Ποιος αληθινά ήταν ο Νενέκος; Ξεκίνησε από ήρωας της επανάστασης του 1821 και κατέληξε φίλος του Ιμπραήμ! Ποιο ήταν το τέλος του;

Η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 είναι γεμάτη με ηρωικές πράξεις, αυτοθυσία και ιδανικά που ενέπνευσαν έναν ολόκληρο λαό να διεκδικήσει την ελευθερία του. Ωστόσο, όπως κάθε μεγάλη ιστορική καμπή, έτσι και ο ελληνικός αγώνας είχε τις σκοτεινές του σελίδες, τις αντιφάσεις και τα πρόσωπα εκείνα που ταυτίστηκαν με την προδοσία. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αρνητικής πλευράς είναι ο Δημήτριος Νενέκος, ένας άνθρωπος που ξεκίνησε ως γενναίος οπλαρχηγός για να καταλήξει ο πλέον διαβόητος «προσκυνημένος» της ιστορίας, κερδίζοντας μια θέση στην αιώνια απαξίωση.
Ο Δημήτριος Νενέκος ήταν Αρβανίτης οπλαρχηγός με καταγωγή από την Πάτρα και συγκεκριμένα από το χωριό Ζουμπάτα της Αχαΐας. Στο ξεκίνημα της Επανάστασης, ο «Καπετάν Νενέκος», όπως τον αποκαλούσαν, έδειξε εξαιρετικό σθένος. Συγκέντρωνε άνδρες από τα λεγόμενα Ζουμπατοχώρια και συμμετείχε ενεργά στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Η στρατιωτική του δράση ήταν αξιοσημείωτη, καθώς πολέμησε δίπλα σε κορυφαίες προσωπικότητες του Αγώνα, όπως ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Ανδρέας Λόντος και ο Γενναίος Κολοκοτρώνης. Διακρίθηκε ιδιαίτερα κατά την πολιορκία της Πάτρας και αργότερα στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Η φήμη του μεγάλωνε διαρκώς, σε σημείο που κάποια στιγμή ηγήθηκε ενός σώματος σχεδόν δύο χιλιάδων ανδρών, γεγονός που του προσέδιδε τεράστιο σεβασμό και ισχύ.
Ωστόσο, η προσωπικότητά του δεν ήταν απαλλαγμένη από σκοτεινά σημεία ήδη από την περίοδο της ανόδου του. Προκειμένου να εδραιώσει την κυριαρχία του ανάμεσα στους οπλαρχηγούς του Μπενιζέλου Ρούφου, στον οποίο υπαγόταν στρατιωτικά, λέγεται πως δεν δίστασε να δολοφονήσει τους αντίζηλούς του, Σπανοκυριάκο και Σαγιά. Αυτές οι ραδιουργίες, αν και τότε μπορούσαν να θεωρηθούν μέρος των εσωτερικών ερίδων της εποχής, προμήνυαν έναν άνθρωπο που έθετε το προσωπικό συμφέρον και την επιβίωση πάνω από το κοινό καλό.
Η κρίσιμη καμπή ήρθε το 1825. Η άφιξη του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο με 35.000 Αιγυπτίους άλλαξε δραματικά τις ισορροπίες. Οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να υποχωρούν, σημαντικά οχυρά και πόλεις όπως η Τρίπολη και το Μεσολόγγι έπεφταν, και η πείνα με την εξάντληση άρχισαν να λυγίζουν το ηθικό των αγωνιστών. Ο Ιμπραήμ, εφαρμόζοντας μια στρατηγική ψυχολογικού πολέμου, προσέγγισε τους κατοίκους της Αχαΐας υποσχόμενος πως, αν δήλωναν υποταγή (αν «προσκυνούσαν»), οι διώξεις και τα βάσανά τους θα σταματούσαν.
Σε αυτό το σημείο, ο Νενέκος πήρε τη μοιραία απόφαση. Βλέποντας την Επανάσταση να κινδυνεύει με κατάρρευση, επέλεξε να προσχωρήσει στο στρατόπεδο των κατακτητών. Δεν περιορίστηκε όμως μόνο στην προσωπική του υποταγή. Ως ηγέτης των Αρβανιτών της περιοχής, παρέσυρε ολόκληρα χωριά στο «προσκύνημα». Ο Ιμπραήμ τον αντάμειψε πλουσιοπάροχα με τίτλους, γαίες και χρήματα. Μάλιστα, με επίσημο σουλτανικό φιρμάνι, ονομάστηκε «Μπέης Νενέκος», ένας τίτλος που σφράγισε την προδοσία του. Ο πρώην αγωνιστής έγινε πλέον οπισθοφυλακή του Ιμπραήμ, στρέφοντας τα όπλα του εναντίον των πρώην συμπολεμιστών του και τρομοκρατώντας όσους Έλληνες αρνούνταν να υποταχθούν. Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι οπλαρχηγοί που τον ακολούθησαν αρχικά, όπως οι Κοντογεωργακαίοι και οι αδελφοί Οικονομόπουλοι, αποσπάστηκαν γρήγορα από κοντά του, ο Νενέκος παρέμεινε πιστός στον Αιγύπτιο Πασά.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη ήταν ένα τυχαίο περιστατικό στο δάσος κοντά στα Καλάβρυτα. Ο Ιμπραήμ, συνοδευόμενος από έναν μόνο φρουρό, χάθηκε και βρέθηκε εντελώς εκτεθειμένος. Ο Νενέκος, που γνώριζε το σημείο και είχε τη δύναμη να τον αιχμαλωτίσει ή να τον εξοντώσει —αλλάζοντας ίσως τον ρου της ιστορίας— επέλεξε να τον προστατεύσει και να τον οδηγήσει με ασφάλεια πίσω στο στρατόπεδό του.
Η οργή του Γέρου του Μωριά ήταν απόλυτη. Ήταν τότε που εκστόμισε την ιστορική φράση: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους». Η εντολή αυτή δεν ήταν απλώς μια απειλή, αλλά μια στρατηγική επιβίωσης της Επανάστασης. Ο Κολοκοτρώνης διέταξε αντίποινα κατά των χωριών που συνεργάζονταν με τον εχθρό και επικήρυξε τον Νενέκο. Η προδοσία δεν μπορούσε πλέον να μείνει ατιμώρητη, καθώς απειλούσε να διαλύσει την ενότητα του αγώνα.
Διαβάστε επίσης
Το τέλος του προδότη γράφτηκε το 1828. Ο Κολοκοτρώνης ανέθεσε τη δολοφονία του στον Αθανάσιο Σαγιά, μακρινό συγγενή του Νενέκου. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του Σαγιά, η πίεση των ανθρώπων του Κολοκοτρώνη ήταν τέτοια που τον ανάγκασε να ολοκληρώσει την αποστολή του. Στις 26 Μαρτίου 1828, ο Σαγιάς συνάντησε τον Νενέκο και τον σκότωσε. Ο θάνατός του προκάλεσε ακόμα και διπλωματικό επεισόδιο, με την Οθωμανική Πύλη να διαμαρτύρεται επίσημα στην ελληνική κυβέρνηση για τη δολοφονία ενός αξιωματούχου που έφερε τον τίτλο του Μπέη.
Η ιστορία του Δημητρίου Νενέκου παραμένει μέχρι σήμερα ένα διδακτικό παράδειγμα για το πώς η φιλοδοξία και ο φόβος μπορούν να διαβρώσουν ακόμα και τον πιο γενναίο αγωνιστή. Το όνομά του έχει πλέον αποκοπεί από τις στρατιωτικές του επιτυχίες και έχει καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως συνώνυμο της αισχρής προδοσίας. Η φράση «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» συνεχίζει να ηχεί ως προειδοποίηση ενάντια σε κάθε μορφή υποταγής και εγκατάλειψης των εθνικών και ηθικών ιδανικών.



0 ΣΧΟΛΙΑ