Μίκης Θεοδωράκης: Τέσσερα χρόνια από τον θάνατό του τεράστιου καλλιτέχνη – Η αγωνιστική ψυχή που ζει μέσα από τα τραγούδια

Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Μίκης Θεοδωράκης ταξίδεψε στην αιωνιότητα, στις 2 Σεπτεμβρίου του 2021. Όμως, ο άνθρωπος που έγραψε τη δική του σελίδα στην ελληνική ιστορία παραμένει ζωντανός. Μέσα από τα τραγούδια του, που έχουν ταξιδέψει σε ολόκληρο τον πλανήτη, ο Μίκης όλων μας ζει ακόμα στις καρδιές μας.
Η γέννηση ενός αγωνιστή
Ενενήντα εννέα χρόνια πριν, στις 29 Ιουλίου 1925, στη Χίο, ήρθε στον κόσμο ο Μίκης. Γιος του Γιώργη Θεοδωράκη από τον Γαλατά της Κρήτης και της Ασπασίας Πουλάκη από το Τσεσμέ της Μικράς Ασίας, έζησε τα παιδικά του χρόνια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, από τη Μυτιλήνη και τα Γιάννενα μέχρι την Πάτρα και την Τρίπολη. Σε όλες αυτές τις πόλεις, ο Μίκης άφηνε ένα μικρό λιθαράκι για να τον θεωρεί δικό του «παιδί» όλη η Ελλάδα.
Από μικρός είχε λατρεία για τη μουσική και το αγωνιστικό πνεύμα. Σε ηλικία μόλις 17 ετών έδωσε την πρώτη του συναυλία στην Τρίπολη, το έργο «Κασσιανή», στέλνοντας τα πρώτα του μηνύματα αντίστασης. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συνελήφθη και βασανίστηκε από τους Ιταλούς, αλλά με πυγμή, θάρρος και επιμονή κατάφερε να επιστρέψει στην Αθήνα για να ξεκινήσει τον αγώνα του.
Βασανιστήρια, εξορίες και δημιουργία
Ο Μίκης Θεοδωράκης εκείνη την εποχή οργανώθηκε στον ΕΛΑΣ και στην ΕΠΟΝ, ενώ αγωνίστηκε και στα Δεκεμβριανά. Παράλληλα, συνέχιζε τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών. Τον Ιούλιο του 1947 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στην Ικαρία, όπου, μαζί με τους συντρόφους του, προσπαθεί ανεπιτυχή να αποδράσει. Αργότερα, κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, προσπαθεί να συμμετάσχει στις ένοπλες ομάδες του Δημοκρατικού Στρατού Αθηνών, αλλά αρρωσταίνει με πλευρίτιδα. Όταν γίνεται καλά, τον στέλνουν εξόριστο στη Μακρόνησο, όπου βασανίζεται μέχρι παράλυσης, αλλά τελικά απολύεται ως ανάπηρος.
Το 1950 αποπειράται να αυτοκτονήσει λόγω των συνεχών προκλήσεων, αλλά γλιτώνει τον κίνδυνο. Το 1954 μεταναστεύει με κρατική υποτροφία στο Παρίσι, όπου εγγράφεται στο Ωδείο και σπουδάζει με τον Ολιβιέ Μεσιάν.
Η επιστροφή και η παγκόσμια αναγνώριση
Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα. Το 1963, εκλέγεται πρόεδρος της «Νεολαίας Λαμπράκη», μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, και λίγο καιρό μετά εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ. Έναν χρόνο αργότερα, έρχεται η διεθνής αναγνώριση του έργου του με τη σύνθεση της μουσικής για την ταινία «Αλέξης Ζορμπάς».
Τον Απρίλιο του 1967, αντιστέκεται στη δικτατορία του Παπαδόπουλου, γίνεται πρόεδρος της ΠΑΜ, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται και κάνει απεργία πείνας μέχρι που οδηγείται στο νοσοκομείο. Τον θέτουν σε κατ’ οίκον περιορισμό σε ένα χωριό της Αρκαδίας μαζί με την οικογένειά του. Όλο αυτό το διάστημα, και παρά τα προβλήματα, ο Μίκης δημιουργεί και καταφέρνει να συγκρατεί τη φήμη του στο εξωτερικό, χάρη στη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη που φροντίζουν να κάνουν γνωστά τα έργα του. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Μετά από πιέσεις σημαντικών προσωπικοτήτων του εξωτερικού, αποφυλακίζεται και φεύγει για το Παρίσι, όπου συνεχίζει την αντίστασή του κατά της Δικτατορίας.
Διαβάστε επίσης
Ο υπέρμαχος της ειρήνης και η κληρονομιά του
Με την πτώση της Δικτατορίας, επιστρέφει στην Ελλάδα, κάνει συναυλίες, ενώ από το 1981 έως το 1986 και από το 1989 έως το 1992 είναι ενεργός στο πολιτικό σκηνικό της χώρας ως βουλευτής και αργότερα (1990-1992) ως υπουργός Επικρατείας. Για τη δράση του με το κίνημα «Πολιτισμός της Ειρήνης», το 1983 τού απονέμεται το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη.
Ο Μίκης Θεοδωράκης ζητούσε επίμονα σε κάθε δράση του να συσφίγγονται οι σχέσεις μεταξύ χωρών που έχουν άσχημο παρελθόν, όπως για την Ελλάδα και την Τουρκία ή την Παλαιστίνη και το Ισραήλ. Για όλα αυτά και για άλλα πολλά που ακολούθησαν, το 2000 ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Δύο χρόνια μετά παρουσιάστηκε η όπερά του «Λυσιστράτη», που ήταν ένας αληθινός ύμνος στην Ειρήνη.
Το 1993 αναλαμβάνει Γενικός Διευθυντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, όμως έναν χρόνο μετά παραιτείται. Γνωρίστηκε και ερωτεύτηκε τη μετέπειτα σύζυγό του, Μυρτώ Αλτίνογλου, πριν ακόμα υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τη Μαργαρίτα και τον Γιώργο. Η Μυρτώ δεν υπήρξε μόνο η σύζυγός του, αλλά και η μάνατζέρ του, η γυναίκα που τον στήριξε σε κάθε του βήμα. «Δεν της έχουμε πει ποτέ ότι έχει πεθάνει», δήλωσε η Μαργαρίτα Θεοδωράκη για τη μητέρα της, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δεν κάνει δημόσιες εμφανίσεις. Όσο για το τέλος του πατέρα της, είπε: «Υπέφερε πάρα πολύ τους τελευταίους μήνες. Την τελευταία εβδομάδα μας έλεγε “Σκοτώστε με, σκοτώστε με, να φύγω, να φύγω…” Το τέλος του ήταν φρικτό, πέρασε οδυνηρά πολύ».
Τέσσερα χρόνια μετά το αντίο, ο Μίκης Θεοδωράκης ζει ακόμα στις καρδιές μας μέσα από τα τραγούδια του, και η κληρονομιά του παραμένει αθάνατη.






0 ΣΧΟΛΙΑ