Δεν είναι μόνοι οι Καργάκηδες και οι Φραγκιαδάκηδες: 10 αιματηρές βεντέτες που συγκλόνισαν την Ελλάδα και ερήμωσαν χωριά

Με αφορμή την πρόσφατη αιματηρή βεντέτα στα Βορίζια Ηρακλείου, το θέμα των οικογενειακών διαμαχών που έχουν στιγματίσει την Ελλάδα επανέρχεται στο προσκήνιο. Οι πιο αιματηρές βεντέτες της χώρας αποτελούν σκοτεινές σελίδες που συγκλόνισαν το Πανελλήνιο και άφησαν πίσω άπλετο αίμα και μίσος.Το Athensmagazine.gr τις συγκέντρωσε και σας τις παρουσιάζει…
Οι οικογενειακές αυτές διαμάχες, που κυρίως εκδηλώθηκαν στην Κρήτη, αλλά και στη Μάνη, άφησαν πίσω τους εκατοντάδες νεκρούς και ερημωμένα χωριά. Οι αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ οικογενειών διήρκεσαν συχνά για γενιές ολόκληρες, αφήνοντας πίσω τους ανεξίτηλα σημάδια. Ολόκληρα χωριά εγκαταλείφθηκαν, καθώς τα μέλη των εμπλεκόμενων οικογενειών είτε έχαναν τη ζωή τους είτε αναγκάζονταν να φύγουν από τα πάτρια εδάφη για να γλιτώσουν από την εκδίκηση.
Η βεντέτα, ως άγραφος νόμος της εκδίκησης, έχει αποτελέσει ένα τραγικό φαινόμενο σε περιοχές όπου η τιμή και η «υποχρέωση» της ανταπόδοσης του κακού έχουν βαθιές ρίζες στην τοπική κουλτούρα. Οι περιπτώσεις αυτές συγκλόνισαν ολόκληρη τη χώρα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για δικαιοσύνη και την καταπολέμηση τέτοιων σκοτεινών πρακτικών.
Οι 10 πιο αιματηρές και συγκλονιστικές βεντέτες
1. Οικογένειες Σαρτζέτη και Πεντάρη (Χανιά, 1910): Η πιο αιματηρή βεντέτα του 20ού αιώνα
Η διαμάχη μεταξύ των οικογενειών Σαρτζέτη και Πεντάρη στα Χανιά δεν ήταν απλώς μια τοπική διαφωνία. Ήταν μια από τις πιο αιματηρές βεντέτες που γνώρισε η Κρήτη, με τραγικό απολογισμό που ξεπέρασε τους 119 νεκρούς. Η αιτία της διαμάχης, που ξεκίνησε γύρω στο 1910, ήταν ένα «ζήτημα τιμής», ένα γεγονός που, στην κλειστή κοινωνία της εποχής, θεωρήθηκε ως ανεπανόρθωτη προσβολή.
Η βεντέτα αυτή έλαβε διαστάσεις εμφυλίου πολέμου σε τοπικό επίπεδο, με τις δύο οικογένειες να μετατρέπουν την περιοχή σε πεδίο μάχης για δεκαετίες. Οι φόνοι ήταν αλυσιδωτοί, με την εκδίκηση να αποτελεί ιερή υποχρέωση για κάθε μέλος της οικογένειας. Το μίσος κληροδοτήθηκε από γενιά σε γενιά, καταδικάζοντας τα παιδιά να μεγαλώσουν με τη σφαίρα στο χέρι και τον φόβο στο βλέμμα.
Η τραγωδία αυτή δεν έληξε με όπλα, αλλά με την πολιτική και τον συμβολισμό της Μεταπολίτευσης. Η οριστική συμφιλίωση ήρθε όταν ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Πεντάρης, ψήφισε για Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Χρήστο Σαρτζετάκη (1985). Η πράξη αυτή, που ένωσε δύο αντίπαλα ονόματα σε μια κεντρική πολιτική πράξη, θεωρήθηκε ως η επίσημη λήξη μιας αιματηρής εποχής.
2. Η δολοφονία του Γιάννη Παπαδονικολάκη (Ασή Γωνιά Χανίων, 1950)
Ο Παπαδονικολάκης δολοφονήθηκε 32 χρόνια μετά τον φόνο του δολοφόνου του αδελφού του. Η υπόθεση περιείχε μια απίστευτη λεπτομέρεια: ο δολοφόνος του αδελφού του είχε αποκαλύψει στον παπά του χωριού τους ενόχους του φόνου μιας γυναίκας, πυροδοτώντας έτσι μια αλυσίδα εκδίκησης. Ο Γιάννης Παπαδονικολάκης μαζί με την σύζυγο και την κόρη του είχαν παραστεί σε μνημόσυνο στη Νίκαια. Την στιγμή που ετοιμαζόταν να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, τον πλησίασαν δύο νεαροί που επέβαιναν σε μοτοσικλέτα, εκ των οποίων ο συνοδηγός τον εκτέλεσε με 9άρι πιστόλι. Ο νεαρός που περιγράφεται γύρω στα 25-φορούσε καπελάκι τζόκεϊ- πυροβόλησε τον ηλικιωμένο τέσσερις φορές, με την πρώτη βολή να βρίσκει το θύμα στο κεφάλι. Ο 73χρονος ξεψύχησε στα χέρια της συζύγου του που λίγο αργότερα υποδείκνυε ως δράστες της εκτέλεσης μέλη της οικογένειας του ανθρώπου που είχε σκοτώσει το 1977 στο Ρέθυμνο ο άνδρας της.
Η μαρτυρία της χήρας, ο τρόπος με τον οποίο εκτελέστηκε ο 73χρονος, το μίσος που έτρεφε ο δολοφόνος προς το πρόσωπο του θύματος και το γεγονός ότι επέλεξε να τον σκοτώσει μέρα-μεσημέρι μπροστά στα μάτια δεκάδων πολιτών, ενισχύουν την εκδοχή της βεντέτας, σύμφωνα με την αστυνομία που αρχικώς εμφανιζόταν επιφυλακτική λόγω των τριών και πλέον δεκαετιών που έχουν παρέλθει από το πρώτο φονικό. Οι αξιωματικοί που χειρίζονται την υπόθεση αρχικώς εκτίμησαν ότι μάλλον είναι δύσκολο να αναζωπυρωθεί μία βεντέτα μετά από 32 χρόνια. Επιπλέον ένα στοιχείο που τους προβληματίζει είναι η νεαρή ηλικία του εκτελεστή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν στη διάθεση τους, τα παιδιά του ανθρώπου που είχε σκοτώσει ο Παπαδονικολάκης είναι πολύ μεγαλύτερα. Ένα σενάριο που αρχικώς εξετάστηκε ήταν η δολοφονία να συνδέεται με άλλες δραστηριότητες του θύματος καθώς πέραν από το έγκλημα που είχε διαπράξει, φέρεται να είχε απασχολήσει και για άλλες αξιόποινες πράξεις. Όσο ωστόσο περνούσαν οι ώρες, τόσο ενισχυόταν η εκδοχή της κρητικής βεντέτας.
Μάλιστα απογευματινές ώρες χθες το Αρχηγείο της ΕΛ. ΑΣ έδωσε εντολή στις αστυνομικές Aρχές Ρεθύμνου να στείλουν δυνάμεις στην Ασή Γωνιά, το χωριό του θύματος αλλά και της οικογένειας που ελέγχεται, υπό το φόβο αντιποίνων. Οι πληροφορίες ωστόσο αναφέρουν ότι τα παιδιά του θύματος του 1977 δεν ζουν στην Ασή Γωνιά αλλά στα Χανιά και σε άλλα μέρη της Ελλάδος.
Στο άκουσμα της δολοφονίας του 73χρονου Γιάννη Παπαδονικολάκη στενοί συγγενείς του στην Ασή Γωνιά, κατέρρευσαν. Αν και για την αστυνομία το στυγερό έγκλημα παραμένει ανεξιχνίαστο, για κάποιους στο χωριό η εκτέλεση του αποτελεί τον εφιάλτη που δεκαετίες ολάκερες προσπαθούσαν να ξορκίσουν. Η κατάρα της βεντέτας ήταν για εκείνους ο ανείπωτος φόβος που προσπαθούσαν να θάψουν βαθειά μέσα τους, ελπίζοντας ότι θα ξεχαστεί το κακό και ο χρόνος θα σβήσει τις πληγές. Άλλωστε είχαν περάσει 32 ολόκληρα χρόνια από την ημέρα του φονικού. Ο 73χρονος είχε καταδικαστεί, είχε εκτίσει την ποινή του και με την αποφυλάκιση του, έφυγε από την Κρήτη και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά.
Σαν έφθασαν τα κακά μαντάτα μεσημέρι Κυριακής στο μικρό χωριό της Ασής Γωνιάς, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ψιθύρισαν ή και βροντοφώναξαν το όνομα της οικογένειας που όπως πιστεύουν ευθύνεται για την δημόσια εκτέλεση του Παπαδονικολάκη. Στο άκουσμα της δολοφονίας του 73χρονου στενό συγγενικό πρόσωπο αδυνατεί να συγκρατήσει τα δάκρυα και την οργή του και καταριέται το φονιά. Ούτε καν ζητά να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες για τις συνθήκες του φονικού. Λες και μέσα του γνώριζε. Η βεντέτα ανάγκασε πολλούς να ξεριζωθούν από τα σπίτια τους και να ξενιτευτούν. Κάτοικοι ανέφεραν στην «Π» πως το χωριό τους το «στοιχειώνει» ο θάνατος, όπως πολλά άλλα χωριά στα ορεινά του Ρεθύμνου και των Χανίων. Από την Ασή Γωνιά και την Αρχοντική μέχρι το Πάτημα Αποκορώνου και τη Φυλακή «ο νόμος του αίματος» έχει ξεκληρίσει ολόκληρες οικογένειες, σκέπασε τη γη με δεκάδες ταφόπλακες, ερήμωσε οικισμούς και χωριά που κάποτε έσφυζαν από ζωή, σήμερα κινδυνεύουν να σβηστούν από το χάρτη.
Διαβάστε επίσης
3. Γιάννης Φραγκιαδάκης και Μανούσος Βεϊσάκης (Βορίζα Ψηλορείτη, 1955)
Η σύγκρουση αυτή, που διήρκεσε μόλις δύο ώρες, άφησε πίσω της έξι νεκρούς και 14 ανάπηρους. Το κίνητρο ήταν μια διαφωνία για την υλοτόμηση δάσους, και εκτός από όπλα, στη μάχη έπεσε ακόμα και χειροβομβίδα. Στις 27 Αυγούστου 1955, στο χωριό έχει στηθεί ένα μεγάλο κρητικό γλέντι για να τιμηθεί η γιορτή του Αγίου Φανουρίου. Ο 38χρονος κτηνοτρόφος και δασοφύλακας Γιάννης Φραγκιαδάκης πίνει με τους φίλους του σε καφενείο την ώρα που μια άλλη παρέα πηγαίνει στο διπλανό καφενείο που ανήκει στον Μανούσο Βεϊσάκη.
Ο Φραγκιαδάκης τους λέει να μην πάνε δίπλα και να καθίσουν μαζί του. Αυτό εξόργισε τον Βεϊσάκη ο οποίος παίρνει μαχαίρι και τραυματίζει θανάσιμα τον δασοφύλακα με ένα χτύπημα στον λαιμό. Υπάρχουν και άλλες εκδοχές για την αιτία του φονικού. Μια από αυτές λέει ότι το θύμα έκανε παρατήρηση σε συγγενή του Βεϊσάκη επειδή έκοβε ξύλα παράνομα και μια άλλη ότι δεν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό του.
Ό,τι κι αν έγινε, ο Φραγκιαδάκης μεταφέρεται στο σπίτι του αιμόφυρτος και πεθαίνει. Στο άκουσμα της είδησης της δολοφονίας, οι συγγενείς του Φραγκιαδάκη αρματώνονται και βγαίνουν στους δρόμους του χωριού αποφασισμένοι να χτυπήσουν όποιον Βεϊσάκη συναντήσουν μπροστά τους. Ο πρώτος ήταν ο 18χρονος Μανούσος Βεϊσάκης, πρώτος ξάδελφος του θύτη. Είχε βγει στο μπαλκόνι για να δει τι συμβαίνει και δέχτηκε πυροβολισμό που τον σκότωσε ακαριαία.
Οι συγγενείς του Φραγκιαδάκη πυροβολούσαν ανεξέλεγκτα και σκότωσαν άλλον έναν κάτοικο του χωριού, τον Μιχάλη Λεονταράκη. Μετά τον θάνατό του γράφτηκε η τελευταία πράξη του δράματος από τους δικούς του συγγενείς. Την ώρα που στο σπίτι του δασοφύλακα βρίσκονταν φίλοι και συγγενείς για να τον πενθήσουν εμφανίζεται ο Θεοχάρης Λεονταράκης, ξάδελφος του Μιχάλη ο οποίος είχε δολοφονηθεί λίγο νωρίτερα. Στα χέρια του κρατά χειροβομβίδα την οποία απασφαλίζει και πετά στον κόσμο. Η έκρηξη σκοτώνει τρία άτομα και τραυματίζει σοβαρά άλλα 14. Οι μαρτυρίες της εποχής λένε ότι ο αριθμός των νεκρών θα ήταν πολύ μεγαλύτερος αν ο Λεονταράκης είχε καταφέρει να πετάξει τη χειροβομβίδα μέσα στο σπίτι, όπως ήταν ο αρχικός σκοπός του.
Τα νέα για το μακελειό στο χωριό φτάνουν στο Ηράκλειο. Η χωροφυλακή σπεύδει στα Βορίζια συνεπικουρούμενη από διμοιρία του στρατού. Αντικρίζουν πτώματα, ακρωτηριασμένους ανθρώπους και πολλούς κατοίκους του χωριού να έχουν κλειδωθεί στο σχολείο του χωριού για να σωθούν. Οι δράστες των επιθέσεων συλλαμβάνονται και οδηγούνται στη φυλακή και στη συνέχεια σε δίκη. Δέκα μήνες αργότερα το Β’ Κακουργιοδικείο της Αθήνας εκδίδει την απόφαση του. Οι δράστες των δύο πρώτων δολοφονιών καταδικάζονται σε κάθειρξη 20 και 10 ετών αντίστοιχα ενώ ο Θεοχάρης Λεονταράκης καταδικάζεται σε 25 χρόνια. Ο Μανούσος Βεϊσάκης, ο οποίος ήταν ο δράστης του πρώτου φονικού πήρε χάρη και αποφυλακίστηκε με βασιλικό διάταγμα το 1963.
4. Η Εκδίκηση του Γιάννη Παπαδόσηφου (Ρέθυμνο, 1988)
Η υπόθεση του Γιάννη Παπαδόσηφου από το Ρέθυμνο αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα της έντασης της βεντέτας που μεταφέρεται ακόμα και μέσα στους θεσμούς του κράτους. Το 1988, ο Παπαδόσηφος σκότωσε τον δολοφόνο του γιου του μέσα στο Εφετείο Πειραιά, σε μια στιγμή που η δικαιοσύνη κρινόταν ως ανεπαρκής.
Το πιο σοκαριστικό στοιχείο της υπόθεσης ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Παπαδόσηφος μεθόδευσε την πράξη του. Είχε κρύψει το πιστόλι του μέσα στη γενειάδα του, καταφέρνοντας να περάσει από τον έλεγχο των σωματοφυλάκων. Η εκτέλεση του φονιά του γιου του έγινε στο κέντρο του δικαστικού μεγάρου, σε μια πράξη που, αν και καταδικαστέα, έδειξε το βάθος της οργής και της αποφασιστικότητας της εκδίκησης. Η πράξη του αυτή συγκλόνισε το πανελλήνιο, αναδεικνύοντας τον «νόμο της σιωπής» και της προσωπικής δικαίωσης που επικρατούσε σε ορισμένες περιοχές.
Εκείνη την ημέρα, ο 27χρονος τότε Μανώλης πηγαίνει να συναντήσει τον συντοπίτη και φίλο του Γιάννη Βενιεράκη σε μία καφετέρια που σύχναζαν στο Ρέθυμνο. Μεταξύ των ανδρών υπήρχε μία φιλονικία που αφορούσε κάποια γυναίκα που διεκδικούσαν και οι δύο. Τη συγκεκριμένη ημέρα υπήρξε και πάλι ένταση μεταξύ τους, η οποία συνεχίστηκε στο πατάρι, μακριά από τα βλέμματα των υπολοίπων. Οι φωνές και η ένταση διακόπηκαν ξαφνικά με τέσσερις πυροβολισμούς από το πιστόλι του Βενιεράκη, με τις σφαίρες να έχουν βρει στο στήθος τον Παπαδόσηφο.
Κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο άφησε την τελευταία του πνοή, την ίδια στιγμή που η αστυνομία είχε συλλάβει τον Βενιεράκη. Στη δίκη που ακολούθησε πρωτόδικα, ο Βενιεράκης καταδικάστηκε σε ισόβια και κλείστηκε στη φυλακή, κάτι που οδήγησε για λίγο σε κατευνασμό των παθών. Όταν όμως άσκησε έφεση, ο πατέρας Παπαδόσηφος θεώρησε ότι έπρεπε πλέον να αναλάβει αυτός το χρέος της εκδίκησης. Οι αστυνομικές αρχές, φοβούμενες το ενδεχόμενο μιας βεντέτας, αποφάσισαν η δίκη να διεξαχθεί μακριά από την Κρήτη, στην Αθήνα. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1988, στο Εφετείο Πειραιά, ξεκίνησε η δίκη σε δεύτερο βαθμό του Βενιεράκη. Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από κόσμο και δημοσιογράφους που παρακολουθούσαν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη διαδικασία. Ξαφνικά, ο πατέρας Παπαδόσηφος σηκώθηκε από τη θέση του, πήδηξε πάνω από τα καθίσματα και με ένα πιστόλι πυροβόλησε πέντε φορές εναντίον του Βενιεράκη, ο οποίος έπεσε νεκρός μέσα στη δικαστική αίθουσα.
Μπροστά στο σοκαρισμένο κοινό και τους έντρομους δικαστές κρυμμένους κάτω από τα έδρανα, ο Παπαδόσηφος παραδόθηκε χωρίς να προβάλει αντίσταση, λέγοντας, όπως αναφέρουν οι εφημερίδες της εποχής, «Τώρα λευτερώθηκα!». Ο Παπαδόσηφος οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια για φόνο εκ προμελέτης. Η φιγούρα του με τα μακριά γένια εντυπωσίασε το πανελλήνιο που διχάστηκε σχετικά με το δικαίωμα της αυτοδικίας. Ενώ παράλληλα οργίαζαν και οι φήμες για το πώς είχε φέρει το κατασχεμένο από τους Γερμανούς πιστόλι τύπου Λούγκερ μέσα στη δικαστική αίθουσα. Οι φήμες θέλουν να το είχε κρυμμένο στη μακριά του γενειάδα που είχε αφήσει για αυτό τον σκοπό και την οποία οι αστυνομικοί είτε από αβλεψία είτε από σεβασμό προς το πρόσωπο του δυστυχισμένου πατέρα δεν είχαν προνοήσει να ψάξουν. Το πιθανότερο είναι πάντως να κατάφερε να περάσει το πιστόλι παρακολουθώντας τις κινήσεις των αστυνομικών και τα χαλαρά μέτρα ασφαλείας που υπήρχαν εκείνη την εποχή στα δικαστήρια.
Μπροστά στο σοκαρισμένο κοινό και τους έντρομους δικαστές κρυμμένους κάτω από τα έδρανα, ο Παπαδόσηφος παραδόθηκε χωρίς να προβάλει αντίσταση, λέγοντας, όπως αναφέρουν οι εφημερίδες της εποχής, «Τώρα λευτερώθηκα!». Ο Παπαδόσηφος οδηγήθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια για φόνο εκ προμελέτης. Η φιγούρα του με τα μακριά γένια εντυπωσίασε το πανελλήνιο που διχάστηκε σχετικά με το δικαίωμα της αυτοδικίας. Ενώ παράλληλα οργίαζαν και οι φήμες για το πώς είχε φέρει το κατασχεμένο από τους Γερμανούς πιστόλι τύπου Λούγκερ μέσα στη δικαστική αίθουσα. Οι φήμες θέλουν να το είχε κρυμμένο στη μακριά του γενειάδα που είχε αφήσει για αυτό τον σκοπό και την οποία οι αστυνομικοί είτε από αβλεψία είτε από σεβασμό προς το πρόσωπο του δυστυχισμένου πατέρα δεν είχαν προνοήσει να ψάξουν. Το πιθανότερο είναι πάντως να κατάφερε να περάσει το πιστόλι παρακολουθώντας τις κινήσεις των αστυνομικών και τα χαλαρά μέτρα ασφαλείας που υπήρχαν εκείνη την εποχή στα δικαστήρια.
5. Οικογένειες Δικωνυμάκη – Μουζουράκη (Πάτημα Αποκορώνου, 1994)
Η βεντέτα ξεκίνησε ως εκδίκηση για τον φόνο της μητέρας Μουζουράκη, και κατέληξε σε έξι νεκρούς. Ο εκδικητικός φόνος δεν γνωρίζει χρόνο, δεν γνωρίζει τόπο. Στη βεντέτα των Μουζουράκηδων και των Δικωνυμάκηδων αυτό αποδείχθηκε περίτρανα, αφού η εκδίκηση αναζητήθηκε και έγινε πράξη στην Κρήτη, στην Αμαλιάδα, στη Μυτιλήνη, στο Περιστέρι, για να κλείσει ο κύκλος που άνοιξε τον Μάιο του 1994 με τη δολοφονία της 55χρονης Φωτούλας Μουζουράκη στην αγροτική περιοχή του Κυπαρισσώνα Αποκορώνου, δύο χιλιόμετρα έξω από το χωριό της, το Πάτημα.
Η βεντέτα Μουζουράκηδων – Δικωνυμάκηδων είναι ίσως ο τελευταίος κύκλος αίματος με όλο το «τυπικό» των εκδικητικών φόνων, άφησε πίσω έξι νεκρούς και ένα ερημωμένο χωριό, με μία όμως εξαίρεση: η αρχή έγινε με τη δολοφονία γυναίκας. Η Φωτούλα Μουζουράκη ήταν χήρα και μεγάλωνε μόνη της τρεις γιους και μια κόρη. Κάποιες ασήμαντες διαφορές την έβαλαν στο στόχαστρο της οικογένειας του Μανώλη Δικωνυμάκη. Ηταν ο 25χρονος γιος του Μιχάλης, μαζί με τον 29χρονο φίλο του Νίκο Πολάκη που στις 23 Μαΐου του 1994 σταμάτησαν το αγροτικό που οδηγούσε η Φωτούλα, την ακινητοποίησαν, την κακοποίησαν σεξουαλικά και εν τέλει τη στραγγάλισαν.
Μέσα σε λιγότερο από έναν μήνα και οι δύο δράστες συνελήφθησαν – ο Δικωνυμάκης, μάλιστα, είχε προλάβει να φτάσει στην Αθήνα. Στο ποτάμι της βίας που μόλις είχε ανοίξει, χύθηκε στις 16 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς το αίμα του 24χρονου Κώστα Μουζουράκη, γιου της Φωτούλας. Βρέθηκε νεκρός με δυο σφαίρες στον θώρακα, στον Κουρνά Αποκορώνου, από το χέρι του Ρεθυμνιώτη Ευάγγελου Σελιανάκη. Αιτία, οι κτηματικές διαφορές.
O πεντοζάλης του θανάτου είχε αρχίσει να γίνεται γρήγορος. Ο γιος της Φωτούλας, Γιάννης, στα 26 του χρόνια φτάνει στην Αμαλιάδα μαζί με δύο φίλους του. Εκεί έχει εντοπίσει τον 54χρονο Μανώλη Δικωνυμάκη: είναι ο πατέρας του φονιά της μάνας του και αυτός τον οποίο θεωρεί ο Γιάννης Μουζουράκης ενορχηστρωτή της άγριας δολοφονίας της. Είναι 10 Νοεμβρίου του 1994, πριν το εξάμηνο μνημόσυνο της Φωτούλας, που ο Μανώλης Δικωνυμάκης πέφτει νεκρός από το χέρι του γιου της.
Το ξεκλήρισμα των οικογενειών συνεχίζεται. Στη Μυτιλήνη είχε καταφύγει με την οικογένειά του ο 27χρονος Σήφης Δικωνυμάκης, αδελφός του Μιχάλη και γιος του Μανώλη. Στις 13 Δεκεμβρίου του 1994 εντοπίζεται νεκρός με μια σφαίρα στο στήθος. Περνούν μόλις λίγοι ήρεμοι μήνες, ώσπου τον Σεπτέμβριο του 1995 δολοφονείται με κυνηγετική καραμπίνα ο 23χρονος κτηνοτρόφος Βαγγέλης Σελιανάκης, από την Αρχοντική Ρεθύμνου. Το θύμα ήταν ανιψιός του Ευάγγγελου Σελιανάκη, που είχε σκοτώσει 13 μήνες νωρίτερα τον Κώστα Μουζουράκη.
Η βεντέτα είχε απλωθεί ήδη από την Κρήτη στην Ηλεία και τη Μυτιλήνη. Στην ανωνυμία της Αθήνας είχε επιλέξει να χαθεί ο Γιάννης Μουζουράκης – ο άνθρωπος που είχε εκδικηθεί για τον φόνο της μάνας του. Παρόλο που ζούσε με ψεύτικα στοιχεία, εντοπίστηκε από τους διώκτες του, παραμονή της γιορτής του, το 1999. Είχε φύγει από συγγενικό του σπίτι και επέστρεφε στο δικό του, όταν δέχτηκε τα πυρά δύο ενόπλων που του είχαν στήσει ενέδρα από οικοδομή, στην οδό Κένεντι, στο Περιστέρι.
Δίπλα στο άψυχο σώμα του είχε βρεθεί το Magnum που είχε μαζί του, το οποίο δεν πρόλαβε να το χρησιμοποιήσει. Η δολοφονία του Γιάννη Μουζουράκη αποδόθηκε στον Ευάγγελο Σελιανάκη: μετά τον φόνο του Κώστα Μουζουράκη εκείνος είχε επιχειρήσει να διαφύγει στον Καναδά, αλλά συνελήφθη. Λίγο καιρό αργότερα απέδρασε από τις Φυλακές Αλικαρνασσού μαζί με άλλους κρατούμενους. Βρέθηκε νεκρός, τον Ιανουάριο του 2011, στην Αρχοντική Ρεθύμνου.
Διαβάστε επίσης
6. Η βεντέτα του Φαράτσι (Μυλοπόταμος)
Μια ακόμα βεντέτα που έλαβε χώρα στον Μυλοπόταμο, μια περιοχή με μακρά ιστορία σε οικογενειακές διαμάχες. Συγκλονιστική είναι ιστορία του χωριού Φαράτσι Ρεθύμνου, που ερήμωσε στην κυριολεξία. Η «Μηχανή του Χρόνου» βρέθηκε το 2007 ανάμεσα στα ερειπωμένα σπίτια. Τότε ζούσαν εκεί μόνο τρεις άνθρωποι. Όλοι τους υπερήλικες. Ήταν οι μόνοι που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό. Οι άλλοι έφυγαν για να μην αλληλοσκοτωθούν.Το εφιαλτικό σκηνικό στήθηκε μέσα σε λίγα χρόνια. Όλα ξεκίνησαν από ένα παιδικό παιχνίδι. Σύμφωνα με παλαιότερο ρεπορτάζ της ιστοσελίδας Ρέθεμνος, το 2018, 0 Κώστας Σιγανός ήταν ο μόνος κάτοικος στο Φαράτσι Μυλοποτάμου. Το χωριό ερήμωσε γιατί υπήρχε ο φόβος βεντέτας πολλές δεκαετίες πριν, ωστόσο οι κάτοικοι έφυγαν για να πάνε να ζήσουν και σε μεγαλύτερες πόλεις.
7. Η βεντέτα των Καουριάνων και των Κουριάνων (Μάνη): Η σκιά της αιώνιας διαμάχης
Η Μάνη, με τους πέτρινους πύργους της και το άγριο τοπίο της, είναι η δεύτερη περιοχή της Ελλάδας, μετά την Κρήτη, που συνδέθηκε άρρηκτα με τον θεσμό της βεντέτας. Η διαμάχη μεταξύ των οικογενειών Καουριάνων και Κουριάνων (με διάφορες παραλλαγές στα ονόματα) είναι μία από τις πιο γνωστές και ιστορικά καταγεγραμμένες στην περιοχή.
Σε αντίθεση με την Κρήτη, όπου η βεντέτα ξεκινούσε συχνά από ζητήματα τιμής ή κτηματικές διαφορές, στη Μάνη, οι συγκρούσεις είχαν συχνά ρίζες στην εξουσία και την τοπική πολιτική των ισχυρών οικογενειών (τζακιών). Οι οικογένειες ζούσαν μέσα σε οχυρωμένους πύργους, με τον κάθε πύργο να λειτουργεί ως μια μόνιμη βάση για την άμυνα και την επίθεση.
Οι βεντέτες στη Μάνη ήταν συχνά τόσο εκτεταμένες που οδηγούσαν σε ερήμωση ολόκληρων χωριών, με τους επιζώντες να αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη. Η παράδοση της βεντέτας στη Μάνη ήταν τόσο ισχυρή, που ακόμα και ο θάνατος του δολοφόνου δεν έφερνε απαραίτητα το τέλος. Η εκδίκηση μπορούσε να μεταφερθεί στον αδερφό, τον ξάδερφο ή τον γιο, δημιουργώντας έναν ατέρμονο κύκλο αίματος που κράτησε για αιώνες.
Άλλες 3 βεντέτες που συγκλόνισαν
8.Η εκδίκηση του Δαμιανού Παρασύρη (1969): Ο Δαμιανός Παρασύρης μαχαίρωσε τον φονιά του αδελφού του μέσα στο δικαστήριο, 24 χρόνια μετά το αρχικό φονικό, σε μια πράξη που σοκάρισε το πανελλήνιο.
9. Οικογένειες Κουκουλά και Μποτανάκη (Κίσαμος Χανίων, 1987): Η βεντέτα ξέσπασε για διαφορές σχετικά με πρόβατα, με αποτέλεσμα τρεις νεκρούς και τρεις τραυματίες.
10. Η αντίποινα των Στριλιγκά (Λιβάδια Μυλοποτάμου, 1987): Η σύγκρουση μεταξύ του Χαρίδημου Ι. Στριλιγκά και του Χαρίδημου Εμμ. Στριλιγκά είχε ως αποτέλεσμα τέσσερις νεκρούς σε αντίποινα για ένα προηγούμενο φονικό.






0 ΣΧΟΛΙΑ