Τάνια Τσανακλίδου: «Μαμά, γερνάω» – Η ιστορία πίσω από το τραγούδι-σύμβολο που γεννήθηκε από τον πόνο και την έμπνευση

Ο Νοέμβριος του 1986 βρίσκει την Τάνια Τσανακλίδου, μία από τις πιο δυναμικές και παθιασμένες φωνές του ελληνικού τραγουδιού, βυθισμένη στο πένθος. Ο θάνατος της μητέρας της την έχει αφήσει «στα χάλια», όπως η ίδια περιγράφει. Αποτραβηγμένη, χωρίς όρεξη για τίποτα, πόσο μάλλον για δίσκο ή νέες δημιουργίες, αναζητά παρηγοριά. Η μοναδική σκέψη που της δίνει νόημα είναι «ένα τραγούδι που θα έλεγα στην μάνα μου ό,τι δεν πρόλαβα να της πω». Αυτή η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη θα γεννήσει ένα από τα πιο εμβληματικά και συγκινητικά κομμάτια της ελληνικής δισκογραφίας.
Η εποχή του «μπουμ» και το νέο κύμα στο τραγούδι
Εκείνη την περίοδο, τα μέσα της δεκαετίας του ’80, η ελληνική δισκογραφία βίωνε ένα πρωτοφανές «μπουμ». Οι παρέες των καλλιτεχνών ανακατεύονταν, τα μουσικά είδη συνυπήρχαν, ενώ ένα νέο, πολλά υποσχόμενο δίδυμο, ο συνθέτης Σταμάτης Κραουνάκης και η στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου, ανέβαινε αργά αλλά σταθερά στο στερέωμα, έχοντας στο πλευρό τους την ανερχόμενη Άλκηστις Πρωτοψάλτη.
Μετά την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία, το «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ», που πούλησε 90.000 κομμάτια το 1985, το δημιουργικό τρίο Σταμάτης-Λίνα-Άλκηστις έδωσε «σώμα» σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος θεάματος: τις σκηνοθετημένες μουσικές παραστάσεις. Οι «Λεωφόρος Α» και «Λεωφόρος Β», σε σκηνοθεσία του Ανδρέα Βουτσινά και σκηνικά του Μανόλη Παντελιδάκη, πρότειναν ένα νέο τρόπο διασκέδασης. Ήταν θεατροποιημένο τραγούδι, με αρχή, μέση και τέλος, ένα μεικτό ρεπερτόριο που εκτεινόταν από το ρεμπέτικο μέχρι τον Σουγιούλ, προσεγμένο στην παραμικρή λεπτομέρεια, εντελώς διαφορετικό από την απρόσωπη νοοτροπία των προγραμμάτων της εποχής.
Τσανακλίδου: Ένα όνομα με ίστορία και πάθος
Η Τάνια Τσανακλίδου, αν και δεν ανήκε στην «μεγάλη παρέα» του Κραουνάκη και της Νικολακοπούλου, ήταν ήδη ένα καθιερωμένο όνομα από τα μέσα της δεκαετίας του ’70. Πολλοί τη θυμούνται από την ιστορική παράσταση του Κουν «Η Ισαβέλλα, τρεις καραβέλες και ένας παραμυθάς», όπου τραγουδούσε Λεοντή, ενώ το 1978 είχε εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη Eurovision με το τραγούδι «Τσάρλι Τσάπλιν». Ανήκε στη γενιά των ανερχόμενων φωνών που έκαναν δυναμική εμφάνιση και στις πίστες της παραλιακής.
Στα μέσα του ’80, η Τσανακλίδου είχε καθιερωθεί πλέον ως μια τραγουδίστρια που έκανε «γκελ» στη σκηνή, μια φωνή που «φλεγόταν» από δύναμη και πάθος. Θα περίμενε κανείς να ήταν ένα από τα πρόσωπα που θα πλησίαζε το δίδυμο Σταμάτης-Λίνα για τις ανάγκες της παράστασης «Λεωφόρος Α», ακριβώς λόγω του θεατρικού και εκφραστικού της ύφους. Τότε όμως, η Τάνια βίωνε μια βαθιά προσωπική απώλεια.
Η γέννηση του «Υστερόγραφου»
Η ίδια περιγράφει εκείνη την περίοδο: «Είχαμε γνωριστεί με τα παιδιά και όλο λέγαμε να κάνουμε κάτι μαζί, αλλά δεν καθόταν. Εν τω μεταξύ πεθαίνει η μητέρα μου. Νοέμβρης του ’86. Είμαι στα χάλια μου εγώ, δεν θέλω να βγαίνω, δεν θέλω να τρώω, περνάω δύσκολα…».
Ένα βράδυ, στις αρχές του επόμενου έτους, ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Λίνα Νικολακοπούλου την πείθουν να παρακολουθήσει την παράστασή τους στη «Λεωφόρο Α», όπου τραγουδούσαν η Άλκηστις Πρωτοψάλτη και η Ελευθερία Αρβανιτάκη (η οποία τότε ήταν μέλος της ομάδας). Παρόλο που η Τσανακλίδου ήταν απαρηγόρητη, η συνάντηση αυτή ήταν καθοριστική. Όταν της πρότειναν ξανά να συνεργαστούν, εκείνη απάντησε: «παιδιά, ούτε δίσκο θέλω ούτε τίποτα… Το μόνο που θα είχε τώρα νόημα για μένα θα ήταν ένα τραγούδι που θα έλεγα στην μάνα μου ό,τι δεν πρόλαβα να της πω».
Λίγες μέρες αργότερα, σε μια βραδιά που έπαιζαν χαρτιά με τον Σταμάτη Κραουνάκη, εκείνος δεν άντεξε και της αποκάλυψε: «Σου ‘χει γράψει ένα τραγούδι η Λίνα που δεν θα το πιστεύεις». Το «Μαμά, γερνάω (Υστερόγραφο)» ήταν γεγονός.
Η συγκίνηση του στούντιο και η δικαίωση του χρόνου
Το τραγούδι αυτό ήταν τόσο βαρύ συναισθηματικά που η Τάνια Τσανακλίδου δεν μπορούσε να το προβάλλει όπως τα άλλα κομμάτια του δίσκου. «Δεν το άντεχα», λέει η ίδια. Όταν μπήκαν για πρώτη φορά στο στούντιο και οι τρεις (Τσανακλίδου, Κραουνάκης, Νικολακοπούλου) για να ψάξουν τον τόνο, η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. Η Τσανακλίδου ξεκίνησε να τραγουδά, και κάποια στιγμή διαπίστωσε ότι όλοι είχαν απομακρυνθεί από κοντά της. «Ο Σταμάτης, ο ηχολήπτης, όλοι. Μόνο η Λίνα έκανε ότι διάβαζε εφημερίδα… Όλοι μέσα στο στούντιο έκλαιγαν… Τελικά αυτή την πρώτη “πρόβα” την κρατήσαμε και στον δίσκο, είναι το “Υστερόγραφο”».
Ο δίσκος, που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1988, δεν σημείωσε αρχικά μεγάλη εμπορική επιτυχία, πουλώντας μόλις 12.000 κομμάτια σε μια εποχή που ο χρυσός δίσκος ξεπερνούσε τις 50.000. Ωστόσο, η «εκδίκηση» ήρθε με τον χρόνο. Σήμερα, το «Μαμά, γερνάω» έχει καθιερωθεί ως ένα διαχρονικό κομμάτι που συγκινεί βαθιά. «Δεν υπάρχει σπίτι, αυτοκίνητο, πάρτι, κέντρο που ακόμη και τώρα δεν δακρύζει μ’ αυτό το κομμάτι», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
Στιχουργικά, το τραγούδι αυτό καθιέρωσε μια νέα εποχή για το ελληνικό τραγούδι. Ο ελλειπτικός και βασισμένος σε εικόνες λόγος της Λίνας Νικολακοπούλου απέδωσε με μοναδικό τρόπο το αίσθημα και την οπτική της γενιάς του ’80. Ήταν ένα «γυναικείο τραγούδι», αλλά όχι σαν τα συνηθισμένα, καθώς όπως δήλωσε χρόνια αργότερα ο Σταμάτης Κραουνάκης: «έπρεπε να μελοποιήσω τη γυναικεία ψυχή, και δεν ήταν εύκολο πράγμα. Πολλές φορές εκείνη την εποχή ένιωθα ότι η μουσική έπρεπε να είναι πιο συμβατική από τον στίχο… Γιατί ένιωθα ότι ο λόγος της Λίνας θα βγάλει το φίδι από την τρύπα, αυτός θα είναι το ανατρεπτικό στοιχείο».
Το «Μαμά, Γερνάω» παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα και συναισθηματικά φορτισμένα τραγούδια, απόδειξη της δύναμης της τέχνης να μετατρέπει τον προσωπικό πόνο σε συλλογική συγκίνηση.




0 ΣΧΟΛΙΑ