ΑΡΧΙΚΗ VIDEO

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος «κανιβαλισμού»: Πώς η αυτοκρατορία του Μαρινόπουλου κατέρρευσε αφήνοντας πίσω της χρέη 1,3 δισ. και offshore μυστηρίου

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος «κανιβαλισμού»: Πώς η αυτοκρατορία του Μαρινόπουλου κατέρρευσε αφήνοντας πίσω της χρέη 1,3 δισ. και offshore μυστηρίου
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Η ιστορία της οικογένειας Μαρινόπουλου είναι από εκείνες που μοιάζουν βγαλμένες από κινηματογραφικό σενάριο οικονομικού θρίλερ. Από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν άνοιξε το πρώτο φαρμακείο στα Εξάρχεια, μέχρι τη γιγάντωση του ομίλου που άλλαξε για πάντα τις καταναλωτικές συνήθειες των Ελλήνων φέρνοντας το πρώτο «σούπερ μάρκετ» στο Κολωνάκι, η πορεία της δυναστείας φαινόταν προδιαγεγραμμένη για την κορυφή. Ωστόσο, το καλοκαίρι του 2016, η μεγαλύτερη αλυσίδα λιανεμπορίου της χώρας, με πάνω από 900 καταστήματα και 12.500 εργαζόμενους, έσκασε σαν βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής αγοράς, αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο «μαύρο τρύπα» χρεών που ξεπερνούσε το 1,3 δισεκατομμύριο ευρώ. Το ερώτημα που παραμένει στοιχειωμένο στα χείλη χιλιάδων προμηθευτών και εργαζομένων είναι ένα: επρόκειτο για μια μοιραία πτώχευση λόγω της κρίσης ή για μια καλοστημένη, μεθοδευμένη αφαίμαξη κεφαλαίων;

Από το φαρμακείο στον βασιλιά του λιανεμπορίου

Το 1893, ο Δημήτριος Μαρινόπουλος ξεκίνησε τη διαδρομή του από την Αχαΐα, ανοίγοντας φαρμακείο στην καρδιά της Αθήνας. Οι δουλειές πήγαν εξαιρετικά, οι συνεργασίες με το εξωτερικό πλήθυναν και σύντομα η οικογένεια πέρασε στη βιομηχανική παραγωγή φαρμάκων, ιδρύοντας το 1949 τη θρυλική ΦΑΜΑΡ. Το πραγματικό ορόσημο, όμως, ήρθε το 1962. Τότε, τα αδέρφια Μαρινόπουλος άνοιξαν στην οδό Κανάρη το πρώτο κατάστημα αυτοεξυπηρέτησης, το «Self-Service Μαρινόπουλος», γκρεμίζοντας το παραδοσιακό μοντέλο του παντοπωλείου της γειτονιάς.

Τις επόμενες δεκαετίες, με τη σύμπραξη με γαλλικούς κολοσσούς όπως η Printemps, η Continent και αργότερα η Carrefour, ο όμιλος γιγαντώθηκε. Η χαρακτηριστική κίτρινη φιγούρα του «Ποιμή» και το σύνθημα «Αν αγαπάς τη δραχμή σου, πηγαίνεις στον Ποιμή» έγιναν κομμάτι της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας. Στα χέρια της τρίτης γενιάς της οικογένειας —του Λεωνίδα, του Πάνου, του Δημήτρη, του Πανάρη και του Στέφανου— ο όμιλος διέθετε πάνω από 300 καταστήματα και τζίρο που άγγιζε το 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Η οικογένεια ζούσε μέσα στη χλιδή, με επαύλεις στο Ψυχικό, τη Μύκονο, το Λονδίνο, το Μαϊάμι και τη Νέα Υόρκη, συλλογές έργων τέχνης και καθαρόαιμα άλογα.

Τα πρώτα σύννεφα και η «βουτιά» στα βράχια

Τα σημάδια της ασφυξίας άρχισαν να φαίνονται το 2011, με την οικονομική κρίση να πλήττει βάναυσα την κατανάλωση. Το 2012, η γαλλική Carrefour αποχώρησε από το μετοχικό σχήμα, αφήνοντας τον έλεγχο 100% στην οικογένεια Μαρινόπουλου, η οποία διατήρησε απλώς το δικαίωμα χρήσης του σήματος (franchise).

Το καλοκαίρι του 2015, η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Τα ράφια των καταστημάτων άρχισαν να αδειάζουν λόγω έλλειψης εμπορευμάτων, καθώς οι προμηθευτές έπαψαν να τροφοδοτούν την αλυσίδα. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, οι πρώτες επιταγές προς τους προμηθευτές έμειναν ακάλυπτες. Παρά τις διαβεβαιώσεις της διοίκησης ότι επρόκειτο για «προσωρινό πρόβλημα ρευστότητας», οι δείκτες έδειχναν την καταστροφή: σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, τον Δεκέμβριο του 2015 οι συνολικές υποχρεώσεις του ομίλου εκτοξεύθηκαν στα 1,31 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων τα 500 εκατομμύρια αφορούσαν μεταχρονολογημένες επιταγές, ενώ στα ταμεία υπήρχαν μόλις 6 εκατομμύρια ευρώ.

Το σχέδιο εξυγίανσης, το «κούρεμα» και η είσοδος του Σκλαβενίτη

Μπροστά στον κίνδυνο μιας άτακτης κατάρρευσης που θα παρέσυρε χιλιάδες προμηθευτές και τράπεζες (με τη συνολική έκθεση να φτάνει τα 5 δισεκατομμύρια), ενεργοποιήθηκε ο μηχανισμός διάσωσης. Τον Ιούνιο του 2016, η εταιρεία κατέθεσε αίτηση υπαγωγής στο άρθρο 106β του πτωχευτικού κώδικα.

Τον Σεπτέμβριο του 2016, ο όμιλος Σκλαβενίτη ανέλαβε το τιτάνιο έργο της διάσωσης. Μέσω μιας συμφωνίας εξυγίανσης, πάνω από το 70% των πιστωτών συναίνεσαν σε «κούρεμα» των απαιτήσεών τους κατά 50%. Οι τράπεζες προχώρησαν στη χορήγηση νέου ομολογιακού δανείου 352 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ η Σκλαβενίτης εισέφερε επιπλέον 125 εκατομμύρια. Ωστόσο, οι μικρότεροι προμηθευτές και όσοι βρέθηκαν εκτός συμφωνίας υπέστησαν τεράστιες ζημιές, φτάνοντας σε σημείο να χάσουν έως και το 98,5% των χρημάτων τους.

Χωρίς προσφορές-κράχτες: Πώς ο Σκλαβενίτης σε κάνει να αγοράζεις περισσότερα

Το σκοτεινό παρασκήνιο: Υπήρξε μεθοδευμένη πτώχευση και εκροή 1,8 δισ.;

Ενώ η κοινή γνώμη πίστευε ότι η κρίση ήταν αποκλειστικό θύμα της ύφεσης, αποκαλυπτικές δημοσιογραφικές έρευνες και δικαστικά έγγραφα έφεραν στο φως σοκαριστικές ενδείξεις για τεχνητή πτώχευση. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, η οικογένεια Μαρινόπουλου φέρεται να διοχέτευσε σταδιακά στο εξωτερικό —μέσω ενός περίπλοκου δικτύου offshore εταιρειών σε Κύπρο, Βουλγαρία, Λουξεμβούργο και Μπαχάμες— τεράστια ποσά που άγγιζαν τα 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ από το 2011 και μετά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση των τεσσάρων εταιρειών «Hellens Res» με την αόρατη έδρα στην Αθήνα, οι οποίες συνδέονταν με το Λουξεμβούργο και το νομικό περιβάλλον της οικογένειας. Οι εταιρείες αυτές εμφανίστηκαν την κρίσιμη στιγμή να διεκδικούν απαιτήσεις δεκάδων εκατομμυρίων από μισθώματα, διευκολύνοντας την επίτευξη των απαιτούμενων ποσοστών αποδοχής για το σχέδιο εξυγίανσης. Αντίστοιχες «διαγραφές» εκατομμυρίων παρατηρήθηκαν και σε συναλλαγές με άλλες εμπλεκόμενες εταιρείες, όπως η South Med.

Ακόμη και μετά την κατάρρευση, η οικογένεια βρέθηκε στο επίκεντρο σκανδάλων, όπως η απόπειρα αλλαγής της επωνυμίας της «Μαρινόπουλος Α.Ε.» σε «Συμβουλευτική Γενικού Εμπορίου» το 2017, με στόχο —κατά τις καταγγελίες— να εισπραχθεί επιστροφή φόρου 8 εκατομμυρίων ευρώ από το ελληνικό δημόσιο, σχέδιο που ματαιώθηκε τελευταία στιγμή μετά από δημοσιογραφικές αποκαλύψεις. Ο Δημήτριος Μαρινόπουλος μάλιστα οδηγήθηκε προσωρινά στο αστυνομικό τμήμα Συντάγματος το 2018 μετά από ένταλμα για άρνηση ορκοδοσίας σχετικά με περιουσιακά στοιχεία.

Το σήμερα: Η «dolce vita» στο εξωτερικό

Παρά το γεγονός ότι ο ιστορικός όμιλος κατέρρευσε αφανίζοντας χιλιάδες θέσεις εργασίας και προμηθευτές, τα μέλη της οικογένειας Μαρινόπουλου συνέχισαν να ζουν μια ζωή χαρισάμενη μεταξύ Λονδίνου και Μαϊάμι. Ακόμη και όταν τα τελευταία χρόνια επιχείρησαν την επιστροφή τους μέσω της διαχείρισης του δικτύου των καταστημάτων Starbucks στην Ελλάδα, τα προβλήματα χρεών επανεμφανίστηκαν, οδηγώντας σε πλειστηριασμούς πολυτελών κατοικιών στην Κηφισιά, πριν τελικά επιτευχθεί αναδιάρθρωση δανείων το 2024.

Η πτώχευση του Μαρινόπουλου παραμένει μέχρι σήμερα το μεγαλύτερο «κανόνι» στην ιστορία του ελληνικού λιανεμπορίου — ένα μνημείο κακοδιαχείρισης, σκιωδών πρακτικών και ασυδοσίας, όπου τα βάρη φορτώθηκαν στις πλάτες των τραπεζών, του Δημοσίου και των προμηθευτών, ενώ οι πρωταγωνιστές συνέχισαν ανενόχλητοι τη Dolce Vita τους μακριά από τα ερείπια που άφησαν πίσω τους.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου