Γι’ αυτό η διάβαση του τείχους του Βερολίνου ήταν αδύνατη

Για σχεδόν τριάντα ολόκληρα χρόνια, το Τείχος του Βερολίνου λειτούργησε ως το πιο αποτρόπαιο σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου, χωρίζοντας στα δύο έναν ολόκληρο λαό, οικογένειες, φίλους και μια ολόκληρη ευρωπαϊκή μητρόπολη.
Χτισμένο και διαρκώς ενισχυμένο ώστε να αποτρέπει κάθε προσπάθεια διαφυγής προς τη Δύση, το σύστημα ασφαλείας του καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας θεωρούνταν τεχνολογικά και στρατιωτικά άτρωτο. Ωστόσο, η ανθρώπινη επιθυμία για ελευθερία αποδείχθηκε ισχυρότερη από τα πολυβολεία, τα ναρκοπέδια και τους προβολείς. Πίσω από την ψυχρή τσιμεντένια πρόσοψη κρυβόταν μια ολόκληρη πολεμική μηχανή, η οποία αντιμετώπισε μερικές από τις πιο ευφάνταστες, παράτολμες και κινηματογραφικές προσπάθειες απόδρασης στην παγκόσμια ιστορία.
Η ανατομία μιας θανατηφόρας παγίδας
Η εικόνα του Τείχους που έχει αποτυπωθεί στο μυαλό των περισσοτέρων –ένα ψηλό, γκρίζο τσιμεντένιο εμπόδιο– αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Στην πραγματικότητα, το πέρασμα προς τη Δύση ήταν ένας πολυεπίπεδος λαβύρινθος θανάτου. Η πρώτη γραμμή άμυνας ξεκινούσε πολύ πριν από το κυρίως τείχος, με την περίφημη λωρίδα ελέγχου και ιχνηλάτησης. Επρόκειτο για μια τεράστια ζώνη από μαλακό, σκαμμένο άμμο που ισιώνονταν σχολαστικά κάθε πρωί με τσουγκράνες. Ακόμη και το παραμικρό ίχνος από ανθρώπινο πόδι άφηνε μια ευδιάκριτη σκούρη τρύπα, ορατή από τους φρουρούς στις υπερυψωμένες σκοπιές.
Κάτω από την άμμο βρίσκονταν κρυμμένες χαλύβδινες χορδές-παγίδες. Εάν ένας φυγάς ακουμπούσε έστω και κατά λάθος κάποια από αυτές, σήμαινε συναγερμός: σήματα κινδύνου εκτοξεύονταν στον αέρα και ισχυρότατοι προβολείς μετατρέπουν μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου τη νυχτερινή σκοτεινιά σε μια εκτυφλωτική μέρα, καθιστώντας τον άνθρωπο στόχο ανοιχτό σε πυρά. Παρά τα αδιαπέραστα μέτρα, ωστόσο, οι πολίτες έβρισκαν τρόπους να προκαλούν το σύστημα.
Η τρελή κούρσα του θωρακισμένου τρένου
Ένας από τους πιο παράτολμους τρόπους διάσπασης των συνόρων σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 1961. Ο 28χρονος μηχανικός Γκάρι Ντέτερλινγκ, ο οποίος εκτελούσε δρομολόγια κοντά στη μεθόριο, παρατήρησε μια κρίσιμη αδυναμία στο σύστημα: στο σταθμό Άλμπρεχτσοφ, οι σιδηροδρομικές γραμμές κατέληγαν ακριβώς πάνω στα σύνορα, όπου το φράγμα αποτελείτο προσωρινά μόνο από ξύλινους δοκούς και συρματόπλεγμα.
Γνωρίζοντας μάλιστα ότι οι αρχές σχεδίαζαν να ξηλώσουν τις ράγες σε λίγες μέρες, ο Ντέτερλινγκ έδρασε αστραπιαία. Το βράδυ της 5ης Δεκεμβρίου 1961, επιβίβασε στο τρένο νούμερο 89 τους συγγενείς του, φίλους του, αλλά και ανυποψίαστους πολίτες που δεν γνώριζαν τίποτα. Αντί να ακινητοποιήσει τον συρμό σύμφωνα με τους κανονισμούς, τράβηξε τον μοχλό ατμού στο τέρμα. Βαρύς, θωρακισμένος ατμολέβητας επιτάχυνε πάνω από τα 50 χλμ./ώρα, διαλύοντας τις ξύλινες πύλες και πετώντας πέρα από τη γραμμή ελέγχου. Παρά τα πυρά των συνοροφυλάκων, ο ατμολέβητας λειτούργησε σαν ασπίδα, μεταφέροντας 25 ανθρώπους ασφαλείς στο Δυτικό Βερολίνο, πριν οι αρχές σφραγίσουν οριστικά το σημείο με τσιμεντόλιθους.
Το υπόγειο «Tunnel 57» και ταξίδια στον αέρα
Όταν οι επίγειοι δρόμοι έκλεισαν οριστικά, οι υποψήφιοι φυγάδες κατέφυγαν στα έγκατα της γης. Τα εγκαταλελειμμένα δίκτυα του μετρό και οι αποχετεύσεις γέμισαν με ηχητικούς αισθητήρες, κάμερες και βαριές κλειδαριές. Ωστόσο, τον Οκτώβριο του 1964, μια ομάδα φοιτητών με επικεφαλής τον 25χρονο Βόλφγκανγκ Φουξ έγραψε ιστορία. Ξεκινώντας από το υπόγειο ενός παλιού φούρνου στο Δυτικό Βερολίνο, έσκαψαν με τα χέρια τους έναν στενό τούνελ μήκους 140 μέτρων σε βάθος 12 μέτρων κάτω από τη γη.
Χρησιμοποιώντας οικιακές ηλεκτρικές σκούπες για εξαερισμό και μεταφέροντας τόνους χώματος με κουβάδες, οι σκαπανείς κατάφεραν μέσα σε έξι μήνες να διαπεράσουν τα σύνορα. Μέσα σε δύο μόλις νύχτες, συνολικά 57 άνθρωποι πέρασαν στην ελευθερία μέσω του διαδρόμου αυτού, γνωστού πλέον ως «Τούνελ 57», πριν η μυστική αστυνομία το εντοπίσει και γεμίσει το υπέδαφος με τσιμέντο.
Αφού αποκλείστηκαν η ξηρά και το υπέδαφος, οι τολμηρότεροι κοίταξαν τον ουρανό. Το 1979, δύο οικογένειες (συνολικά οκτώ άτομα) κατασκεύασαν κρυφά στο σπίτι τους ένα τεράστιο αερόστατο θερμού αέρα, χρησιμοποιώντας χιλιάδες μικρά κομμάτια νάιλον και σεντόνια ραμμένα σε μια απλή οικιακή ραπτομηχανή. Παρά τις δυσκολίες, το αερόστατο απογειώθηκε μέσα από δασώδη περιοχή, διέσχισε τα σύνορα σε ύψος άνω των 2.000 μέτρων και, παρά την πτώση του εξαιτίας της ψύξης και της εξάντλησης του προπανίου, προσγειώθηκε στη Βαυαρία, καταφέρνοντας το ακατόρθωτο.
Η πτώση του Τείχους: Μια ιστορική γκάφα
Η οριστική κατάρρευση αυτού του τερατώδους συστήματος ελέγχου δεν προήλθε από στρατιωτική εισβολή, αλλά από μια ανεπανάληπτη γραφειοκρατική γκάφα. Στις 9 Νοεμβρίου 1989, κατά τη διάρκεια μιας τυπικής τηλεοπτικής συνέντευξης τύπου, ο Ανατολικογερμανός αξιωματούχος Γκύντερ Σαμπόφσκι, εμφανώς αδιάβαστος στα νέα μέτρα ταξιδιωτικής χαλάρωσης, διάβασε βιαστικά ένα χαρτί που του είχε δοθεί τελευταία στιγμή. Στο ερώτημα πότε θα ισχύσουν οι νέοι κανόνες για ταξίδια στο εξωτερικό, ο Σαμπόφσκι απάντησε αόριστα: «Απ’ ό,τι ξέρω… ισχύει… αμέσως, χωρίς καθυστέρηση».
Διαβάστε επίσης
Η είδηση μεταδόθηκε ζωντανά από τα τηλεοπτικά δίκτυα. Μέσα σε λίγη ώρα, δεκάδες χιλιάδες πολίτες κατέκλυσαν τα σημεία ελέγχου, απαιτώντας να ανοίξουν οι πύλες. Στο συνοριακό φυλάκιο της οδού Bornholmer Strasse, ο επικεφαλής αξιωματικός Χάραλντ Γέγκερ, βρισκόμενος αντιμέτωπος με μια τεράστια ανθρώπινη μάζα και χωρίς σαφείς εντολές από την ηγεσία που είχε εξαφανιστεί, πήρε την ιστορική απόφαση να ανοίξει τις μπάρες. Χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός, το Τείχος του Βερολίνου κατέρρευσε κάτω από τα χτυπήματα των πολιτών με βαριές και σφυριά, βάζοντας τέλος σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.






0 ΣΧΟΛΙΑ