Ο «Rockstar» Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος: Χούντα, ροζ σκάνδαλα… και μια δολοφονία;

Υπήρξε μια εποχή στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’90 και των αρχών του 2000 όπου η δημόσια σφαίρα, τα τηλεοπτικά πάνελ, τα πρωτοσέλιδα και οι πλατείες δεν κυριαρχούνταν μόνο από πολιτικούς αρχηγούς ή αστέρες της πίστας, αλλά από έναν χαρισματικό ρασοφόρο. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Χριστόδουλος, κατάφερε όσο λίγοι να χαράξει το αποτύπωμά του στη συλλογική μνήμη του ελληνικού λαού. Ήταν ο προκαθήμενος που μιλούσε ανοιχτά στους νέους αποκαλώντας τους «αδέλφια μου», που δεν δίστασε να έρθει σετω μετωπική σύγκρουση με πρωθυπουργούς, να γεμίσει τους δρόμους με εκατομμύρια πολίτες και να διχάσει την κοινωνία όσο κανείς άλλος.
Πίσω από τη λαμπερή, σχεδόν θεατρική του παρουσία και τη ρητορική δεινότητα, η ζωή και η διαδρομή του Χριστόδουλου έκρυβαν σκοτεινές πτυχές, αμφιλεγόμενες σχέσεις, βαριές σκιές από την περίοδο της χούντας, ηχηρά σκάνδαλα που συγκλόνισαν την Εκκλησία, αλλά και ένα πρόωρο, δραματικό τέλος που γέννησε θεωρίες συνωμοσίας οι οποίες επιβιώνουν μέχρι και σήμερα.
Από τη Νομική στα ράσα: Τα πρώτα χρόνια και η ίδρυση της «Χρυσοπηγής»
Ο κατά κόσμον Χρήστος Παρασκευαΐδης γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1939 από οικογένεια προσφύγων με καταγωγή από την Αδριανούπολη. Το 1941, εν μέσω της βουλγαρικής κατοχής, η οικογένειά του μετακομίζει στην Αθήνα. Ο νεαρός Χρήστος φοιτά στη Λεόντιο Σχολή, όπου διδάσκεται από Ρωμαιοκαθολικούς μοναχούς -μια επιρροή που έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα στάση του απέναντι στην Καθολική Εκκλησία-.
Ως μαθητής διακρίνεται για την επιμέλειά του, ενώ παράλληλα ψάλλει στον Ιερό Ναό της Αγίας Ζώνης στην Κυψέλη. Παρότι η κλίση του είναι εμφανώς προς τη θεολογία, ο πατέρας του απαιτεί να ακολουθήσει σοβαρότερες, κατά τη γνώμη του, σπουδές. Ο Χρήστος εισάγεται αρχικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να εγκαταλείπει την πνευματική του αναζήτηση. Το 1957 γνωρίζει τον νεαρό διάκονο Καλλίνικο Καρούσο —αργότερα μητροπολίτη Πειραιώς—, ο οποίος γίνεται ο πνευματικός του πατέρας. Μαζί με τον Αθανάσιο Λενή (τον μετέπειτα μητροπολίτη Καλαυρίτων Αμβρόσιο), ζουν σε κοινόβιο στο Παγκράτι και ιδρύουν την ιστορική και ισχυρή θρησκευτική αδελφότητα «Χρυσοπηγή», η οποία θα καθορίσει την πορεία τους.
Ο Παρασκευαΐδης ολοκληρώνει τις σπουδές του στη Νομική και στη συνέχεια παίρνει το πτυχίο της Θεολογίας, ενώ παράλληλα σπουδάζει βυζαντινή μουσική στο Ωδείο Αθηνών και μαθαίνει τέσσερις ξένες γλώσσες (γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά και γερμανικά). Το 1961 χειροτονείται διάκονος και το 1965 πρεσβύτερος, αναλαμβάνοντας καθήκοντα στον ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Παλαιό Φάληρο (την περίφημη «Παναγίτσα»), όπου αρχίζει να ξεχωρίζει για τη ρητορική του ικανότητα.
Η περίοδος της επταετίας και η σκιά των σχέσεων με τη Χούντα
Η έλευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών το 1967 βρίσκει την Εκκλησία υπό την ηγεσία του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου Α΄, ο οποίος είχε τοποθετηθεί από το καθεστώς. Ο Ιερώνυμος τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια στον νεαρό και ικανό Χριστόδουλο, διορίζοντάς τον αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου. Η θέση αυτή του δίνει την ευκαιρία να κινηθεί στα υψηλά κλιμάκια της εξουσίας, να αποκτήσει τεράστια επιρροή και να συμμετέχει σε επίσημες εκδηλώσεις δίπλα στους δικτάτορες Γεώργιο Παπαδόπουλο και Στυλιανό Πατακό.
Τα χρόνια αυτά έμελλε να στοιχειώσουν πολιτικά τον Χριστόδουλο. Το 2001, ως Αρχιεπίσκοπος πλέον, προέβη σε μια δήλωση που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, υποστηρίζοντας ότι αγνοούσε τα βασανιστήρια της χούντας επειδή «ήταν βαθιά νυχτωμένος και σπούδαζε». «Ομολογώ ότι δεν ήξερα πώς γίνονται τα βασανιστήρια… Στον κύκλο μου δεν είχα ακούσει τέτοια πράγματα», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. Η τοποθέτηση αυτή αμφισβητήθηκε έντονα από άλλους ιεράρχες, όπως ο μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος, οι οποίοι τόνιζαν ότι από τη θέση του αρχιγραμματέα ήταν αδύνατον να αγνοεί τις καταγγελίες και τα διαβήματα του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών.
Παρά τις θυελλώδεις πολιτικές αναταράξεις, ο Χριστόδουλος αξιοποίησε την περίοδο για να χτίσει ανεπίτρεπτες συμμαχίες. Λίγο πριν την πτώση της χούντας, το 1974, σε ηλικία μόλις 35 ετών, εκλέγεται Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού, βάζοντας τα θεμέλια για την τελική του εξόρμηση προς την κορυφή.
Η εκλογή του 1998 και η «ροκ» επανάσταση στην Εκκλησία
Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ το 1998, ο Χριστόδουλος διεκδικεί τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Αν και θεωρείται outsider απέναντι στα μεγάλα φαβορί, κάνει την έκπληξη και εκλέγεται νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Από την πρώτη κιόλας ημέρα, γίνεται σαφές ότι η Εκκλησία περνά σε μια εντελώς νέα, εξωστρεφή εποχή.
Αφήνοντας πίσω του το παραδοσιακό, εσωστρεφές προφίλ των προκατόχων του, ο Χριστόδουλος αξιοποιεί την τηλεόραση και τα μέσα ενημέρωσης με μαεστρία μοναδικού πολιτικού επικοινωνιολόγου. Απευθύνεται στους νέους με τη διάσημη πλέον ατάκα: «Εσείς μας πάτε κι εγώ σας πάω», τους καλεί να έμπαιναν στις εκκλησίες «με το τζιν και το σκουλαρίκι», κάνει αστεία, λέει ανέκδοτα και μετατρέπεται σε «pop icon» της εποχής. Στα πανεπιστήμια οι αίθουσες κατακλύζονται από φοιτητές που θέλουν να τον ακούσουν, ενώ η νεολαία, που παραδοσιακά κρατούσε αποστάσεις από τους θεσμούς της Εκκλησίας, αρχίζει να τον αντιμετωπίζει σχεδόν ως επαναστάτη.
Ωστόσο, η ρητορική του δεν περιορίζεται στα χαμόγελα. Ο Χριστόδουλος συγκρούεται μετωπικά με τη διανόηση, καταφέρεται εναντίον της παγκοσμιοποίησης —την οποία παρομοιάζει με «μπουλτόζα που ισοπεδώνει τα πάντα»—, χαρακτηρίζει την ομοφυλοφιλία «κούσουρο», επιτίθεται στους Ευρωπαίους υποστηρίζοντας ότι «όταν οι πρόγονοί μας έδιναν τα φώτα του πολιτισμού, αυτοί ζούσαν πάνω στα δέντρα», και δεν διστάζει να υψώσει ανάστημα ακόμα και στο Βατικανό, απαριθμώντας κατά τη συνάντησή του με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄ τα ιστορικά εγκλήματα των Σταυροφόρων εις βάρος της Ορθοδοξίας, υποχρεώνοντας τον Ποντίφηκα να ζητήσει δημόσια συγγνώμη.
Η τιτανομαχία με τον Κώστα Σημίτη και τα 3 εκατομμύρια υπογραφές
Η κορυφαία στιγμή της πολιτικής και κοινωνικής του ισχύος εκτυλίσσεται το 2000, με αφορμή την απόφαση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ υπό τον Κώστα Σημίτη να προχωρήσει στην απαλοιφή του θρησκεύματος από τις αστυνομικές ταυτότητες. Ο Χριστόδουλος βλέπει την κίνηση αυτή ως ευθεία απειλή κατά της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας της χώρας και κηρύσσει ανοιχτό πόλεμο στην κυβέρνηση.
Ο Αρχιεπίσκοπος κινητοποιεί τα πλήθη με τρόπο που δεν είχε ξαναζήσει η μεταπολιτευτική Ελλάδα. Διοργανώνει μαζικά συλλαλητήρια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με τη συμμετοχή εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών και πρωτοστατεί στη συλλογή υπογραφών, απαιτώντας τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Μέσα σε λίγους μήνες, κατορθώνει να συγκεντρώσει περισσότερες από 3 εκατομμύρια υπογραφές Ελλήνων πολιτών —ένα κατόρθωμα άνευ προηγουμένου για οποιονδήποτε πολιτικό ηγέτη της εποχής—.
Σε μια από τις πιοκλασικές του προειδοποιήσεις προς το πολιτικό σύστημα, ο Χριστόδουλος δηλώνει με νόημα ότι αν «κουνούσε το δαχτυλάκι του», τα 3 εκατομμύρια υπογραφές θα μπορούσαν εύκολα να γίνουν 6 ή 7 εκατομμύρια. Αν και η κυβέρνηση δεν υποχωρεί στο αίτημα του δημοψηφίσματος, το μήνυμα έχει περάσει ξεκάθαρα: η Εκκλησία, υπό την ηγεσία του, διέθετε μια πρωτοφανή υπερδύναμη ικανότητα να κινητοποιεί την ελληνική κοινωνία, απειλώντας ευθέως τα όρια της πολιτικής εξουσίας.
Τα σκάνδαλα, η «Αλληλεγγύη» και η καμππή της δημοφιλίας
Καθώς η δεκαετία προχωρά, τα σύννεφα αρχίζουν να μαζεύονται πάνω από την Αρχιεπισκοπή. Η περίοδος της ευημερίας, των Ολυμπιακών Αγώνων και της οικονομικής επίπλαστης ευμάρειας μεταβάλλει τις προτεραιότητες του κοινού, ενώ ο Χριστόδουλος αρχίζει να χάνει μέρος της αρχικής του αιγίδας. Το μεγαλύτερο πλήγμα, ωστόσο, έρχεται εκ των έσω, μέσα από μια σειρά θορυβωδών σκανδάλων που πλήττουν το κύρος της Εκκλησίας.
Οι αποκαλύψεις γύρω από τις υποθέσεις του αρχιμανδρίτη Ιάκωβου Γιωσάκη (κατηγορίες για αρχαιοκαπηλία και σεξουαλικά σκάνδαλα) και του μητροπολίτη Αττικής Παντελεήμονα Μπεζενίτη (εμπλοκή σε offshore εταιρείες και ροζ υποθέσεις) συγκλονίζουν την κοινή γνώμη. Ακόμη πιο βαρύ πλήγμα αποτελεί η αποκάλυψη οικονομικών ατασθαλιών στη ΜΚΟ της Εκκλησίας «Αλληλεγγύη», η οποία είχε ιδρυθεί με σκοπό την ανθρωπιστική βοήθεια σε χώρες όπως η Αιθιοπία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν. Εκατομμύρια ευρώ από κρατικές επιχορηγήσεις φέρεται να κατέληξαν σε «μαύρες τρύπες» και σε τσέπες προσώπων του στενού περιβάλλοντος του Αρχιεπισκόπου, κλονίζοντας βαθιά την εμπιστοσύνη των πιστών.
Η μάχη με τον καρκίνο και η γέννηση της θεωρίας της «δολοφονίας»
Τον Ιούνιο του 2007, ο Χριστόδουλος διαγνώστηκε με επιθετικό καρκίνο του παχέος εντέρου. Παρά τις χειρουργικές επεμβάσεις και τις θεραπείες, η υγεία του καταρρέει γρήγορα, καθώς εμφανίζεται και δεύτερη, ασχετὴς μορφή καρκίνου στο συκώτι. Στις 28 Ιανουαρίου 2008, ο χαρισματικός προκαθήμενος αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 69 ετών, βυθίζοντας σε πένθος τους οπαδούς του.
Διαβάστε επίσης
Ο αιφνίδιος και βίαιος τρόπος με τον οποίο η ασθένεια τον κατέβαλε, σε συνδυασμό με την τεράστια πολιτική του δύναμη και τα ερωτήματα για το τι θα μπορούσε να είχε πετύχει σε μια Ελλάδα που λίγα χρόνια αργότερα βυθίστηκε στην κρίση των μνημονίων, τροφοδότησαν μια σειρά από έντονες θεωρίες συνωμοσίας. Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν μέχρι σήμερα ότι ο Χριστόδουλος «δολοφονήθηκε» τεχνητά μέσω ασθένειας, προκειμένου να απομακρυνθεί από το προσκήνιο ένας ηγέτης που θεωρούνταν ικανός να διεκδικήσει ακόμη και την πρωθυπουργία ή να ανατρέψει τους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς της χώρας.
Είτεε κανείς τον δει ως έναν οραματιστή εκκλησιαστικό ηγέτη είτε ως έναν αδίστακτο πολιτικό ρασοφόρο, ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος κατάφερε να αφήσει μια τεράστια, ανεξίτηλη σφραγίδα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, αποδεικνύοντας ότι τα ράσα μπορούσαν κάποτε να ηλεκτρίσουν τα πλήθη όσο τίποτα άλλο.






0 ΣΧΟΛΙΑ