ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΙΝΕΜΑ

«Ουζερί Τσιτσάνης»: Ένα όμορφο ταξίδι με φόντο την ιστορία από τον Μανούσο Μανουσάκη (PHOTOS & TRAILER)

«Ουζερί Τσιτσάνης»: Ένα όμορφο ταξίδι με φόντο την ιστορία από τον Μανούσο Μανουσάκη (PHOTOS & TRAILER)
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Ο Μανούσος Μανουσάκης επιστρέφει στην κινηματογραφική οθόνη με την πέμπτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Ουζερί Τσιτσάνης», βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Με επίκεντρο έναν απαγορευμένο έρωτα και φόντο την υπό γερμανική κατοχή Θεσσαλονίκη, ο έμπειρος σκηνοθέτης ξετυλίγει μια συγκλονιστική ιστορία αγάπης  με την  μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη να υπογραμμίζει την εξέλιξη. Τον  εμβληματικό δημιουργό υποδύεται ο ηθοποιός Ανδρέας Κωνσταντίνου (Μικρά Αγγλία), ενώ τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ενσαρκώνουν ο Χάρης Φραγκούλης (Γιώργος), η Βασιλική Τρουφάκου (Λέλα) και η πρωτοεμφανιζόμενη Χριστίνα Χειλά Φαμέλη (Εστρέα). Το εντυπωσιακό μωσαϊκό χαρακτήρων συμπληρώνουν οι Γιάννης Στάνκογλου, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Μαρία Καβουκίδου, Μιχάλης Αεράκης, Ξανθή Γεωργίου, Γιάννης Αϊβάζης,  Θοδωρής Αντωνιάδης και ο Λάκης Κομνηνός  με τον Αλμπέρτο Εσκενάζη. Το «Ουζερί Τσιτσάνης» είναι ένα ταξίδι στην ιστορία με προορισμό έναν μεγάλο έρωτα και αφετηρία τις δημιουργίες του Βασίλη Τσιτσάνη υπό τα νέα ηχητικά σχήματα του Θέμη Καραμουρατίδη, που ντύνει την ταινία με καινούριες ενορχηστρώσεις αγαπημένων τραγουδιών, αλλά και με νέα πρωτότυπα μουσικά ακούσματα.

 

Σύνοψη

Θεσσαλονίκη, 1942-1943. Στην υπό γερμανική κατοχή πόλη, ο Γιώργος και η Εστρέα είναι ερωτευμένοι. Όμως ο έρωτας ανάμεσα σε έναν Χριστιανό και μία Εβραία είναι απαγορευμένος. Η περιπετειώδης και παθιασμένη ιστορία αγάπης, παγιδευμένη ανάμεσα σε ένα απάνθρωπο ολοκληρωτικό καθεστώς και τον παραλογισμό των φυλετικών διακρίσεων, βρίσκει καταφύγιο στο ιστορικό Ουζερί Τσιτσάνης. Εκεί ο μεγάλος Έλληνας συνθέτης Βασίλης Τσιτσάνης διανύει τα πιο δημιουργικά του χρόνια και συνθέτει τα πιο γνωστά του τραγούδια, ανάμεσα στα οποία και την καθοριστική Συννεφιασμένη Κυριακή.

 

Ένα όμορφο ταξίδι

Η ιδέα για την ταινία γεννήθηκε στο μυαλό του σκηνοθέτη Μανούσου Μανουσάκη από τότε που διάβασε το ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Η ταινία παρουσιάζει μια μυθιστορηματική ανάπλαση της εποχής. Ακολουθώντας τη μυθοπλασία του βιβλίου και παρεκκλίνοντας μόνο όσον αφορά στο κέντρο βάρους των ιστορικών γεγονότων, θέτει στο επίκεντρο της ιστορίας τον απαγορευμένο έρωτα του Γιώργου και της Εστρέας, ο οποίος βρίσκει καταφύγιο στο ιστορικό ουζερί, και την δημιουργική διαδικασία του Βασίλη Τσιτσάνη.

Στην ταινία «εμφανίζεται» όλη η κοινωνία της εποχής. Συμμετέχουν 60 ηθοποιοί. Κάθε ένας με τον χαρακτήρα του αποτελεί μια ψηφίδα στο «κτίσιμο» της εποχής. «Είναι πολύ σημαντικό οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι να ερμηνεύονται από εξαιρετικούς ηθοποιούς που να προβάλλουν χαρακτήρα», λέει ο Μανουσάκης. «Αλλά και οι περισσότεροι από 2.500 βοηθητικοί ηθοποιοί «πρωταγωνίστησαν» στις σκηνές με όλη τους την καρδιά, και δυναμική, ερμηνεύοντας τους ρόλους τους και αποδίδοντας δημιουργικά την ατμόσφαιρα της εποχής».

Τα γυρίσματα διήρκεσαν 12 εβδομάδες, δηλαδή τρείς ολόκληρους μήνες. Οι ημέρες μοιράστηκαν ανάμεσα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, σε εσωτερικά και εξωτερικά γυρίσματα.  Συνταρακτικές σκηνές πλήθους και ευαίσθητες  σκηνές προσωπικών στιγμών των πρωταγωνιστών.

Η ιστορία που αφηγείται η ταινία διαρκεί πραγματικά δέκα μήνες. Ξεκινάει από τον Ιούλιο του 1942  και τελειώνει το Μάρτιο του 1943 οπότε μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα περνάνε όλες οι εποχές και όλες οι καιρικές συνθήκες. «Είναι πολύ συγκεκριμένο ιστορικά, πότε συμβαίνουν τα γεγονότα, τι συμβαίνει κάθε μήνα. Ο χρόνος του γυρίσματος είναι διαφορετικός από τον πραγματικό. Αναγκάστηκαν, λοιπόν, οι ηθοποιοί να γυρίζουν μια σκηνή, που διαδραματιζόταν τον Γενάρη, μέσα στον Αύγουστο φορώντας χοντρά παλτά. Και οι μακιγιέρ να ανανεώνουν συνέχεια το μακιγιάζ καθώς χαλούσε από την υπερβολική ζέστη». Από την άλλη πλευρά, έπρεπε να δημιουργηθούν και οι σωστές χειμερινές συνθήκες, όπως τα χιόνια. Εδώ χρησιμοποιήθηκαν ειδικές χιονομηχανές. O Μιχάλης Σαμιώτης, ειδικός των μηχανικών εφέ, λέει χαρακτηριστικά: «Γεμίσαμε το δρόμο με χιονομηχανές, γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο να δημιουργήσεις το χιόνι, αλλά να καλύψεις και την απόσταση, το βάθος. Τα χιόνα τα χρησιμοποιήσαμε δραματουργικά, γιατί, όπως και τα υπόλοιπα εφέ, πρέπει να εξυπηρετούν το δράμα και το σενάριο, να ερμηνεύουν δραματουργικά την ιστορία».

«Όλοι οι συν-δημιουργοί της ταινίας (ηθοποιοί-συνεργείο-καλλιτεχνικοί συνεργάτες) αποτέλεσαν μια αρμονική, συμπαγή ομάδα με έναν σκοπό: το καλύτερο αποτέλεσμα», δηλώνει ο σκηνοθέτης.

 

Μία ιστορία με φόντο την Ιστορία

Καθώς η καρδιά της πλοκής χτυπάει στη Θεσσαλονίκη την εποχή της γερμανικής κατοχής, τα σκηνικά της ιστορίας παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην αφήγηση. Η ταινία γυρίστηκε σε πολλά ιστορικά κτίρια της συμπρωτεύουσας και της Αθήνας, που όλα χάρισαν την αύρα της εποχής και δημιούργησαν την ατμόσφαιρα της ιστορίας.

Στη Θεσσαλονίκη γυρίσματα έγιναν στον Λευκό Πύργο, στη Βίλα Αλατίνη, που στην Κατοχή χρησιμοποιούνταν ως αρχηγείο των κατοχικών δυνάμεων, και στη Στοά του Αγίου Μηνά που παραχώρησαν στην παραγωγή οι «Κτηριακές Υποδομές». Ο σκηνογράφος Αντώνης Χαλκιάς μετέτρεψε την εγκαταλελειμμένη στοά σε αγορά της εποχής. Οι σκηνές της Συναγωγής γυρίστηκαν στη Συναγωγή των Μοναστηριωτών, που λειτουργούσε την περίοδο της Κατοχής. Όταν οι Εβραίοι οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης χρησιμοποιήθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό ως αποθήκη, και για τον λόγο αυτό δεν καταστράφηκε από τους Γερμανούς. Γυρίσματα έγιναν επίσης στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης από όπου ξεκίνησαν το 1943 τα μακάβρια ταξίδια για το Άουσβιτς

Στην Αθήνα πολλές σκηνές γυρίστηκαν σε ιστορικά κτήρια της Πλάκας, όπως η Οικία Λασσάνη, η Οικία Αγγελικής Χατζημιχάλη και η εγκαταλελειμμένη Βίλα Ζακ Σαπόρτα, που αναπαλαιώθηκε, βάφτηκε και έγινε κατοικήσιμη. Η βίλα μάλιστα διαθέτει έναν τεράστιο πλούτο επίπλων και αντικειμένων της εποχής, που παραχωρήθηκαν για τις ανάγκες της ταινίας από την Ισραηλιτική κοινότητα της Αθήνας.

«Σε πολλές περιπτώσεις, η παραγωγή έκανε παρεμβάσεις στους χώρους, με μεγαλύτερο «πονοκέφαλο» τα γκράφιτι που φυσικά δεν έπρεπε να υπάρχουν σε κανένα πλάνο. Για να λυθεί το πρόβλημα αυτό, υπήρχε ένα συνεργείο, που προπορευόταν του γυρίσματος κατά μία ημέρα αποκαθιστώντας τα κτίρια, κυρίως της Πλάκας, ενώ το βράδυ υπήρχε φύλαξη, ώστε να μη ξαναβαφτούν», λέει ο Μανουσάκης.

Πολλές σκηνές της ταινίας γυρίστηκαν στην πλατεία Κοτζιά και σε γύρω τοποθεσίες και κτήρια όπως το Μέγαρο Μελά και ο Χώρος Ιστορικής Μνήμης της οδού Κοραή. Στον τελευταίο προστέθηκε για τις ανάγκες του γυρίσματος ένας φωτογραφικός σκοτεινός θάλαμος, καθώς ο διοικητής των Ες Ες ήταν μανιώδης φωτογράφος, απαθανατίζοντάς όλες τις φρικαλεότητες των Ναζί.

«Οι χώροι ήταν μια μεγάλη δυσκολία γιατί στην πατρίδα μας έχει κατεδαφιστεί η ιστορική μνήμη» , λέει ο Μανουσάκης. «Μία πόρτα εδώ, ένα παράθυρο εκεί, ένα κτήριο παραπέρα και δημιουργήσαμε μια περιοχή που δεν υπάρχει. Τα ψηφιακά εφέ μας έλυσαν πολλές φορές τα χέρια».

Στην Πλατεία Κοτζιά η παραγωγή αναβίωσε την Πλατεία Ελευθερίας της Θεσσαλονίκης, όπου τον Ιούλιο του 1942 οι Γερμανοί κάλεσαν για απογραφή όλους τους άρρενες Εβραίους της πόλης.

 «Για το πλάνο του πλήθους στην Πλατεία Ελευθερίας, για 3 δευτερόλεπτα που θα δει ο κόσμος στην οθόνη χρειάστηκαν 180 ώρες εργασίας»,   δηλώνει χαρακτηριστικά ο δημιουργός των ψηφιακών εφέ Αντώνης Νικολάου.

Το Ουζερί Τσιτσάνης αναβίωσε στο «Σχολείον» της Ειρήνης Παππά το επί της Οδού Πειραιώς, το παλιό εργοστάσιο της Sanitas. Εδώ δημιουργήθηκε από την αρχή ο χώρος του πάλκου, ο χώρος της κουζίνας αλλά και το υπόγειο στο οποίο γεννήθηκε και βρήκε καταφύγιο ο έρωτας του Γιώργου και της Εστρέας.

Γυρίσματα έγιναν επίσης στα Δερβενοχώρια και το Λαύριο. Στη γαλλική εταιρεία του 1864 και που τώρα ανήκει στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, η σκηνογραφική ομάδα, με επικεφαλής τον Αντώνη Χαλκιά, μετέτρεψε ένα από τα κτίρια στο ξυλουργείο του πατέρα του Γιώργου, άλλα κτήρια σε άντρο παρακρατικών, σε αποθήκη μαύρης αγοράς και όπλων, ενώ στο συγκρότημα στήθηκε και το παγοποιείο.

 

Ο Βασίλης Τσιτσάνης μέσα από τα μάτια του Θέμη Καραμουρατίδη

Η στιγμή που ο Θέμης Καραμουρατίδης συνθέτει μουσική για τον κινηματογράφο συμπίπτει χρονικά με την απόφαση του Μανούσου Μανουσάκη να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Ουζερί Τσιτσάνης» που διαδραματίζεται στην υπό γερμανική κατοχή Θεσσαλονίκη του ’42-’43. Αυτή η περίοδος θεωρείται από τις πιο δημιουργικές του νεαρού Τσιτσάνη (26 χρονών), που μέσα από το ουζερί χαρτογραφεί τα συναισθήματα μιας ολόκληρης γενιάς συνθέτοντας ορισμένα από τα αριστουργήματά του όπως το «Μπαχτσέ Τσιφλίκι», τις «Νύχτες Μαγικές» και την εμβληματική «Συννεφιασμένη Κυριακή».

Ο Θέμης Καραμουρατίδης ανέλαβε να αναπαραστήσει μουσικά την εποχή και να επενδύσει δραματουργικά με πρωτότυπες δημιουργίες την ιστορία του Μανούσου Μανουσάκη. «Κινήθηκα πάνω σε δύο άξονες: από τη μία προσπάθησα να αναπαραστήσω την ατμόσφαιρα του ουζερί και των τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη και από την άλλη να συνθέσω μια πρωτότυπη μουσική που να ανταποκρίνεται στις δραματουργικές ανάγκες μιας μεγάλης κινηματογραφικής παραγωγής», λέει ο Θέμης Καραμουρατίδης.

Με 27 κομμάτια να συμπληρώνουν το soundtrack της ταινίας που ερμηνεύουν έναν σκληρά συναισθηματικά  κόσμο, ο Θέμης Καραμουρατίδης υπογράφει πρωτότυπες μελωδίες, διασκευές και επανεκτελέσεις τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη, που λειτουργούν μέσα στην ταινία του Μανούσου Μανουσάκη σαν μια δεύτερη αφήγηση.

«Έπρεπε να συγκροτήσω μία ορχήστρα, να βρω έναν ήχο, που να ικανοποιεί και την ανάγκη της μεγάλης παραγωγής υψηλών προδιαγραφών αλλά ταυτόχρονα να φέρει και τη λαϊκότητα και την ελληνικότητα που απαιτείται προκειμένου να έρθει κοντά στην εποχή, και φυσικά κοντά στον Βασίλη Τσιτσάνη. Έτσι δημιουργήθηκε μια ορχήστρα που αποτελείται από Ελληνικά λαϊκά όργανα, όπως μπουζούκια, μπαγλαμάδες και τζουράδες, αλλά και δυτικά όπως κουαρτέτο εγχόρδων και συμφωνικά τύμπανα. Φυσικά σε όλο το έργο έπρεπε να εμπεριέχεται και η ισραηλιτική μουσική παράδοση. Γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε ένα παραδοσιακό σεφαραδίτικο τραγούδι, σαν μοτίβο σε πολλές στιγμές της ταινίας»,  λέει ο Καραμουρατίδης.

Ο γνωστός συνθέτης έγραψε τις μελωδίες πατώντας πάνω στα συναισθήματα που διαπερνούν την ταινία: τον έρωτα, τη διστακτικότητα, τον πόλεμο, την ένταση, τον φόβο, τη δειλία, το θυμό, την αποφασιστικότητα, το ξέσπασμα, και όλα αυτά στη Θεσσαλονίκη του ’42. Ο ερωτισμός, η τρυφεράδα, η γλύκα των δύο ερωτευμένων νέων συγκρούονται μουσικά με την μελαγχολία και την σκληρότητα της εποχής. Η μουσική του Καραμουρατίδη “μιλάει” και σε μας σήμερα.

«Η σκηνή που με παίδεψε περισσότερο είναι η σκηνή της Πλατείας Ελευθερίας γιατί έπρεπε έκδηλα να πούμε ότι θα συμβεί κάτι τραγικό, αλλά ταυτόχρονα να μην προδοθεί η εξέλιξη της ταινίας. Δουλέψαμε πολλές φορές αυτή τη σκηνή γιατί έπρεπε να βρεθεί αυτή η σωστή ισορροπία», λέει χαρακτηριστικά ο συνθέτης.

«Θέλαμε σε πολλές στιγμές της πρωτότυπης μουσικής να ενυπάρχει πιο έντονα ο Βασίλης Τσιτσάνης, γι’ αυτό πολλά μοτίβα είναι στηριγμένα σε γνωστά και αγαπημένα τραγούδια ενώ σε πολλές σκηνές, όπως αυτή της Πλατείας Ελευθερίας, υπάρχουν αυτούσια μελωδικά δάνεια από τον μεγάλο συνθέτη».

Για τις ανάγκες της μουσικής αναπαράστασης του «Ουζερί Τσιτσάνης» χρησιμοποιήθηκαν ορισμένα από τα πολύ γνωστά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη όπως το «Μπαχτσέ Τσιφλίκι», «Για τα Μάτια που Αγαπώ», οι «Νύχτες Μαγικές», αλλά και κάποια λιγότερο γνωστά αλλά εξίσου εξαιρετικά.

«Eίναι πολύ σημαντικό για μένα, και καλλιτεχνικά και συναισθηματικά, που συνέθεσα τη μουσική για αυτή την ταινία γιατί επιμελούμαι ένα σκηνικό που αφορά έναν πολύ σπουδαίο συνθέτη. Αυτό από μόνο του κουβαλάει μια μεγάλη ευθύνη, ένα μεγάλο βάρος, αλλά ταυτόχρονα υποβάλλει και μια μεγάλη ανάγκη δημιουργικότητας. Είναι μια ευρηματική και απαιτητική δουλειά γιατί έχεις να διαχειριστείς αυτόν τον μεγάλο συνθέτη και να προσπαθήσεις να φτιάξεις ένα υλικό που θα σταθεί δίπλα του με αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα να αποτελεί και μια νέα πρόταση».

Σε ότι αφορά τις νέες ενορχηστρώσεις των τραγουδιών που ακούγονται στο ουζερί έγινε προσπάθεια να αναπαρασταθεί η μουσική των πρώτων ηχογραφήσεων των τραγουδιών.

«Θελήσαμε να αναδείξουμε την αίσθηση που έβγαζαν οι μουσικές τότε: την απλότητα και τη δωρικότητα. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό γιατί στην ταινία ακούγονται τραγούδια πολύ κοντά στις πρώτες τους εκτελέσεις, τραγούδια από τα οποία έχουν αφαιρεθεί οι διάφορες ενορχηστρωτικές απόψεις που πέρασαν από πάνω τους όλα αυτά τα χρόνια», καταλήγει ο Θέμης Καραμουρατίδης.

 

 

3 Δεκεμβρίου στους κινηματογράφους από τη Feelgood

Δείτε το trailer εδώ

 

 

ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΙΝΕΜΑ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ

Θέλετε να ενημερώνεστε πρώτοι για όλες τις νέες ταινίες, τα καινούρια trailer και τα πιο πρόσφατα κινηματογραφικά νέα; Τότε κάντε like στην ολοκαίνουρια σελίδα μας στο Facebook, αποκλειστικά για την κατηγορία ΣΙΝΕΜΑ!

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου