν να καλπάζουν χωρίς κανένα σημάδι επιβράδυνσης. Το 2025, η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση με ποσοστό 10,1%, υπολείποντας μόνο της Κροατίας.

Αυτή η ταχύτατη επιδείνωση οφείλεται σε ένα εκρηκτικό κοκτέιλ παραγόντων. Η αυξημένη ζήτηση λόγω του τουρισμού και των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb, σε συνδυασμό με την περιορισμένη προσφορά νέων κατοικιών λόγω της πολυετούς οικοδομικής απραξίας, έχει στεγνώσει την αγορά.

Παράλληλα, οι ξένες επενδύσεις μέσω του προγράμματος «Χρυσή Βίζα» και ο μεγάλος αριθμός κλειστών διαμερισμάτων που παραμένουν εκτός κυκλοφορίας, πιέζουν τις τιμές προς τα πάνω, καθιστώντας την πρόσβαση στη στέγη προνόμιο για λίγους.

Πηγή φωτογραφίας: shutterstock.com

Το χάσμα ανάμεσα σε πληθωρισμό και ενοίκια

Ένα από τα πιο ανησυχητικά συμπεράσματα της μελέτης του ΚΕΦίΜ είναι η απόκλιση των ενοικίων από τον γενικό πληθωρισμό. Ενώ ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αποκλιμακώνεται γύρω στο 3%, τα ενοίκια συνεχίζουν να αυξάνονται με ρυθμούς έως και 10% ετησίως. Αυτή η «ψαλίδα» των 7 ποσοστιαίων μονάδων σηματοδοτεί μια ταχύτατη επιδείνωση της οικονομικής προσβασιμότητας, πλήττοντας κυρίως τους χαμηλόμισθους και τα νέα ζευγάρια που προσπαθούν να ξεκινήσουν τη ζωή τους.

Παρά το γεγονός ότι σε πραγματικούς όρους τα ενοίκια παραμένουν περίπου 8,7% χαμηλότερα από τα επίπεδα της περιόδου προ του 2011, η υποχώρηση των εισοδημάτων κατά την περίοδο της κρίσης ήταν τόσο δραματική που η τωρινή ανάκαμψη των τιμών φαντάζει αβάσταχτη.

Η στεγαστική κρίση, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του ΚΕΦίΜ, Νίκος Ρώμπαπας, απαιτεί πλέον ρεαλιστικές πολιτικές ενίσχυσης της προσφοράς και απελευθέρωσης των ακινήτων, μακριά από λαϊκιστικές συνταγές που έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές στο παρελθόν.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου