ΑΡΧΙΚΗ VIDEO

Ο «Λουκάς», ο μελισσοκόμος και η αρχή του τέλους: Η άνοδος, η δράση και η τελική απόφαση του Δημήτρη Κουφοντίνα

Ο «Λουκάς», ο μελισσοκόμος και η αρχή του τέλους: Η άνοδος, η δράση και η τελική απόφαση του Δημήτρη Κουφοντίνα
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Η ιστορία της τρομοκρατίας στην Ελλάδα σημαδεύτηκε από σκοτεινές σελίδες, αιματηρά χτυπήματα και μια οργάνωση-φάντασμα που για δεκαετίες φαινόταν απρόσβλητη από τον κρατικό μηχανισμό. Το νήμα αυτής της σκοτεινής διαδρομής άρχισε να ξετυλίγεται ένα καλοκαιρινό βράδυ, γράφοντας τον επίλογο μιας από τις πιο αιμοβόρες οργανώσεις. Πίσω από τις σκιές, τα κρησφύγετα και τις προκηρύξεις στεκόταν μια κεντρική φιγούρα, γνωστή με το ψευδώνυμο «Λουκάς» — ο Δημήτρης Κουφοντίνας. Η διαδρομή του από τα μαθητικά και φοιτητικά χρόνια μέχρι την απόλυτη παρανομία και την παράδοση στις αρχές αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κεφάλαια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Από τις Σέρρες στα αμφιθέατρα και η ριζοσπαστικοποίηση

Η αρχή της ζωής του ανθρώπου που έμελλε να γίνει ο «εγκεφαλικός» πυρήνας και αρχιεκτελεστής της οργάνωσης τοποθετείται στις 19 Μαρτίου 1958, σε ένα μικρό καπνοχώρι, την Τέρπνη Σερρών. Μεγαλωμένος σε περιβάλλον φτώχειας και αγροτικού μόχθου, ο νεαρός τότε Κουφοντίνας βιώνει τις δυσκολίες της εποχής πριν η οικογένειά του μετακομίσει στην Αθήνα το 1972, σε ηλικία 14 ετών.

Εγκατεστημένος πλέον στην πρωτεύουσα, φοιτά στο 5ο Γυμνάσιο Εξαρχείων σε μια περίοδο έντονων πολιτικών ζυμώσεων (δικτατορία, Πολυτεχνείο, μεταπολίτευση). Το 1977 περνά στο Οικονομικό Τμήμα της Νομικής. Εκείνη την περίοδο εντάσσεται στη νεολαία του ΠΑΣΟΚ, δείχνοντας έντονο ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις. Ωστόσο, η απογοήτευσή του από την κομματική πραγματικότητα, τη διαφθορά και την αίσθηση ότι το σύστημα δεν αλλάζει οδηγεί τις απόψεις του στα άκρα. Υποστηρίζει ανοιχτά την ανάγκη για ένοπλο αγώνα και βία, γεγονότα που οδηγούν στη διαγραφή του. Αναζητώντας διέξοδο στον περιθωριακό και αντάρτικο χώρο, έρχεται σε επαφή με τα κατάλληλα πρόσωπα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, εγκαταλείποντας οριστικά το «φως» και εντασσόμενος στον πυρήνα της τρομοκρατίας.

Η διπλή ζωή: Ο «μελισσοκόμος» της Παιανίας και το κρυσφύγετο

Η οργάνωση στην οποία εντάχθηκε είχε ήδη από το 1975 δείξει το σκληρό της πρόσωπο. Με την είσοδό του, ο Κουφοντίνας φέρνει οργάνωση, ψυχραιμία και αποφασιστικότητα, φτάνοντας στο σημείο να γίνει ο κεντρικός σχεδιαστής των χτυπημάτων και κάτοχος του ιστορικού όπλου διαμετρήματος 45 mm.

Η καθημερινότητά του αποτελούσε μια κινηματογραφική διπλή ζωή. Όταν οι γείτονες ή οι γνωστοί τον ρωτούσαν τι δουλειά κάνει, εκείνος απαντούσε με απόλυτη ηρεμία ότι παραδίδει μαθήματα μαθηματικών σε παιδιά. Η βασική του όμως επαγγελματική βιτρίνα ήταν άλλη: εμφανιζόταν ως μελισσοκόμος. Πήγαινε στα χωράφια στην περιοχή της Παιανίας, φορούσε την άσπρη στολή και την ειδική κουκούλα που έκρυβε τα χαρακτηριστικά του και ασχολιόταν με τα μελίσσια, χωρίς κανείς να μπορεί να φανταστεί ότι ο άνθρωπος αυτός συμμετείχε σε εγκληματικές οργανώσεις.

Παράλληλα, τα μέλη της οργάνωσης χρηματοδοτούνταν μέσω ένοπλων ληστειών σε τράπεζες, αποκομίζοντας εκατομμύρια δραχμές που δεν εντοπίστηκαν ποτέ, ενώ εξασφάλιζαν βαρύ οπλισμό ακόμα και από στρατιωτικές αποθήκες, όπως η κλοπή ρουκετών από το ΣΕΚΑΠ στη Λάρισα.

Πως παραδόθηκε ο Δημήτρης Κουφοντίνας;

Η έκρηξη στον Πειραιά και η αρχή του τέλους

Η αντίστροφη μέτρηση για την κατάρρευση της οργάνωσης ξεκίνησε το Σάββατο 29 Ιουνίου 2002. Στο λιμάνι του Πειραιά, ένας αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός σκάει πρόωρα στα χέρια του Σάββα Ξηρού, ο οποίος τραυματίζεται σοβαρά. Ο Κουφοντίνας, ο οποίος βρισκόταν κοντά στο σημείο, παρακολουθεί τον σύντροφό του να αιμορραγεί. Έρχεται αντιμέτωπος με ένα κρίσιμο δίλημμα: να τον εκτελέσει επί τόπου για να προστατεύσει την ομάδα ή να τον αφήσει. Τελικά επιλέγει να αποχωρήσει, αφήνοντας πίσω στοιχεία —συμπεριλαμβανομένου του όπλου του αστυνομικού Χρήστου Μάτη που είχε δολοφονηθεί χρόνια πριν— τα οποία αξιοποιούνται από τις αρχές.

Ο σοβαρός τραυματισμός και η σύλληψη του Σάββα Ξηρού οδηγούν τις διωκτικές αρχές στην άκρη του νήματος. Μετά από πληροφορίες πολιτών, η Αντιτρομοκρατική εισβάλλει στις 3 Ιουλίου στο διαμέρισμα-κρυσφύγετο στην οδό Πάτμου 84 στα Κάτω Πατήσια, όπου εντοπίζονται οπλισμός, ρουκέτες, η γραφομηχανή και η ιστορική ξύλινη σφραγίδα με το αστέρι. Ακολουθεί δεύτερο κρυσφύγετο στην οδό Δαμάρεως στο Παγκράτι, ενώ οι συλλήψεις διαδέχονται η μία την άλλη.

Η απόδραση στο Αγκίστρι και η συμβολική παράδοση

Ενώ οι φωτογραφίες του κυκλοφορούν παντού και η αστυνομία τον αναζητά, ο Δημήτρης Κουφοντίνας έχει ήδη απομακρυνθεί από την Αθήνα. Ταξιδεύει στο Αγκίστρι, ένα μικρό νησί κοντά στην Αίγινα, όπου στήνει μια μικρή σκηνή ανάμεσα στα πεύκα. Ζει απομονωμένος, έχοντας μαζί του τα απολύτως απαραίτητα, έναν υπνόσακο και δύο μικρά ραδιοφωνάκια με τα οποία παρακολουθεί καθημερινά τα δελτία ειδήσεων και τις εξελίξεις γύρω από τις συρρικνώσεις της ομάδας του.

Για πρώτη φορά στο φως

Συνειδητοποιώντας ότι η οργάνωση έχει διαλυθεί και ότι η συνέχιση της απόκρυψης δεν έχει νόημα για την ιστορία που ήθελε να αφήσει πίσω του, παίρνει την τελική απόφαση. Στις 5 Σεπτεμβρίου 2002, παίρνει ένα ταξί και κατευθύνεται στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Κατεβαίνει, πληρώνει τον οδηγό και περνάει την μπροστινή πόρτα χωρίς κανείς να τον αναγνωρίσει. Φτάνει στον αξιωματικό υπηρεσίας και δηλώνει ψυχρά: «Είμαι ο Δημήτρης Κουφοντίνας και θέλω να παραδοθώ. Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη».

Η δίκη, η καταδίκη και η κληρονομιά μιας σκοτεινής περιόδου

Λίγους μήνες αργότερα, η ιστορική δίκη ξεκινά στις φυλακές Κορυδαλλού, μέσα σε κλίμα έντονης φόρτισης και παρουσία συγγενών των θυμάτων. Στην απολογία του, ο Κουφοντίνας αρνείται το κοινό ποινικό έγκλημα, κάνοντας λόγο για έναν «ταξικό πόλεμο», ενώ εκφράζει τυπική λύπη μόνο για τον θάνατο του νεαρού φοιτητή Θάνος Αξαρλιάν. Το δικαστήριο, ωστόσο, δεν πείθεται από τις θέσεις του και το 2007 το Εφετείο επικρωτεί την καταδικαστική απόφαση: 11 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για πολλαπλές δολοφονίες, ληστείες και εκρήξεις.

Ακόμη και μέσα από τα κελιά των φυλακών, ο ίδιος προσπάθησε να διατηρήσει ζωντανό το ιδεολογικό του στίγμα εκδίδοντας βιβλία όπως το «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη» (2014), ενώ χρησιμοποίησε απεργίες πείνας ως μέσο πίεσης. Η υπόθεσή του παραμένει σύμβολο μιας τραυματικής περιόδου για τη σύγχρονη ελληνική δημοκρατία, υπενθυμίζοντας τις συνέπειες της πολιτικής βίας και την αμετάκλητη απόφαση της ελληνικής δικαιοσύνης να αποδώσει ευθύνες στους πρωταγωνιστές της τρομοκρατίας.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου