Σαν σήμερα, 01 Απριλίου 1824: Η «Δίκη του Αιτωλικού» – Όταν η Επανάσταση δίκασε ως προδότη τον Γεώργιο Καραϊσκάκη

Η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 είναι γεμάτη από στιγμές απαράμιλλου ηρωισμού, αλλά και από τις σκοτεινές κηλίδες του διχασμού και των εμφύλιων παθών. Μια από τις πιο δραματικές και αμφιλεγόμενες σελίδες της γράφτηκε σαν σήμερα, την 1η Απριλίου του 1824, στο Αιτωλικό. Εκεί, ο άνθρωπος που αργότερα θα ονομαζόταν «γιος της καλογριάς» και θα γινόταν ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, κάθισε στο σκαμνί του κατηγορουμένου με την πιο βαριά κατηγορία που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ένας αγωνιστής: αυτή της εσχάτης προδοσίας.
Το χρονικό της σύγκρουσης: Μαυροκορδάτος εναντίον Καραϊσκάκη
Το 1824 η Επανάσταση βρισκόταν σε μια κρίσιμη καμπή. Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος είχε ήδη ξεσπάσει και οι προσωπικές φιλοδοξίες συγκρούονταν με το εθνικό συμφέρον. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο ισχυρός πολιτικός άνδρας της Δυτικής Ελλάδας, έβλεπε στο πρόσωπο του ατίθασου και ορμητικού Καραϊσκάκη έναν επικίνδυνο αντίπαλο που αμφισβητούσε την εξουσία του.
Η αφορμή δόθηκε όταν ο Καραϊσκάκης, κυριευμένος από οργή για την παραγκώνισή του και την άρνηση της Διοίκησης να του αναγνωρίσει το αρματολίκι των Αγράφων, προχώρησε σε μια σειρά από βίαιες ενέργειες. Κατέλαβε το Βασιλάδι (το φρούριο στην είσοδο της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου) και ήρθε σε ρήξη με τους τοπικούς προκρίτους. Ο Μαυροκορδάτος άδραξε την ευκαιρία. Χρησιμοποιώντας κάποιες επιστολές και επαφές που είχε ο Καραϊσκάκης με τον Ομέρ Βρυώνη —πρακτική συνηθισμένη τότε μεταξύ των οπλαρχηγών για λόγους στρατηγικής («καπάκια»)— έστησε μια δικαστική πλεκτάνη για να τον εξοντώσει πολιτικά και ηθικά.
Η διαδικασία στο Αιτωλικό: Μια δίκη σκοπιμότητας
Την 1η Απριλίου 1824, μέσα στην εκκλησία της Παναγίας στο Αιτωλικό, συγκλήθηκε το «Κριτήριον», μια επιτροπή αποτελούμενη από οπλαρχηγούς και προκρίτους, πολλοί από τους οποίους ήταν εχθρικά διακείμενοι προς τον Καραϊσκάκη ή φοβισμένοι από την ισχύ του Μαυροκορδάτου. Ο Καραϊσκάκης εμφανίστηκε στη δίκη ταλαιπωρημένος από τη χρόνια φυματίωση που τον βασάνιζε, αλλά με το πνεύμα του αδούλωτο. Η κατηγορία ήταν σαφής: «Έφερεν εις συνεννοήσεις με τους Τούρκους προκειμένου να παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό». Οι μάρτυρες κατηγορίας, πολλοί από τους οποίους ήταν πληρωμένοι ή πιεσμένοι, κατέθεσαν ψευδώς ότι ο Καραϊσκάκης είχε συμφωνήσει να γίνει «πιστός δούλος του Σουλτάνου». Ο διάλογος που διασώθηκε από τη δίκη είναι χαρακτηριστικός της προσωπικότητας του ήρωα. Όταν ο Μαυροκορδάτος τον ρώτησε για τις επαφές του με τους Τούρκους, ο Καραϊσκάκης απάντησε με τη γνωστή του ειλικρίνεια και την καυστική του γλώσσα, τονίζοντας πως οι πράξεις του υπαγορεύονταν από την ανάγκη της επιβίωσης των στρατιωτών του και όχι από πρόθεση προδοσίας. Ωστόσο, η απόφαση ήταν προειλημμένη.
Η καταδίκη: «Επίβουλος της Πατρίδος και Προδότης»
Την επομένη της δίκης, στις 2 Απριλίου 1824, εκδόθηκε η περιβόητη «Προκήρυξη των Εγκλημάτων του Γεωργίου Καραϊσκάκη». Το κείμενο ήταν καταπέλτης:
«Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κηρύττεται επίβουλος της Πατρίδος και προδότης. Αφαιρούνται από αυτόν όλοι οι βαθμοί και τα αξιώματα. Διατάσσονται όλοι οι Έλληνες να τον αποστρέφονται και να μην έχουν καμία επικοινωνία μαζί του». Του δόθηκε διορία λίγων ωρών να εγκαταλείψει το Αιτωλικό. Ο Καραϊσκάκης, κυνηγημένος και ταπεινωμένος, αναγκάστηκε να καταφύγει στα βουνά των Αγράφων και αργότερα στο Καρπενήσι, συνοδευόμενος από λίγους πιστούς συντρόφους του. Η Επανάσταση είχε μόλις «πετάξει» έναν από τους ικανότερους στρατιωτικούς της εγκεφάλους στον κάλαθο των αχρήστων, εξυπηρετώντας πολιτικές σκοπιμότητες.
Η δικαίωση μέσα από το αίμα
Η Ιστορία, ωστόσο, έχει τον δικό της τρόπο να αποκαθιστά την αλήθεια. Ο Καραϊσκάκης δεν έγινε ποτέ προδότης. Αντίθετα, η αδικία που υπέστη λειτούργησε ως καταλύτης για την ηθική του μεταστροφή. Λίγο καιρό μετά, όταν ο κίνδυνος του Ιμπραήμ έγινε ορατός και η Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια, η Διοίκηση αναγκάστηκε να ανακαλέσει την καταδίκη και να ζητήσει τη βοήθειά του.
Διαβάστε επίσης
Ο ίδιος ο Καραϊσκάκης, παραμερίζοντας την πίκρα του, επέστρεψε στον αγώνα και το 1826-1827 χάρισε στην Ελλάδα τις τελευταίες μεγάλες νίκες της στη Στερεά Ελλάδα (Αράχοβα), πριν πέσει ηρωικά στο Φάληρο. Η «Δίκη του Αιτωλικού» παρέμεινε στη συλλογική μνήμη ως το απόλυτο παράδειγμα του πώς η πολιτική ίντριγκα μπορεί να σπιλώσει έναν ήρωα, αλλά και πώς το αληθινό ανάστημα ενός ανθρώπου μπορεί να υπερβεί τις ταπεινές κατηγορίες των συγχρόνων του. Σήμερα, 202 χρόνια μετά, η 1η Απριλίου 1824 μας θυμίζει ότι οι «φάροι» του έθνους συχνά χρειάστηκε να περάσουν μέσα από τη φωτιά της αμφισβήτησης και της προδοσίας από τους δικούς τους ανθρώπους, πριν αναγνωριστούν ως οι σωτήρες της πατρίδας.






0 ΣΧΟΛΙΑ