ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΜΟΥΣΙΚΗ

«Ο Τρόπος»: Η ιστορία του εμβληματικού τραγουδιού μέσα από τα μάτια του Πασχάλη και του πιανίστα των Olympians, Άλκη Κακαλιάγκου

«Ο Τρόπος»: Η ιστορία του εμβληματικού τραγουδιού μέσα από τα μάτια του Πασχάλη και του πιανίστα των Olympians, Άλκη Κακαλιάγκου
Πώς οι Olympians άλλαξαν τη μουσική σκηνή της Ελλάδας
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ο Πασχάλης Αρβανιτίδης, γνωστός απλά ως Πασχάλης, ήρθε στη ζωή σαν σήμερα, στις 24 Αυγούστου 1946 στο Δοξάτο Δράμας. Με καταγωγή από την Ανατολική Θράκη και τη Μακεδονία, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο μουσική και έμπνευση.

Η μουσική, οι Olympians και η Eurovision

Η ενασχόλησή του με τη μουσική ξεκίνησε από την εφηβεία του, όταν ίδρυσε το πρώτο του συγκρότημα. Στα 18 του δημιούργησε τους Olympians, με τους οποίους έγραψε ιστορία. Τραγουδιστής και μπασίστας του γκρουπ, υπέγραψε το τραγούδι «Ο τρόπος», που θεωρείται σταθμός στην ελληνική ποπ σκηνή, καθώς για πρώτη φορά ελληνικοί στίχοι συνδυάστηκαν με ποπ ήχο.

Το 1972 αποφάσισε να χαράξει σόλο πορεία και πολύ γρήγορα γνώρισε τεράστια επιτυχία με κομμάτια που έμειναν κλασικά. Οι εμφανίσεις του τη δεκαετία του ’70 συγκέντρωναν χιλιάδες θαυμαστές, με τον Πασχάλη να γίνεται το απόλυτο ίνδαλμα της νεολαίας.

Σταθμοί στην πορεία του ήταν η παρουσία του στη Γερμανία, όπου τραγούδια του μπήκαν στα γερμανικά charts, αλλά και η συμμετοχή του στην Eurovision το 1977 με το «Μάθημα Σολφέζ», που χάρισε στην Ελλάδα την 5η θέση.

Συνεργάστηκε με σπουδαίους δημιουργούς, πειραματίστηκε με διάφορα μουσικά είδη και συνέχισε να εμπνέει γενιές. Μέχρι και σήμερα, τα τραγούδια του ξεσηκώνουν το κοινό και ο ίδιος παραμένει ένας «αιώνιος έφηβος», που έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική.

Το τραγούδι «Ο τρόπος» έφερε την επανάσταση στη μοντέρνα ελληνική μουσική

Το 1966 οι Olympians κυκλοφόρησαν σε δίσκο 45 στροφών το τραγούδι «Ο Τρόπος», σε μουσική και στίχους του Πασχάλη Αρβανιτίδη. Ένα απλό, ρυθμικό 12μετρο που, παρότι δεν συμπεριλήφθηκε ποτέ σε προσωπικό LP, εξελίχθηκε σε διαχρονικό κλασικό.

Το συγκρότημα, που δημιουργήθηκε το 1965 στη Θεσσαλονίκη, άλλαξε τα δεδομένα της εποχής. Μέχρι τότε η ποπ σκηνή κυριαρχούνταν από αγγλόφωνα κομμάτια, όμως οι Olympians έφεραν τον ελληνικό στίχο στο επίκεντρο και κέρδισαν τις καρδιές του κοινού. Σε συνέντευξή του στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη, ο Πασχάλης αποκάλυψε λεπτομέρειες για τη «γέννηση» του τραγουδιού, ενώ ο πιανίστας του συγκροτήματος, Άλκης Κακαλιάγκος, μοιράστηκε τη δική του εμπειρία από εκείνη την εποχή.

Ο Πασχάλης και ο Κωνσταντίνος Παυλικιάνης(ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΥΛΙΚΙΑΝΗΣ)

Ο Πασχάλης περιέγραψε στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη: Το τραγούδι αυτό το έγραψα το 1964, επί Brams. Όταν έγραψα τον «Τρόπο» ήταν μία εποχή που μας έμπαινε στο μυαλό η σκέψη να γράψουμε μόνοι μας τραγούδια. Κι εγώ, λοιπόν, κάθισα και σκάρωσα μία μουσική παίζοντας στην κιθάρα. Μου άρεσε και το ηχογράφησα σ’ ένα κασετοφωνάκι -τότε που υπήρχαν τα κασετοφωνάκια τα μικρά- και έδωσα την κασέτα στον Λευτέρη Κογκαλίδη. Ο Λευτέρης Κογκαλίδης, εκείνη την εποχή, ήταν δημοσιογράφος, ραδιοφωνικός παραγωγός, ήταν μέσα στα μουσικά πράγματα πάρα πολύ και έγραφε και αγγλικούς στίχους. Και του έδωσα τη μουσική μου για να γράψει αγγλικό στίχο γιατί δεν το φανταζόμασταν σε ελληνικά, δεν υπήρχε κάτι παρόμοιο. Καθυστερούσε ο Κογκαλίδης να μου δώσει τον στίχο κι εγώ βιαζόμουνα να δω πώς είναι αυτό το τραγούδι του οποίου έγραψα τη μουσική. Επειδή δεν ήξερα αγγλικά τότε -αργότερα έμαθα- έγραψα έναν ελληνικό στίχο για να μπορώ να δω πώς είναι. Κι έγραψα αυτόν τον στίχο που ξέρουν όλοι, τον «Τρόπο», και πάω στο συγκρότημα και τους λέω:

– Παιδιά, έχω ένα τραγούδι να κάτσουμε να το βγάλουμε και να το παίξουμε!

Όντως το βγάλαμε και η πρώτη φορά που το παίξαμε ήταν σ’ έναν φοιτητικό χορό, σε μία μεγάλη αίθουσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Πόσες φορές το παίξαμε σ’ εκείνο το βράδυ; 16 φορές! Άρεσε τόσο πολύ, που μας το ξαναζητούσανε. Και ξανά και ξανά. Αργότερα, όταν κάναμε τους Olympians, ήταν το πρώτο τραγούδι που πήγαμε και ηχογραφήσαμε, τον Νοέμβριο του 1965, και πως! Αξίζει και η ιστορία αυτή. Νοικιάσαμε δύο ταξί Mercedes και βάλαμε τα όργανα πίσω στο πορτ-μπαγκάζ. Ένα ηλεκτρονικό όργανο Farfisa, που είχε αγοράσει ο Άλκης Κακαλιάγκος για να ενταχθεί στο νέο συγκρότημα, χωρούσε με το ζόρι θα έλεγα στο πορτ-μπαγκάζ. Φορτώσαμε και τα υπόλοιπα όργανα και τις μικροφωνικές μας εγκαταστάσεις και τα λοιπά και πήγαμε στην Αθήνα, ηχογραφήσαμε στο στούντιο Σήφη, που ήταν σε μία πάροδο της Πατησίων απέναντι από το Μουσείο, στην οδό Σκαραμαγκά, και μάλιστα εκεί, σ’ αυτό το στούντιο, έκανε θυμάμαι ο Οικονομίδης τα μουσικά ταλέντα. Σ’ αυτό το στούντιο Σήφη, λοιπόν, στήσαμε τη μικροφωνική μας εγκατάσταση, βάλανε και του στούντιο τα μικρόφωνα και έγινε μία μίξη του πραγματικού μας ήχου, που είχαμε σαν συγκρότημα μέσω της δικής μας μικροφωνικής εγκατάστασης, και των μικροφώνων του στούντιο. Το τονίζω αυτό γιατί σήμερα, ακούγοντας κανείς τον «Τρόπο», βλέπει ότι έχει τον δικό του ήχο, έναν ξεχωριστό ήχο, που δεν μοιάζει με άλλα τραγούδια και άλλες ηχογραφήσεις. Και η δική μου φωνή περνάει και μέσα από τη μικροφωνική μας και απ’ τα μικρόφωνα του στούντιο. Αυτό το κάναμε σ’ ένα βράδυ. Ο «Τρόπος», για τους μουσικούς και τους μη μουσικούς που αγαπάνε τη μουσική, έχει μία κιθάρα που ξεκινάει [σ.σ. μιμείται τον ήχο της κιθάρας στην εισαγωγή] και ζήτησα από τον κιθαρίστα μας να παίζει σε όλο το τραγούδι, και στα κουπλέ και στα ρεφρέν, παντού. Απ’ την αρχή που ξεκινάει μέχρι το τέλος. Όχι να είναι μόνο στις εισαγωγές. Αυτό, λοιπόν, είναι αλλουνού ιδέα, την οποία ξεσήκωσα. Των Beatles. Ήτανε το «Day Tripper», που άμα το ακούσεις η κιθάρα παίζει σ’ όλο το κομμάτι και μου ‘κανε τόσο εντύπωση αυτό, που το «έκλεψα» σαν ιδέα και το έβαλα στον «Τρόπο». Κι ήταν πολύ ωραίο. Επειδή παίζαμε ήδη στη Χαβάη στη Θεσσαλονίκη, κάναμε ένα ρεπό, ηχογραφήσαμε το τραγούδι σε μία νύχτα και, όταν ξημέρωσε, τα μαζέψαμε και φύγαμε πίσω. Να πω κι ένα περιστατικό που συνέβη εκεί πέρα κι αξίζει τον κόπο να το πω. Όταν γράφαμε τον «Τρόπο», είχαμε βάλει και φωνητικά και λέγαμε:

«Πόσο μ’ αρέσει ο τρόπος που μ’ αγαπάς -που μ’ αγαπάς

Όταν με φιλάς -όταν με φιλάς»

Ο σταρ που άλλαξε την ελληνική σκηνή

Είχαμε απαντήσεις δηλαδή. Όταν ήρθε η στιγμή να κάνουμε τις απαντήσεις, ήτανε μέσα στο στούντιο η Μαρινέλλα. Της άρεσε πάρα πολύ το τραγούδι και λέει:

– Θέλω να μπω κι εγώ στα φωνητικά! Μπορώ να μπω;

– Έλα! Μπες κι εσύ!

Και έκανε τις απαντήσεις! Όμως, όταν το ακούσαμε μετά, είχε φύγει η Μαρινέλλα, και όταν κάναμε τη μίξη βλέπουμε ότι η Μαρινέλλα έχει τόση προσωπικότητα στη φωνή της που ξεχωρίζει πολύ! Και είπαμε από κοινού με τον παραγωγό και τον ηχολήπτη και όλους μας ότι ίσως πρέπει να τα βγάλουμε τα φωνητικά, γιατί απ’ τα φωνητικά δεν μπορούσαμε να βγάλουμε μόνο τη Μαρινέλλα. Κι έτσι τα καταργήσαμε και δεν υπάρχουν φωνητικά μέσα στον «Τρόπο»! (γέλια). Και μάλιστα, για τους πολύ ειδικούς που διαβάζουν τη συνέντευξη αυτή και θέλουν να το ψάξουνε, γιατί αρέσκονται πάρα πολύ να ψάχνουν τέτοιες λεπτομέρειες, θα δούνε ότι όταν τραγουδάω και λέω κάποια στιγμή «αγάπη μου πόσο με σκέφτεσαι», μου ξέφυγε και ξαναλέω «πόσο…» γιατί πήγα να πω την απάντηση! (γέλια) Κι έμεινε εκεί! Κάποιος μπορεί να το βάλει και να το ακούσει. Είδες, λοιπόν, τι είναι οι ιστορίες πίσω απ’ τα τραγούδια; Κι αφού τελείωσε η δουλειά του τραγουδιού, ρωτάμε τον παραγωγό Σπύρο Ράλλη, ο οποίος ήταν ο παραγωγός της Ελλαδίσκ εκείνη την εποχή:

– Πόσα αντίτυπα θα τυπώσετε κύριε Ράλλη;

– Ε, θα κόψουμε καμιά 200αριά-300αριά στην αρχή και βλέποντας και κάνοντας.

Και μας πέσανε τ’ αυτιά!

Ο «Τρόπος» που άλλαξε την ελληνική ποπ

– Μα… αυτούς θα τους αγοράσουμε μόνο εμείς για να τους μοιράσουμε στους φίλους μας!

Αλλά μόλις τυπώσανε τους δίσκους, ήρθε αμέσως η παραγγελία του Γιάννη Σωκρατίδη, που αυτός ήταν ο αντιπρόσωπος της Ελλαδίσκ της Θεσσαλονίκης, και λέει:

– Τυπώστε μου δύο χιλιάδες!

– Δύο χιλιάδες; Τι λες ρε παιδί μου! Είστε σίγουροι;

– Ναι!

Κι αρχίσανε να φεύγουνε οι δίσκοι σαν στραγάλια. Το δισκάκι έκανε φοβερό νούμερο. Ξεπέρασε εκείνη την εποχή τις 150.000 δίσκους κι ήταν ένα ρεκόρ πρωτοφανές. Κυκλοφόρησε περίπου στις 20 Φεβρουαρίου του 1966 και αμέσως το πήρανε οι πειρατικοί ραδιοσταθμοί και το παίζανε συνεχώς. Σ’ όλη την Ελλάδα. Στα ερτζιανά, τότε δεν υπήρχαν τα FM, γυρνούσες τη βελόνα και παντού άκουγες τον «Τρόπο». Εκεί, λοιπόν, στην άνοιξη του 1966, ο «Τρόπος» κατέκτησε τον κόσμο -και νεολαία και μεγάλους. Όλη εκείνη τη χρονιά κυκλοφορήσανε νομίζω τέσσερις δίσκοι 45άρηδες, ο «Τρόπος», το «Σχολείο», το «Συγνώμη» και «Ο Αλέξης», κι ήταν η καθιέρωση και των Olympians αλλά και της ελληνικής pop μουσικής.

Ο καλλιτέχνης που έγραψε ιστορία

Ο Άλκης Κακαλιάγκος περιέγραψε στον Κωνσταντίνο Παυλικιάνη:  Το τραγούδι αυτό ήταν μία ιδέα του Πασχάλη και το παίζανε οι Brams και συνεχίσαμε να το παίζουμε κι εμείς, σαν Olympians, στη «Χαβάη». Ο κόσμος που ερχόταν εκεί το ζητούσε και μου έκανε πολύ εντύπωση. Τότε το μαγαζί έκανε και μουσικά πρωινά, παίζαμε δηλαδή το πρωί για τα πιτσιρίκια. Και μία μέρα βλέπω έναν τύπο, τον Γιώργο Κοντόπουλο, που τότε είχε μία εκπομπή στον αμερικάνικο σταθμό και παρουσίαζε μουσικά προγράμματα. Τον είδα, λοιπόν, που έστηνε μικρόφωνα, ένα μαγνητόφωνο που για τα δεδομένα εκείνης της εποχής φαινόταν εξωπραγματικό, με δύο ηχεία στερεοφωνικά, μεγάλες μπομπίνες να γυρίζουνε κ.λπ., η τελευταία λέξη της τεχνολογίας, και τον ρώτησα:

– Με συγχωρείτε, τί κάνετε εδώ;

– Αν δεν έχετε αντίρρηση, ήρθαμε να σας ηχογραφήσουμε. Επιτρέπετε; Θα σας μεταδώσω από τη «Φωνή της Αμερικής».

Ευχαρίστως. Γιατί όχι;

Και πραγματικά, ηχογράφησε όλο το ρεπερτόριο και μέσα σ’ αυτό είχαμε παίξει και τον «Τρόπο». Δυστυχώς αυτή η ταινία χάθηκε με το σεισμό του 1978. Ήταν μία ηχογράφηση πάρα πολύ καλή. Εντυπωσιακή. Θυμάμαι ότι την άκουσα κι ένιωσα καλύτερα απ’ ό,τι την άκουγα στην πράξη. Ενθουσιάστηκα. Αυτός έκανε την εκπομπή του και, ξαφνικά, μας άκουσε όλη η Ευρώπη. Μία μέρα συνάντησα τον Άλκη Στέα, με τον οποίο είχαμε γνωριστεί από τον καιρό που έπαιζα στους Dreamers, και του είπα ότι παίζω σε άλλο γκρουπ και ότι μας ηχογράφησαν. Και μου είπε:

– Α, ελάτε να σας κάνω μία εκπομπή!

Ο αιώνιος έφηβος της ελληνικής ποπ

Τότε παρουσίαζε μία εκπομπή στην ΕΡΤ. Πήγαμε, λοιπόν, στην εκπομπή του, μας παρουσίασε έναν-έναν κι έβαζε κι ένα τραγούδι τη φορά. Αυτή την εκπομπή την άκουσε ο Γιάννης Σωκρατίδης, νέος τότε, είχε έρθει από την Αθήνα και ανέλαβε το υποκατάστημα της Ελλαδίσκ στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήτανε δηλαδή παραγωγός αλλά σαν εμπορικός αντιπρόσωπος. Αλλά ήτανε άνθρωπος δραστήριος, έξυπνος και ήθελε κάτι περισσότερο για την εταιρεία του. Ακούει την εκπομπή και έρχεται και μας βρίσκει στη “Χαβάη”. Μιλάει με μένα, γιατί εγώ ήμουν ο μεγαλύτερος, και λέει:

– Σας άκουσα και μου αρέσετε. Μου άρεσε και το δικό σας τραγούδι, ο «Τρόπος». Θέλετε να το ηχογραφήσουμε;

Εγώ τί θα πω; Θα πω «όχι»; Λέω «Ναι, ναι!», το λέω και στα παιδιά και ενθουσιάζονται όλοι. Και μας λέει ο Σωκρατίδης:

– Θα σας πω εγώ πότε να κατεβείτε στην Αθήνα.

Κάτω στην Ελλαδίσκ στην Αθήνα, παραγωγός ήταν ο Σπύρος Ράλλης. Αυτός ήταν ο πρώτος παραγωγός της Μαρινέλλας. Περιμέναμε εμείς πότε θα έρθει ο Ράλλης στη Θεσσαλονίκη, καθυστερούσε, μας έπιασε και μία στεναχώρια, και κάποια στιγμή ο Σωκρατίδης μας λέει:

– Παιδιά θα πάτε κάτω στην Αθήνα με δικά σας έξοδα.

– Να πάμε, εντάξει.

Τότε στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν τα κανονικά τα ταξί, αλλά υπήρχαν και οι πειρατές. Δηλαδή παιδιά που είχαν αυτοκίνητο αλλά θέλανε να βγάλουνε και κανά μεροκάματο. Ερχόντουσαν και στη “Χαβάη” γιατί τα μεσάνυχτα σταματούσαν τα λεωφορεία και δύσκολα έβρισκες ταξί. Ήταν ένας τύπος που ερχότανε και έπαιρνε κόσμο από τη “Χαβάη” και τον είχαμε ονομάσει «Λαφίτ, ο πειρατής». Ζει ακόμα εδώ στη Θεσσαλονίκη αλλά έχω ξεχάσει τ’ όνομά του. Συναντάω το γιο του και τον ρωτάω «Τί κάνει ο πατέρας σου ο πειρατής; Χαιρετίσματα στον Λαφίτ». Τότε ήτανε μία ταινία «Λαφίτ, ο Πειρατής» [σ.σ. ελληνικός τίτλος της ταινίας «The Buccaneer» του 1958] κι από κει πήραμε το όνομα. Συνεννοούμαστε, λοιπόν, με τον Λαφίτ τον πειρατή, φορτώνουμε τα όργανα επάνω και μπαίνουμε και οι πέντε μέσα κι αυτός μαζί έξι μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο… Μπούγιο. Τι να σου πω. Σαν τσιγγάνοι ήμασταν. Φεύγουμε από δω και φτάνουμε στην Αθήνα άγρια μεσάνυχτα. Ερημιά στο δρόμο. Ούτε ένα αυτοκίνητο δεν είδαμε να ανεβαίνει ή να κατεβαίνει. Εμείς κατεβαίναμε στην Αθήνα και νιώθαμε μία χαρά. Εγώ είχα κατέβει ήδη μία φορά με τη χορωδία του πανεπιστημίου και είχαμε δώσει συναυλία στο Ηρώδειο. Για μένα ήτανε η δεύτερη φορά που κατέβαινα στην Αθήνα και για τους άλλους ήταν η πρώτη. Κάπου μια που φτάσαμε στην Αθήνα, μια που θα ηχογραφούσαμε, αρχίσαμε να τρέχουμε στους δρόμους, είχε κι ο Λαφίτ τα ίδια μυαλά με μας -παιδί της ηλικίας μας ήταν- και μας σταματάει ένας τροχονόμος γιατί εμείς ούτε που ξέραμε τους δρόμους και τότε είχαν γίνει στην Αθήνα και οι πρώτοι μονόδρομοι και ο Λαφίτ όπου ήθελε έμπαινε. Κλείσαμε ένα καινούργιο ξενοδοχείο στην πλατεία Βάθης, το οποίο το είχα δει σε διαφ«Τρόπο», ήτανε Χριστούγεννα του 1965, παρουσιαστήκανε αμέσως δύο θέματα. Το ένα θέμα το έθεσε ο ίδιος ο Πασχάλης, που έγραψε και το τραγούδι. Μου είπε ότι είχε και αγγλικούς στίχους και ήταν προβληματισμένος γιατί πίστευε ότι αυτή η μουσική δεν πάει με ελληνικούς στίχους. Εγώ του είπα:

Το συγκρότημα που έφερε τον ελληνικό στίχο στην ποπ

– Όχι ρε Πασχάλη. Πρέπει να το πούμε στα ελληνικά. Αφού στα ελληνικά το λέγαμε και ο κόσμος το ζητάει και ευχαριστιέται που τ’ ακούει. Γιατί να το πούμε στ’ αγγλικά;

Τότε υπήρχε σνομπισμός που ήταν πολύ διάχυτος μέσα στα ελληνικά συγκροτήματα της εποχής εκείνης. Είχανε όλοι μία ξενομανία, για την οποία μας κατηγόρησαν μετά πολλοί και εξακολουθούν ακόμη και σήμερα με πρωτεργάτη τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον στιχουργό. Τέλος πάντων, του είπα του Πασχάλη ότι όταν παίζεις ένα τραγούδι στα ελληνικά και όλοι το τραγουδάνε και το χορεύουνε, θέλει μεγάλη εξυπνάδα για να καταλάβεις ότι έτσι θα το ηχογραφήσεις; Όπως έγινε με τους Θεσσαλονικείς, έτσι θα γίνει και με τους Αθηναίους ή με τους Κρητικούς. Το τραγούδι είχε ήδη μέσα του το σπόρο της επιτυχίας. Άλλωστε και οι ελληνικοί στίχοι πάλι του Πασχάλη ήτανε. Και το παίξαμε μετά όλοι μαζί. Στα συγκροτήματα δεν δουλεύαμε με μαέστρο και μουσικούς. Ο καθένας μας έβγαζε κάτι από τη ψυχή του. Δηλαδή ήταν ομαδική δουλειά. Μάλιστα σ’ αυτό το τραγούδι ο παραγωγός μας Σπύρος Ράλλης έβαλε τη Μαρινέλλα να κάνει φωνητικά! Προσπαθήσαμε να κάνουμε εμείς τις δεύτερες φωνές αλλά έβγαιναν αγριοφωνάρες. Έλειπε, λοιπόν, μία γυναικεία φωνή και δεν υπήρ«Συμπόσιο». Έκανα μερικά ακορντάκια, έκανε κι ο Κούλης ένα σόλο με τη φαντασία του πάνω στα ακόρντα και τελικά κάναμε το «Συμπόσιο», το οποίο άρεσε. Μέχρι σήμερα αυτοί που ασχολούνται με τη μουσική garage το θεωρούνε για την Ελλάδα ότι αυτό ήταν το ξεκίνημα της garage στη χώρα μας. Τότε ούτε ξέραμε εμείς… Κι ήδη το ηχογράφησε και άλλο συγκρότημα από τη Θεσσαλονίκη [σ.σ. εννοεί τους Frantic Five] και το κάνανε ωραίο. Το έχουνε βάλει και στο YouTube, το κάνανε σαν θρίλερ, με νεκρούς που βγαίνουνε από τάφους κ.λπ. Εκεί που ήμασταν στη “Χαβάη”, στη Νέα Κρήνη, κάναμε πρόβες συνέχεια. Ήμασταν όλη μέρα εκεί. Ξημεροβραδιαζόμασταν σχεδόν. Μόλις πεινούσαμε, μεσημέρι ή βραδάκι, πηγαίναμε σε κάτι ψαροταβέρνες και κάναμε καλαμπούρι. Αφού μας ονομάσανε Olympians και ήμασταν οι Ολύμπιοι, λέγαμε ότι πάμε για «συμπόσιο». Οπότε όταν ετοίμασα αυτό το instrumental κομμάτι που έκανα στο τσάκα-τσάκα για να μπει πίσω από τον «Τρόπο», και σκεφτόμασταν πώς να το βαφτίσουμε, πάνω στην πλάκα είπαμε να το πούμε «Συμπόσιο». Έτσι σταματούσε κάποια στιγμή η μουσική και ο Πασχάλης φώναζε «Συμπόσιοοοο». Κάναμε και πλάκα, κατάλαβες; (γέλια).

Τελειώνουμε την ηχογράφηση, πάω στον Ράλλη, ο οποίος ήταν και ωραίος τύπος και είχε και μια κεφάλα τόση, και τον ρώτησα:

– Τι λέτε κύριε Ράλλη, θα κάνει τίποτα ο «Τρόπος»;

Τι να σου πω ρε παιδάκι μου. Ξέρω εγώ; Θα δούμε. Αυτό το τραγούδι, λίγο μυστήριο μου φαίνεται. Σαν τρένο πάει! Άμα πουλήσουμε 200 κομμάτια θα είμαστε ευχαριστημένοι.

Με το που κυκλοφορεί, γίνεται χαμός εδώ πάνω γιατί υπήρχε η μαγιά όλων αυτών που ερχόντουσαν στη «Χαβάη». Ο Σωκρατίδης είχε τρελαθεί. Ξαφνικά οι «μετοχές» του στην εταιρεία ανεβήκανε πάρα πολύ. Τον πρώτο χρόνο, ο «Τρόπος» πούλησε 100.000 κομμάτια! Πιστεύω πως ό,τι πούλησαν οι Olympians δεν πρέπει να πούλησαν όλα τα άλλα συγκροτήματα μαζί. Έχουμε πουλήσει στη Γερμανία, Αμερική, Αυστραλία, γενικά όπου υπάρχουνε Έλληνες γίνανε πωλήσεις όχι αστεία. Το τραγούδι το παίζανε μέχρι και αρκουδιάρηδες.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου