Τζένη Βάνου: Η κακοποίηση από τον σύζυγό της και το «Αν σ’ αρνηθώ αγάπη μου» που την απογείωσε

Η Τζένη Βάνου, μία από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες του ελαφρού και λαϊκού τραγουδιού, έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, στις 5 Φεβρουαρίου 2014, χάνοντας τη μάχη με τον καρκίνο στο νοσοκομείο «Μεταξά» του Πειραιά.
Η ζωή, οι επιτυχίες και η κακοποίηση
Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευγενία Βραχνού, και γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 1939. Μεγάλωσε σε δύσκολες συνθήκες, καθώς οι γονείς της χώρισαν όταν ήταν μικρή και ανατράφηκε από τη γιαγιά της. Η παιδική της ηλικία σημαδεύτηκε από έντονες ψυχολογικές πιέσεις, φτάνοντας ακόμη και στην απόπειρα αυτοκτονίας σε ηλικία 14 ετών, λόγω της απαγόρευσης του πατέρα της να βλέπει τη μητέρα της.
Παρότι είχε προσανατολιστεί προς τη Φυσικομαθηματική Σχολή, η γνωριμία της με τον συνθέτη Μίμη Πλέσσα την οδήγησε στον χώρο του τραγουδιού, παρά την αντίδραση του πατέρα της. Το 1959, με προτροπή του Πλέσσα, πέρασε επιτυχώς από εξετάσεις του ΕΙΡ και έγινε τραγουδίστρια της ορχήστρας ελαφράς μουσικής του κρατικού ραδιοφώνου. Το καλλιτεχνικό της ψευδώνυμο προέκυψε από τον μαέστρο και συνθέτη Γεράσιμο Λαβράνο.
Το τραγούδι που την έκανε ευρέως γνωστή ήταν το «Αν σ’ αρνηθώ αγάπη μου» του Μίμη Πλέσσα, ενώ το 1964, με το κομμάτι «Τώρα», κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο Δημήτρης Χορν, μέλος της επιτροπής, είχε πει τότε προφητικά: «Μα τα επόμενα 50 χρόνια γι’ αυτήν θα μιλάμε».
Αρχικά, ξεχώρισε ως ερμηνεύτρια του ελαφρού τραγουδιού, συχνά συνεργαζόμενη με τον Γιάννη Βογιατζή. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, η συμμετοχή της στο τραγούδι «Σ’ αγαπώ» του Νίκου Μαμαγκάκη για την ταινία «Λεωφόρος του μίσους» την έκανε ακόμα πιο δημοφιλή. Ο Μάνος Χατζιδάκις της πρότεινε συνεργασία, αλλά εκείνη αρνήθηκε από σεβασμό προς τον Μίμη Πλέσσα, τον μέντορά της.
Η δεκαετία του ‘70 σηματοδότησε τη μετάβασή της στο λαϊκό τραγούδι, με τη στήριξη του Τόλη Βοσκόπουλου. Επιστρέφοντας από την Αμερική, όπου είχε ζήσει δύο χρόνια, αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες ως διαζευγμένη μητέρα δύο παιδιών.
Μαζί με τον σύζυγό της, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, μετακόμισε στην Αμερική, όμως η σχέση τους σύντομα μετατράπηκε σε εφιάλτη. Ήταν μία από τις πρώτες διάσημες Ελληνίδες της εποχής που μίλησε ανοιχτά για την κακοποίηση που υπέστη από τον σύζυγό της. Τελικά, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, πήρε τη γενναία απόφαση να τον εγκαταλείψει και να επιστρέψει στην Ελλάδα, ξεκινώντας μια νέα ζωή.
Ο Βοσκόπουλος τη βοήθησε να ξανασταθεί στα πόδια της, γράφοντάς της τραγούδια όπως το «Αγόρι μου» και το «Σε παρακαλώ, σήκω και φύγε», που έγιναν μεγάλες επιτυχίες. Ακολούθησε το θρυλικό «Σε βλέπω στο ποτήρι μου» και αργότερα, το 1984, ο χρυσός δίσκος με το «Τρένο της ζωής» του Τάκη Μουσαφίρη.
Η φωνή της, με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και το τζαζ χρώμα, άφησε ανεξίτηλο σημάδι στο ελληνικό τραγούδι. Συνεργάστηκε με κορυφαίους συνθέτες, όπως οι Μίμης Πλέσσας, Μίκης Θεοδωράκης, Κώστας Γιαννίδης, Ζακ Ιακωβίδης και Τάκης Μωράκης. Παρόλο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία, δεν απέκτησε τεράστια περιουσία, καθώς, όπως είχε παραδεχτεί, δεν ήταν καλή στις οικονομικές συμφωνίες.






0 ΣΧΟΛΙΑ