Σαν σήμερα, 29 Ιανουαρίου 1979: Η 19χρονη Μπρέντα Σπένσερ σκοτώνει δύο άτομα έξω από Δημοτικό σχολείο επειδή δεν της άρεσαν οι Δευτέρες

Υπάρχουν κάποιες ημερομηνίες που χαράσσονται στη συλλογική μνήμη όχι για κάποιο σπουδαίο κατόρθωμα, αλλά για τον απόλυτο παραλογισμό και τη βία που τις συνοδεύει. Η 29η Ιανουαρίου 1979 είναι μία από αυτές. Εκείνο το πρωί Δευτέρας, στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια, η έννοια της σχολικής ασφάλειας και η αθωότητα της παιδικής ηλικίας δέχθηκαν ένα πλήγμα που θα άλλαζε για πάντα την αμερικανική κοινωνία. Πρωταγωνίστρια ήταν μια 16χρονη κοπέλα, η Μπρέντα Σπένσερ, η οποία αποφάσισε να «ζωντανέψει» τη μέρα της σπέρνοντας τον θάνατο. Το περιστατικό αυτό δεν έμεινε στην ιστορία μόνο για τη φρίκη του, αλλά και για την κυνική ομολογία που το ακολούθησε, μια φράση που έγινε τραγούδι και στοίχειωσε τα ραδιόφωνα όλου του κόσμου.
Το εφιαλτικό πρωινό της 29ης Ιανουαρίου 1979
Όλα ξεκίνησαν λίγο πριν από την έναρξη των μαθημάτων στο Δημοτικό Σχολείο Γκρόβερ Κλίβελαντ. Τα παιδιά συγκεντρώνονταν έξω από την κεντρική είσοδο, περιμένοντας τον διευθυντή να ανοίξει τις πύλες για να ξεκινήσει η εβδομάδα. Απέναντι ακριβώς από το σχολείο, σε ένα σπίτι γεμάτο παρατημένα αντικείμενα και μια ατμόσφαιρα παρακμής, η 16χρονη Μπρέντα Σπένσερ παρακολουθούσε τη σκηνή από το παράθυρό της. Δεν ήταν μια τυπική έφηβη. Είχε ιστορικό παραβατικότητας, προβλήματα στο σπίτι και μια βαθιά απέχθεια για την κανονικότητα της ζωής.
Ξαφνικά, ο ήχος των πυροβολισμών έσκισε τον αέρα. Η Σπένσερ, οπλισμένη με ένα ημι-αυτόματο τουφέκι διαμετρήματος .22, άρχισε να πυροβολεί κατά ριπάς προς το πλήθος των παιδιών. Η επίθεση ήταν μεθοδική και ψυχρή. Ο διευθυντής του σχολείου, Μπάρτον Ραγκ, έτρεξε έξω προσπαθώντας να προστατεύσει τους μαθητές του και έπεσε νεκρός από τις σφαίρες της 16χρονης. Ο επιστάτης, Μάικ Σούκαρ, έσπευσε να βοηθήσει τον διευθυντή και δέχθηκε και αυτός το θανάσιμο χτύπημα. Μέσα σε λίγα λεπτά, το προαύλιο του σχολείου μετατράπηκε σε εμπόλεμη ζώνη. Οκτώ παιδιά και ένας αστυνομικός τραυματίστηκαν, ενώ ο πανικός κυρίευσε την περιοχή.
Ένα όπλο κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο
Η πιο σοκαριστική λεπτομέρεια που ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια της έρευνας αφορούσε την προέλευση του όπλου. Η Μπρέντα δεν είχε κλέψει το τουφέκι, ούτε το είχε βρει στη μαύρη αγορά. Της το είχε χαρίσει ο ίδιος ο πατέρας της, Γουάλας Σπένσερ, ως χριστουγεννιάτικο δώρο μόλις λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Όπως αποκάλυψε η ίδια αργότερα, είχε ζητήσει από τον πατέρα της ένα ραδιόφωνο, αλλά εκείνος επέλεξε να της πάρει ένα όπλο με 500 σφαίρες. «Ένιωσα ότι ήθελε να αυτοκτονήσω», θα έλεγε χρόνια μετά, περιγράφοντας το τοξικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωνε.
Η απόφαση ενός πατέρα να δώσει ένα φονικό όπλο σε μια έφηβη με γνωστά ψυχολογικά προβλήματα παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της υπόθεσης. Η Μπρέντα, αντί να χρησιμοποιήσει το δώρο της για σκοποβολή σε κάποιο πεδίο, επέλεξε να το στρέψει εναντίον αθώων παιδιών, θεωρώντας ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να ακουστεί η φωνή της ή, ακόμα χειρότερα, να διασκεδάσει την ανία της.
Η κυνική φράση που «πάγωσε» τον πλανήτη
Μετά τους πυροβολισμούς, η Σπένσερ ταμπούρωσε στο σπίτι της. Για περισσότερες από έξι ώρες, η αστυνομία και οι ειδικές δυνάμεις είχαν περικυκλώσει το κτίριο, προσπαθώντας να την πείσουν να παραδοθεί. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ένας δημοσιογράφος από την τοπική εφημερίδα κατάφερε να βρει το τηλέφωνο του σπιτιού και να μιλήσει μαζί της. Όταν τη ρώτησε γιατί το έκανε, η απάντησή της έμεινε στην ιστορία για την απόλυτη έλλειψη ενσυναίσθησης: «Δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες. Αυτό ζωντανεύει τη μέρα» (I don’t like Mondays. This livens up the day).
Αυτή η φράση, ειπωμένη με μια τρομακτική ηρεμία, έγινε το σύμβολο μιας νέας γενιάς βίας που δεν χρειαζόταν απαραίτητα ένα βαθύ πολιτικό ή ιδεολογικό κίνητρο. Ήταν η βία της αδιαφορίας, η βία της πλήξης. Η Μπρέντα Σπένσερ δεν είχε κάποια συγκεκριμένη βεντέτα με το σχολείο ή τα παιδιά. Απλώς δεν της άρεσε η Δευτέρα και το σχολείο ήταν ο πιο κοντινός στόχος που μπορούσε να βρει για να εκτονώσει την εσωτερική της οργή.
Διαβάστε επίσης
Η γέννηση ενός τραγουδιού μέσα από τις στάχτες της τραγωδίας
Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Μπομπ Γκέλντοφ, αρχηγός του συγκροτήματος Boomtown Rats, διάβαζε τις ειδήσεις σε ένα τηλεγράφημα κατά τη διάρκεια μιας ραδιοφωνικής συνέντευξης στη Σκωτία. Η ιστορία της κοπέλας που σκότωσε επειδή μισούσε τις Δευτέρες τον συγκλόνισε. Μέσα σε λίγη ώρα, είχε γράψει τους στίχους για το «I Don’t Like Mondays». Το τραγούδι κυκλοφόρησε λίγους μήνες μετά και έγινε παγκόσμια επιτυχία, ανεβαίνοντας στο νούμερο 1 των βρετανικών charts.
Παρόλο που το τραγούδι είναι ρυθμικό, οι στίχοι του περιγράφουν με ακρίβεια τη φρίκη: η «μηχανή» στο κεφάλι της που δεν σταματά, ο πατέρας που δεν καταλαβαίνει και η κυνική δικαιολογία που σόκαρε τον κόσμο. Ο Γκέλντοφ δήλωσε αργότερα ότι δεν ήθελε να ηρωοποιήσει τη Σπένσερ, αλλά να καταγράψει τον παραλογισμό της πράξης της. Για πολλά χρόνια, η οικογένεια των θυμάτων ζητούσε την απαγόρευση του τραγουδιού, καθώς τους θύμιζε διαρκώς την απώλεια των δικών τους ανθρώπων μέσα από μια ποπ μελωδία.
Η μοίρα της «κοπέλας που μισούσε τις Δευτέρες»
Η Μπρέντα Σπένσερ δικάστηκε ως ενήλικας λόγω της σοβαρότητας του εγκλήματος. Καταδικάστηκε σε κάθειρξη 25 ετών έως ισόβια. Από τότε, έχει υποβάλει επανειλημμένα αιτήσεις για αναστολή, οι οποίες έχουν απορριφθεί όλες. Στις ακροάσεις της, έχει ισχυριστεί ότι ήταν θύμα κακοποίησης από τον πατέρα της και ότι βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών και αλκοόλ την ημέρα της επίθεσης, ισχυρισμοί που δεν είχαν προβληθεί στην αρχική δίκη.
Σήμερα, στα 63 της χρόνια, παραμένει έγκλειστη στις γυναικείες φυλακές της Καλιφόρνια. Η πράξη της θεωρείται ένας από τους προάγγελος των μαζικών πυροβολισμών στα αμερικανικά σχολεία, ένα φαινόμενο που πλέον έχει πάρει επιδημικές διαστάσεις. Η Μπρέντα Σπένσερ θα μείνει για πάντα στην ιστορία ως η έφηβη που μετέτρεψε μια μουντή Δευτέρα σε λουτρό αίματος, αφήνοντας πίσω της μια φράση που θυμίζει σε όλους μας πόσο εύκολα η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να διολισθήσει στο απόλυτο σκοτάδι.






0 ΣΧΟΛΙΑ