Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη νεκρή: Το ψεύτικο όνομα στο νοσοκομείο και τα τελευταία λόγια!

Ανατριχιαστικό!

14 Μαΐου 2019 07:48
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη νεκρή: Το ψεύτικο όνομα στο νοσοκομείο και τα τελευταία λόγια!

O θάνατος της Αλίκης Βουγιουκλάκη που "πάγωσε" το Πανελλήνιο! Το ψεύτικο όνομα στο νοσοκομείο και τα τελευταία λόγια του Παπαμιχαήλ!

Η αξέχαστη ηθοποιός γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1934 στο Μαρούσι. Τρεις μέρες αργότερα αρρώστησε με πνευμονία και αμέσως οι γονείς της φώναξαν ιερέα να τη βαφτίσει. Το όνομα που της έδωσαν: Αλίκη - Σταματίνα. Τα παιδικά της χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα και φτωχικά. Στην κατοχή ο πατέρας της δολοφονήθηκε και η μητέρας της ανέλαβε μόνη της να μεγαλώσει τα τρία παιδιά, την Αλίκη, τον Αντώνη και τον Τάκη.

Από μικρή η Αλίκη λάτρευε τη Μαίρη Πίκφορντ και την Γκρέτα Γκάρμπο. Το πλούσιο υποκριτικό της ταλέντο διαφάνηκε από τα παιδικά της ακόμα χρόνια, πρωταγωνιστώντας στις περισσότερες σχολικές θεατρικές παραστάσεις.

Το 1952 έδωσε εξετάσεις στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, κρυφά από την οικογένειά της, καθώς το επάγγελμα του ηθοποιού εθεωρείτο ντροπή την εποχή εκείνη. Το 1953, όντας στο δεύτερο έτος της σχολής, της ανατέθηκε ο μικρός ρόλος της Λουιζόν στον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου, ενώ τον ίδιο χρόνο πήρε και το ρόλο της Ολυμπίας στις «Φουσκοθαλασσιές» του Δημήτρη Μπόγρη.

Το καλοκαίρι του 1954, πριν ακόμα τελειώσει τη δραματική σχολή κι ενώ επέστρεφε από τις διακοπές της, την κάλεσε ο σπουδαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης Νίκος Χατζίσκος για να αντικαταστήσει την Άννα Συνοδινού, που αποχώρησε από το θίασο, στο ρόλο της Ιουλιέτας.

Για να παίξει στο έργο χρειάστηκε να πάρει ειδική άδεια από τη σχολή της, έχοντας στη διάθεσή της μόνο τρία μερόνυχτα για να προετοιμαστεί και να μάθει το ρόλο. Η Ιουλιέτα της μπορεί να μην ήταν υπόδειγμα σεξπηρικής ερμηνείας, κοινό και κριτικοί, όμως, χειροκρότησαν την προσπάθειά της.

undefined

Ακολουθεί η πρώτη εμφάνισή της στον κινηματογράφο το 1954 με την ταινία «Το Ποντικάκι», η συνεργασία της με το θίασο Κοτοπούλη, το θίασο της Κατερίνας και τέλος με το θίασο του Κώστας Μουσούρη, ο οποίος την έχρισε πρωταγωνίστρια.

Το 1961 η Αλίκη Βουγιουκλάκη συγκροτεί τον δικό της θίασο, ανεβάζοντας τα έργα «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», «Χτυποκάρδια στο θρανίο» κ.α. Στο μεταξύ, γνωρίζεται με το Φιλοποίμενα Φίνο, συνεργάζεται με την εταιρεία του, τη «Φίνος Φιλμ», και μαζί κάνουν πολλές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου. Ξεχωρίζουν: «Η Αλίκη στο Ναυτικό», «Η Λίζα και η άλλη», «Η κόρη μου η Σοσιαλίστρια», «Η Μαρία της Σιωπής», «Ο αγαπητικός της Βοσκοπούλας», «Το κορίτσι με τα παραμύθια», «Διακοπές στην Αίγινα», «Έρωτας στους αμμόλοφους», «Αστέρω», «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», «Μανταλένα», «Η Υπολοχαγός Νατάσσα», «Η ψεύτρα» κ.α.

Οι ρόλοι της, κατά κανόνα της χαριτωμένης σκανδαλιάρας κοπέλας, είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό και εξασφάλισαν στην ηθοποιό σπάνια δημοτικότητα. Με τον ρόλο της στη «Μανταλένα» κέρδισε το βραβείο του Α’ Γυναικείου Ρόλου, το 1960, στο Φεστιβάλ Ταινιών Θεσσαλονίκης, ενώ η ίδια ταινία εκπροσώπησε την Ελλάδα στο διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ των Καννών, όπου άφησε πάρα πολύ καλές εντυπώσεις. Η «Υπολοχαγός Νατάσσα» θεωρείται η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ και οι δύο επόμενες εισπρακτικές κινηματογραφικές επιτυχίες ανήκουν στη Βουγιουκλάκη.

Η συνάντησή της το 1959 στα κινηματογραφικά πλατό της ταινίας «Αστέρω» με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ αποτέλεσε απαρχή της ιστορίας του διασημότερου ζευγαριού στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου. Στις 18 Ιανουαρίου 1965 ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου και απέκτησαν ένα παιδί, τον Γιάννη. Ωστόσο, ο θυελλώδης γάμος τους δεν κράτησε πολύ… Διαλύθηκε, έπειτα από δικαστικές μάχες, στις 4 Ιουλίου του 1979. Εκτός από τις δεκάδες ταινίες που γύρισαν μαζί, από το 1964 έως το 1974 συνεργάσθηκαν σε θίασο που συνέστησαν οι δυο τους. Μία από τις πολλές θεατρικές επιτυχίες τους ήταν στο έργο του Μπέρναρ Σο «Ωραία μου κυρία».

«Ξέσκισα μέσα μου τα ταμπού του καλού κοριτσιού. Το καλό κορίτσι πέθανε. Δέχτηκα είκοσι χρόνια έναν τέτοιο καταναγκασμό, δέχτηκα μια συζυγική σχέση που δεν μου πήγαινε, δέχτηκα τις χειροπέδες που μου φόρεσαν οι νοικοκυρές και τα κοριτσόπουλα, κι έπεσα θύμα του μύθου του καλού κοριτσιού», είχε δηλώσει μετά τον χωρισμό της με τον Παπαμιχαήλ.

Ακολούθησαν ένας γάμος με τον Κύπριο επιχειρηματία Γιώργο Ηλιάδη, μια έντονη σχέση με τον Βλάσση Μπονάτσο και ένας τρελός έρωτας με τον Κώστα Σπυρόπουλο.

Οι συνομήλικές της που γέμιζαν το θέατρο στις απογευματινές παραστάσεις συναινούσαν στο ερώτημά της από σκηνής: «Τι λέτε; Να τον πάρω τον παλίκαρο;». «Να τον πάρεις, αμέ, να τον πάρεις!» απαντούσαν εκείνες, κι εκείνη θριαμβευτικά κατέληγε: «Ε, λοιπόν, τρελή είμαι και πολύ καλά κάνω!». Αλλά και στο «Ενώπιος ενωπίω» είπε για τον Κώστα Σπυρόπουλο: «Είμαι ερωτευμένη με έναν νεότερό μου άντρα. Πειράζει; Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα».

Μετά την παρακμή του ελληνικού κινηματογράφου, η Αλίκη Βουγιουκλάκη επικέντρωσε τη δραστηριότητά της στο θέατρο, ενώ ασχολήθηκε και με την τηλεόραση. Μεγάλες θεατρικές επιτυχίες ήταν το «Καμπαρέ», «Εβίτα», «Ωραία μου κυρία», «Πέπσι», «Λυσιστράτη». Η θεατρική της παρουσία έκλεισε το 1996 με το έργο «Η Μελωδία της Ευτυχίας» των Ρότζερς και Χάμερσταϊν, στο ρόλο της Μαρίας.

Τον Μάιο του 1996 οι γιατροί διέγνωσαν καρκίνο καλπάζουσας μορφής. Ο θάνατός της, μόλις τρεις μέρες μετά τα γενέθλιά της, στις 23 Ιουλίου 1996, βύθισε στο πένθος ολόκληρο τον ελληνισμό.

ΤΟ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ ΤΕΛΟΣ

Το χειμώνα του 1991-1992 γιόρτασε τα εικοσάχρονα του θεάτρου «Αλίκη» με το «Κυρία δεν με μέλει», αλλά στο τέλος της σεζόν ένα γεγονός ήρθε να ταράξει την ηρεμία της. Η Καρέζη, η οποία τα τελευταία δύο χρόνια πάλευε με τον καρκίνο, είχε φτάσει στο τέρμα της διαδρομής της. Λίγο πριν από το τέλος, ζήτησε από την καλή της φίλη να πάει να την δει. Έμειναν μόνες για κάποια ώρα και ποτέ κανείς δεν έμαθε τι ακριβώς είπαν. Στις 29 Ιουλίου 1992, την ημέρα της κηδείας της Τζένης, η Αλίκη σπάραξε, τόσο μπροστά στις κάμερες όσο και πίσω από αυτές. Αρκετοί αμφισβήτησαν τον πόνο της. Στους οικείους της είπε: «Πήρα μια γεύση από τη δική μου κηδεία».

Αλλά σύντομα ένας ακόμα φίλος θα έφευγε. Ο ιδιαίτερα σημαντικός, τόσο για την Αλίκη όσο και για την Ελλάδα, Μάνος Χατζιδάκις. Καθώς περνούσε δύσκολες ώρες με την υγεία του, ένα βράδυ καλύφθηκε με ένα μεγάλο καπέλο και γυαλιά και, εισβάλλοντας από την πίσω πόρτα του ιδιωτικού νοσοκομείου όπου νοσηλευόταν, πήγε να του συμπαρασταθεί. Είπε στον γιο του, Γιώργο Χατζιδάκι: «Δεν χρειάζεται να μάθει κανένας γι' αυτήν τη συνάντηση. Γι' αυτό ήρθα τέτοια ώρα. Ό,τι χρειαστεί ο Μάνος να ξέρεις ότι εγώ είμαι δίπλα σου και ηθικά και υλικά...». Ο μεγάλος συνθέτης έφυγε στις 15 Ιουνίου 1994. Την ίδια μέρα, σε ραδιοφωνική εκπομπή που παραχώρησε στον Ιάσονα Τριανταφυλλίδη, είπε για εκείνον: «Ο Μάνος δεν είχε ηλικία, ήταν ο νεότερος απ' όλους, ο πιο πρωτοποριακός, ο πιο μοντέρνος. Είναι πάντα ένα άστρο».

Μετά την πετυχημένη τους συνεργασία με την Πατεράκη στην 5η εκδοχή του «Ωραία μου κυρία», ξαναένωσαν τις δυνάμεις τους για το απαιτητικό εγχείρημα της «Μελωδίας της ευτυχίας». Το κλασικό μιούζικαλ ανέβηκε τον Νοέμβριο του 1994 με την Αλίκη ως εικοσάρα καλόγρια Μαρία που καλούνταν να κάνει τη νταντά των παιδιών του πλοιάρχου Φον Τραπ. Το καλοκαίρι πέρασε άλλη μια φορά ανέμελα στον Θεολόγο, δίπλα στο κύμα, με τους αγαπημένους της συγχωριανούς και με τους πάντα αναρίθμητους καλεσμένους της. Το φθινόπωρο εκείνο παρευρέθηκε στο 36ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εκεί απ' όπου είχε ξεκινήσει τριάντα έξι χρόνια πριν με τη «Μανταλένα». Όταν ανέβηκε να απονείμει το βραβείο ερμηνείας καλύτερου αντρικού ρόλου, ο εξώστης βρήκε την ευκαιρία να την χλευάσει και να την αποδοκιμάσει. Απευθύνθηκε σ' αυτούς: «Θέλω να σας ακούσω ως το τέλος. Μου αρέσει. Διασκεδάζω με σας. Με μένα ονειρευτήκατε από τις οθόνες κι εσείς είστε ακόμα στον εξώστη». Ένα ακόμα χτύπημα κάτω από τη ζώνη από μια κατηγορία ανθρώπων που υποτίθεται ότι εκτιμούν τον πολιτισμό. Επέστρεψε στο κάθισμά της, κουλουριάστηκε μέσα του και άρπαξε το χέρι του Μιχάλη Κακογιάννη που καθόταν δίπλα της για να νιώσει λίγη συμπαράσταση.

undefined

Οι πρώτες μικροενοχλήσεις άρχισαν τον πρώτο χειμώνα της «Μελωδίας», αλλά δεν έδωσε πολλή σημασία. Ως αρρωστοφοβική, δεν ήθελε νταραβέρια με γιατρούς και εξετάσεις. Τους απέφευγε, και μέχρι τότε το κορμί της δεν την είχε προδώσει. Η «Μελωδία της ευτυχίας» μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη, ως είθισται, το Πάσχα του 1996. Η Αλίκη ήταν εμφανώς κουρασμένη. Κάθε βράδυ, σε μια σκηνή που γονάτιζε, χρειαζόταν το χέρι της «ηγουμένης» Μάρθας Βούρτση για να σηκωθεί όρθια. Τα βράδια ήταν αδύνατον να βγει έξω να φάει και έσπευδε να κρυφτεί στη σουίτα-καταφύγιό της σαν λαβωμένο ζωάκι. Την ταλαιπωρούσαν η κοιλιά και τα πνευμόνια της. Έπαιρνε μόνο αντιβίωση και νόμιζε ότι σύντομα θα περνούσε. Ένας φίλος της κανόνισε να κάνει αξονική τομογραφία. Οι γιατροί δεν του έκρυψαν την αλήθεια, ούτε και σ' εκείνη. Ειδοποιήθηκε αμέσως ο αδελφός της Τάκης, ο οποίος, σοκαρισμένος, πήρε την πρώτη πτήση για Θεσσαλονίκη. Με χίλια ζόρια την έπεισαν να διακόψει αμέσως τις παραστάσεις και να επιστρέψει στην Αθήνα για εκτενείς εξετάσεις. Στις 28 Απριλίου 1996 έδωσε την τελευταία παράσταση της «Μελωδίας της ευτυχίας», υποσχόμενη στο θεσσαλονικιώτικο κοινό ότι θα επέστρεφε για να συνεχίσει τις παραστάσεις.

Τις επόμενες ημέρες ξεκινούσε μια σειρά από επισκέψεις σε σπουδαίους γιατρούς. Εν τω μεταξύ, ο Παπαμιχαήλ, χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει, έδωσε συνέντευξη στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και την καθύβρισε. Όταν φίλοι της δημοσιογράφοι την έψαχναν για να το σχολιάσει, εκείνη μόλις μάθαινε, μέσες-άκρες, την αλήθεια, ότι δηλαδή είχε καρκίνο στο πάγκρεας. Οι πρώτες δυσοίωνες ειδήσεις ήρθαν από εξετάσεις που έκανε στη Γερμανία. Ξέσπασε σε λυγμούς μπροστά στον τηλεοπτικό φακό, λέγοντας ότι το μόνο που ήθελε εκείνη τη στιγμή ήταν να γυρίσει πίσω και να σφίξει τον γιο της στην αγκαλιά της. Το επόμενο ταξίδι που της κανονίζουν είναι στη Βοστώνη, όπου εξετάστηκε στο Massachusetts General Boston. Εκεί ενημέρωσαν τους οικείους της ότι είχε μόλις είκοσι μέρες ζωής, κάτι που της απέκρυψαν. Το αλάνθαστο ένστικτό της όμως της έλεγε ότι αντιμετώπιζε κάτι τρομακτικά σοβαρό. «Παρακαλώ, προσευχηθείτε για μένα» ήταν τα τελευταία της λόγια προς τους δημοσιογράφους στο αεροπλάνο που την έφερνε πίσω.

Τα τελευταία λόγια της Αλίκης

Εισήχθη στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών την επομένη της άφιξής της από την Αμερική. Το όνομα που έδωσε κατά την εισαγωγή της ήταν Λίζα Παπασταύρου. Οι επόμενες εξήντα πέντε ημέρες στη σουίτα 905 του 9ου ορόφου θα περνούσαν με πολλή αγωνία και πολλή στοργικότητα από το άμεσο περιβάλλον της και με πολλούς φίλους που αδημονούσαν για τη δική τους προβολή περισσότερο. Κοκέτα όπως πάντα, την επισκεπτόταν ο προσωπικός της κομμωτής για να της φτιάχνει τα μαλλιά. Είχε την τύχη να μην πονάει, οι μεταστάσεις δεν έφτασαν στα οστά, και γενικά απολάμβανε μια ποιότητα νοσηλείας που της έδινε αισιοδοξία. Στην είσοδο είχαν κατασκηνώσει όλοι οι τηλεοπτικοί σταθμοί της Αθήνας. Ήταν πια θέμα ημερών.

Όταν πλέον η κατάσταση ήταν μη ανατρέψιμη και η Αλίκη σχεδόν σε κώμα, ο Γιάννης έκρινε ότι είχε δικαίωμα και ο πατέρας του να την δει για τελευταία φορά. Η ίδια του το είχε απαγορεύσει, ως αντίδραση στην κατάπτυστη συνέντευξη που είχε δώσει λίγο καιρό πριν. Ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ πλησίασε το κρεβάτι, έμεινε μετέωρος και απελπισμένος να την κοιτάζει και ψιθύρισε: «Ρε Πίπη, πάμε να φύγουμε από εδώ».

Ανήμερα των γενεθλίων της, στις 20 Ιουλίου, αν και εξακολουθούσε να έχει επαφή με το περιβάλλον, βρισκόταν σε λήθαργο. Το πρωί της Τρίτης 23 Ιουλίου, στις 10:15, έσβησε στα χέρια του αδελφού της Τάκη.

Τρεις μέρες κράτησε το λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης. Η πομπή της νεκροφόρας πέρασε μπροστά από το θέατρο «Αλίκη», όπου ακόμα φιγουράριζε η ταμπέλα της «Μελωδίας της ευτυχίας». Η κηδεία ήταν ογκώδης κι έφτανε μέσω τηλεόρασης σε κάθε ελληνικό σπίτι. Όταν άνοιξε το φέρετρο, όλοι είδαν έντρομοι ένα εξωφρενικά μακιγιαρισμένο πρόσωπο, με τα ξανθά μαλλιά απλωμένα σαν Μέδουσας, ένα πρόσωπο που δεν θα ήθελαν να το συνδέσουν με εκείνη. Μια φωτογραφική κάμερα πέρασε αστραπιαία από πάνω του, ζουμάροντας στη νεκρή. «Όταν φύγω, θα γίνει ξαφνικά. Πείτε πως χάσατε μόνο ένα χαμόγελο» είχε πει σε ανύποπτο χρόνο. Η Ελλάδα, εκείνη την ημέρα, όντως αποχαιρετούσε το πιο πλατύ, το πιο γενναιόδωρο, το πιο αισιόδοξο χαμόγελο που φώτισε ποτέ τα γκρίζα αδιέξοδά της.

 

Retromania

Ροή ειδήσεων

Share