ΑΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο «πλημμυροπαθής αγρότης» Μητσοτάκης και άλλες 4 σκανδαλώδεις υποθέσεις που έχουν εκθέσει την κυβέρνηση

Ο «πλημμυροπαθής αγρότης» Μητσοτάκης και άλλες 4 σκανδαλώδεις υποθέσεις που έχουν εκθέσει την κυβέρνηση
Αριστερή φωτογραφία: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης (Γιώργος Κονταρίνης / Eurokinissi) - Δεξιά φωτογραφία από το περιβόητο «κορονοπάρτι» στην Ικαρία παρουσία του πρωθυπουργού το 2021
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Στον απόηχο ηχηρών παραιτήσεων και αλυσιδωτών αντιδράσεων για το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου ψεύτικοι αγρότες λάμβαναν επιδοτήσεις που στερούνταν οι πραγματικοί αγρότες, τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα στον τρόπο που η κυβέρνηση θα διαχειριστεί αυτή την τεράστια ήττα, την οποία παραδέχθηκε ο πρωθυπουργός. «Αποτύχαμε», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και εκεί γίνεται αντιληπτό σε πόσο δύσκολη θέση έχει περιέλθει το κυβερνών κόμμα.

Εντούτοις, δεν είναι η πρώτη φορά που η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής. Πολλάκοις στο παρελθόν έχει εκτεθεί για σκάνδαλα που έχουν βγει στην επιφάνεια. Τότε που ο πρωθυπουργός δήλωνε πλημμυροπαθής, ώστε να λαμβάνει επιδοτήσεις, αλλά και τότε με το περιβόητο «κορονοπάρτι» στην Ικαρία. Θύελλα αντιδράσεων είχαν προκαλέσει επίσης τα σκάνδαλα με τις λίστες Πέτσα, τη συγκάλυψη Novartis και φυσικά ο «εθνικός» Λιγνάδης.

1. Όταν ο Μητσοτάκης ζητούσε αποζημιώσεις ως πλημμυροπαθής

Τον Φεβρουάριο του 2019, κύµα κακοκαιρίας έπληξε µεγάλο τµήµα της Κρήτης, με αποτέλεσμα να καταστραφούν καλλιέργειες από τις πληµµύρες και κτηνοτρόφοι να χάσουν ζώα. Από τις 25 Φεβρουαρίου, οι πληγέντες µπορούσαν να κάνουν αίτηση στον Οργανισµό Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων ζητώντας να αποζηµιωθούν. Ανάµεσά τους και ο «αγρότης» Κυριάκος Μητσοτάκης.

Το καθ’ όλα νόµιµο αίτηµα του Κυριάκου Μητσοτάκη συνοδευόταν από εντυπωσιακά αριθµητικά περιουσιακά δεδοµένα. Ο ίδιος, πέρα από την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του, εµφανίζεται να έχει ελαιοκτήµατα 157 στρεµµάτων µε συνολικά 2.052 ελιές. Παρ’ όλα αυτά υπέβαλλε αίτηµα να αποζηµιωθεί για 50 λιόδεντρα µαζί µε χιλιάδες άλλους φτωχούς και πιθανόν κατεστραµµένους οικονοµικά Κρητικούς.

Ο «κατεστραµµένος» Κυριάκος Μητσοτάκης, στις 25 Φεβρουαρίου του 2019, µε µια ανάρτησή του στο X (πρώην Τwitter) δήλωνε αλληλέγγυος στους συντοπίτες του µετά τις καταστροφές: «Η Κρήτη και η ιδιαίτερη πατρίδα µου τα Χανιά δοκιµάζονται πρωτόγνωρα από την ισχυρή κακοκαιρία. Ενηµερώθηκα πριν λίγο από τον αντιπεριφερειάρχη Χανίων Απόστολο Βουλγαράκη για τις εκτεταµένες καταστροφές. Θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι µου για να αντιµετωπιστούν το συντοµότερο». Αυτό που σίγουρα έκανε την ίδια µέρα ήταν αίτηση στον ΕΛΓΑ για προσωπική του αποζηµίωση.

Φυσικά, αυτό που έκανε ο πρωθυπουργός ήταν καθόλα νόμιμο, το θέμα όμως είναι πόσο ηθικό είναι εκ μέρους του να λαμβάνει επιδοτήσεις όπως όλοι οι υπόλοιποι αγρότες της Ελλάδας, οι οποίοι αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις δυσθεώρητες οικονομικές απαιτήσεις.

«Σύμφωνα με την ανάλυση της βάσης δεδομένων και των στοιχείων που προέρχονται από τον Οργανισμό Πληρωμών και Ελέγχου Κοινοτικών Ενισχύσεων Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΟΠΕΚΕΠΕ), ο Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να έχει εισπράξει από το 2014 μέχρι το 2021 συνολικά 29.849,03 ευρώ σε αγροτικές επιδοτήσεις μέσω των προγραμμάτων ενίσχυσης της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής στην Ελλάδα», τονίζουν οι Reporters United εξηγώντας ότι πρόκειται για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ).

Ειδικότερα, από τα στοιχεία προκύπτει πως μέσω των καθεστώτων ενίσχυσης της ΚΓΠ, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει λάβει:

  • 2014: 4.108,50 ευρώ
  • 2015: 3.840,61 ευρώ
  • 2016: 3.154,79 ευρώ
  • 2017: 3.464,50 ευρώ
  • 2018: 3.327,78 ευρώ
  • 2019: 3.388,32 ευρώ
  • 2020: 4.301,22 ευρώ
  • 2021: 4.263,31 ευρώ

2. Το «κορονοπάρτι» του πρωθυπουργού με 50 άτομα στην Ικαρία

Αλλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκτός από… αγρότης έχει υπάρξει και… δάσκαλος που δίδασκε και νόμο δεν εκράτει. Παρά τις πολλές απαγορεύσεις και συστάσεις από την κυβέρνηση στους πολίτες, εν μέσω της σκληρής περιόδου της επιδημίας του κορωνοϊού, ο ίδιος συμμετείχε στο λεγόμενο «κορονοπάρτι» στην Ικαρία, μαζί με άλλα 50 άτομα, στο σπίτι βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, παρουσία μάλιστα της αστυνομίας.

Το γλέντι έγινε στο σπίτι του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Χριστόδουλου Στεφανάδη, με τις αποστάσεις και τον σεβασμό στο όριο των ατόμων που μπορούν να συγκεντρωθούν σε μια κατοικία να έχει πάει περίπατο.

Μεταξύ (πολλών) άλλων στο φαγοπότι, που διήρκεσε μία ώρα, παρευρέθηκαν ο Αναπληρωτής Υπουργός Εσωτερικών Στέλιος Πέτσας, ο Υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Γιάννης Πλακιωτάκης, ο Γενικός Γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους, ο Γενικός Γραμματέας Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής και Ναυτιλιακών Επενδύσεων Ευάγγελος Κυριαζόπουλος, ο Γενικός Γραμματέας Υποδομών Γιώργος Καραγιάννης.

3. Λίστα Πέτσα και νέα Λίστα Πέτσα

Ως Λίστα Πέτσα (από το όνομα του τότε κυβερνητικού εκπροσώπου Στέλιου Πέτσα που τη δημοσιοποίησε) ονομάστηκε η λίστα με τα ονόματα των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (συνολικά 1232) που έλαβαν χρηματική αποζημίωση για την προώθηση της καμπάνιας «Μένουμε Σπίτι», κατά το πρώτο κύμα της επιδημίας του κορωνοϊού στην Ελλάδα. Συνολικά, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη διέθεσε 19.832.132,94 ευρώ.

Μετά από πίεση της αντιπολίτευσης, ο Πέτσας ως κυβερνητικός εκπρόσωπος δημοσιοποίησε τη λίστα με τα ποσά. Δημοσιογραφική έρευνα επισήμανε πως λιγότερο από το 1% των 20 εκατομμυρίων ευρώ της καμπάνιας δόθηκαν στον αντιπολιτευόμενο τύπο. Τα περισσότερα χρήματα πήγαν στον ΣΚΑΪ, που έλαβε 830.000 ευρώ. Για τα ποσά και τον τρόπο διάθεσής τους έγινε λόγος για διαφθορά και για έλλειψη πολυφωνίας στα ΜΜΕ. Αντιδράσεις προκάλεσε επίσης ο αποκλεισμός συγκεκριμένων μέσων από την καμπάνια όπως της εφημερίδας Documento και Μακελειό, η χρηματοδότηση ανύπαρκτων ιστοσελίδων και ιστοσελίδων με συνωμοσιολογικό και αντιεπιστημονικό περιεχόμενο. Απαντώντας στην κριτική που δέχθηκε ο ίδιος και η κυβέρνηση συνολικά για την καμπάνια, ο Πέτσας επισήμανε πως πρόκειται «για μια καμπάνια που έσωσε ζωές» και ότι αδρανή μέσα, έλαβαν χρηματοδότηση.

Λίστα Πέτσα

Με το ΦΕΚ 475ΒΒ/27-10-2020 ανακοινώθηκε η δεύτερη Λίστα Πέτσα, αυτήν τη φορά αποκλειστικά στους πανελλαδικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, συνολικού ποσού 2.000.000 ευρώ. Ακολούθησε η προώθηση της εμβολιαστικής καμπάνιας, ύψους 18.500.000 ευρώ και η λεγόμενη Λίστα Πλεύρη με συνολικά ποσά, 4.960.000 ευρώ.

Στις 12 Νοεμβρίου 2021, υπερψηφίστηκε στη Βουλή με τις ψήφους της αντιπολίτευσης η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ για σύσταση εξεταστικής επιτροπής «για τη διερεύνηση της επιχείρησης πολιτικής χειραγώγησης της κοινής γνώμης, ευτελισμό των θεσμών και κατασπατάληση δημοσίου χρήματος», η οποία μεταξύ άλλων θα διερευνούσε τη χρηματοδότηση μέσω της «λίστας Πέτσα». Όμως, ο Στέλιος Πέτσας δεν κλήθηκε να καταθέσει, καθώς η κλήτευσή του απορρίφθηκε από την επιτροπή, στην οποία πλειοψηφούσε η Νέα Δημοκρατία. Το πόρισμα της Νέας Δημοκρατίας ανέφερε ότι «αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας η μη ύπαρξη τόσο ποινικών όσο και πολιτικών ευθυνών πολιτικών προσώπων για τις υπό κρίση υποθέσεις».

Το πόρισμα του ΣΥΡΙΖΑ ανέφερε ότι «τα στοιχεία που βοούν για την ύπαρξη βαριών ευθυνών» και ότι η λίστα των ΜΜΕ συντάχθηκε από την κυβέρνηση με στόχο τη χειραγώγηση ΜΜΕ και δημοσκοπικών εταιρειών. Το πόρισμα του ΚΙΝΑΛ έκανε λόγο για «κενά της αποδεικτικής διαδικασίας δεν επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι οι βαριές κατηγορίες του ΣΥΡΙΖΑ–Π.Σ. επαληθεύονται. Υπήρξε μεν αδιαφάνεια στην επικοινωνία μεταξύ υπουργείου και διαφημιστικής εταιρείας (Initiative), αυτό όμως δεν πιστοποιεί αυτομάτως ότι υπήρξε και χειραγώγηση κοινής γνώμης». Το πόρισμα του ΚΚΕ έκανε λόγο για σοβαρές ευθύνες και ότι η υπόθεση χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Τελικά, με τις ψήφους των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας εγκρίθηκε το πόρισμα της Νέας Δημοκρατίας.

4. Υπόθεση Λιγνάδη

Η εκδίκαση της υπόθεσης Λιγνάδη ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2022 και διήρκησε μέχρι τον Ιούλιο. Αφορούσε σε καταγγελίες βιασμών τεσσάρων ατόμων – εκ των οποίων τα τρία ήταν ανήλικα όταν τελέστηκε το έγκλημα – εις βάρος του πρώην καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου και πολυλιβανισμένου θιασώτη της «αριστείας», Δημήτρη Λιγνάδη. Τα θύματα προέρχονταν από έναν κόσμο μεταναστευτικής καταγωγής, φτώχειας, αποκλεισμού και ευαλωτότητας. Η διαφορά ισχύος με τον κατηγορούμενο ήταν αβυσσαλέα. Κι αυτό ήταν ένα ακόμα στοιχείο που καθιστούσε τη δίκη εμβληματική, λειτουργώντας ως παλμογράφος για να ανακλαστικά και τις αξίες που διέπουν το δικαστικό σώμα.

Οι καταγγέλλοντες υπέστησαν τα πάνδεινα. Πολύωρες εξετάσεις, εγκλήσεις να επαναλάβουν ξανά και ξανά τις ίδιες τραυματικές περιγραφές, κατάφωρες προσβολές της προσωπικότητάς τους, ομοφοβικές συμπεριφορές, κοινοποίηση των προσωπικών τους δεδομένων στα μίντια, υφαρπαγή των φωτογραφιών τους από τα social media και περιφορά τους ως «τρόπαια ανηθικότητας», slut shaming, απόπειρες αναπαράστασης. Παρά το γεγονός ότι στη διεθνή και εγχώρια νομοθεσία υπάρχει πρόβλεψη για την αποφυγή της δευτερογενούς θυματοποίησης στα δικαστήρια και ότι σε αρκετά κράτη τέτοιες πρακτικές έχουν εγκαταλειφθεί ως αναχρονιστικές, στη δίκη Λιγνάδη το victim blaming βασίλεψε και ο επανατραυματισμός των επιζώντων ήταν μελετημένος, συστηματικός και απροκάλυπτος. Για να τους κάνει να λυγίσουν, να φοβηθούν, να υποχωρήσουν και για να αποθαρρύνει άλλα θύματα από το να μιλήσουν. Αντίστοιχες πρακτικές δολοφονίας χαρακτήρα εφαρμόστηκαν και για τους μάρτυρες κατηγορίας. Επιπλέον, ο συνήγορος υπεράσπισης του Δημήτρη Λιγνάδη δε δίστασε να συκοφαντήσει, να απειλήσει και να εξυβρίσει με αγοραίο τρόπο δημοσιογράφους, τους δικηγόρους της Πολιτικής Αγωγής, ακόμα και τον εισαγγελέα του δικαστηρίου. Όλα αυτά έγιναν σε ένα καθεστώς παγερής αδιαφορίας και απραξίας από την πρόεδρο του δικαστηρίου, η οποία εκ του ρόλου της, ως διευθύνουσα τη διαδικασία είναι αρμόδια για την οριοθέτηση και την περιφρούρησή της.

Μετά, λοιπόν, από μια εξονυχιστική και εξουθενωτική εκδίκαση, όπου οι καταγγέλλοντες έφεραν μαρτυρίες και τεκμήρια επιβεβαίωσης των καταγγελιών τους, που η φαιδρή θεωρία της «συνομωσίας» πάνω στην οποία στηρίχθηκε η υπεράσπιση δε στοιχειοθετήθηκε ούτε κατ’ ελάχιστο, που ο εισαγγελέας έκανε μια βαρυσήμαντη εισήγηση καταδίκης, έφτασε η ώρα της ετυμηγορίας. Ο Δημήτρης Λιγνάδης, με τις ψήφους τριών ενόρκων και μιας δικαστού, κρίθηκε ένοχος για τους βιασμούς εις βάρος δύο ανηλίκων. Αθωώθηκε για τον βιασμό του πρώτου καταγγέλλοντα – απόφαση για την οποία άσκησε έφεση εισαγγελέας εφετών και θα εκδικαστεί εκ νέου στο Εφετείο. Του επιβλήθηκε κατά συγχώνευση ποινή 12 ετών – επίσης ασκήθηκε έφεση διότι είναι προκλητικά χαμηλή. Αποφασίστηκε να δοθεί ανασταλτικός χαρακτήρας στην έκτιση της ποινής μέχρι το εφετείο. Αποφασίστηκε δηλαδή ένας άνθρωπος που κρίθηκε ένοχος για βαριά κακουργήματα να γυρίσει σπίτι του. Γιατί πολλές φορές η δικαιοσύνη δεν αποδίδεται στα δικαστήρια.

5. Συγκάλυψη Novartis

Από τη σκανδαλώδη αρχειοθέτηση του σκέλους της υπόθεσης που αφορούσε τους πρώην υπουργούς Άδωνι Γεωργιάδη και Δημήτρη Αβραμόπουλο, στους λογαριασμούς των οποίων βρέθηκαν αδιευκρίνιστα ποσά που η προέλευσή τους δε διερευνήθηκε ποτέ, μέχρι τις συστηματικές απόπειρες απαλλαγής άλλων βασικών εμπλεκομένων, όπως του Ανδρέα Λοβέρδου και του Νίκου Μανιαδάκη, η Δικαιοσύνη φαίνεται ότι ακολούθησε την τακτική της συγκάλυψης. Τα στοιχεία που οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα είναι συνταρακτικά.

Είχαν προηγηθεί οι προσπάθειες συγκεκριμένων λειτουργών της Δικαιοσύνης να απαλλάξουν εμπλεκόμενους στο σκάνδαλο με πρωτοφανείς ακροβασίες και νομικισμούς, ερμηνείες νόμων κατά το δοκούν και βέβαια με τη χρήση νομικών όρων, οι οποίοι είχαν μόλις εφευρεθεί. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι βέβαια η χρήση του διαβόητου πια όρου «αδιευκρίνιστα» που αφορούσε ποσά τα οποία βρέθηκαν στους λογαριασμούς των Άδωνι Γεωργιάδη και Δημήτρη Αβραμόπουλου.

«Καθάρισαν» Γεωργιάδη και Αβραμόπουλο

Στην προσπάθεια αποσιώπησης κάθε αλήθειας που αφορά το μεγάλο σκάνδαλο της Novartis κυριαρχεί ασφαλώς η αρχειοθέτηση του σκέλους που αφορά τους δύο πρώην υπουργούς Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη και Δημήτρη Αβραμόπουλο. Προκειμένου να γίνει η αρχειοθέτηση, αγνοήθηκαν ακόμη και στοιχεία από τα πορίσματα των επίκουρων οικονομικών εισαγγελέων. Η πράξη αρχειοθέτησης για τον Άδωνι Γεωργιάδη συντάχθηκε παρά το γεγονός ότι οι Αρχές είχαν εντοπίσει «πιθανές φορολογικές παραβάσεις» και «αδιευκρίνιστες» καταθέσεις περίπου 350.000 ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς εταιρειών συμφερόντων του πρώην υπουργού, οι οποίες όμως δε διερευνήθηκαν ποτέ.

Ανάλογα προβληματική είναι και η πράξη αρχειοθέτησης που αφορά τον Δημήτρη Αβραμόπουλο. Και στην περίπτωση του «γαλάζιου» πρώην υπουργού Υγείας εντοπίστηκαν «αδιευκρίνιστες πιστώσεις» σχεδόν 1 εκατ. ευρώ, ενώ από τα στοιχεία της πράξης αρχειοθέτησης προκύπτει επίσης ότι η πεθερά του κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό 100.000 ευρώ σε χαρτονομίσματα των 500 ευρώ, τα οποία μάλιστα κατατέθηκαν σε μετρητά.

Παράλληλα, προέκυψαν ενδείξεις υπερτιμολόγησης επί υπουργίας του σε ό,τι αφορά την προμήθεια αντιδραστηρίων για τον μοριακό έλεγχο του αίματος. Και σ’ αυτή την περίπτωση, παρότι υπήρχαν στοιχεία που παραμένουν «αδιευκρίνιστα», ο εισαγγελέας έκρινε ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση και ότι ο πρώην υπουργός Υγείας δε χρειάζεται καν να κληθεί για να δώσει εξηγήσεις.

Πώς πήγαν να απαλλάξουν τον Λοβέρδο

Ο μόνος πολιτικός εμπλεκόμενος στο σκάνδαλο Novartis του οποίου η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, αφού έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη, είναι ο Ανδρέας Λοβέρδος. Αυτό, ωστόσο, δε σημαίνει ότι δεν έγιναν προσπάθειες ώστε τα πιθανά αδικήματα που έχει τελέσει ο πρώην υπουργός Υγείας να κριθούν παραγραμμένα.

Συγκεκριμένα, την υπόθεση Λοβέρδου είχε κρίνει παραγραμμένη η ανακρίτρια κατά της διαφθοράς Γλυκερία Ιωαννίδου, η οποία είχε κρατήσει τον φάκελο της δικογραφίας στο συρτάρι της επί δύο χρόνια χωρίς να προβεί σε καμία ανακριτική ενέργεια. Ωστόσο, το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο με βούλευμα που εξέδωσε υιοθέτησε πλήρως την εισαγγελική πρόταση του εισαγγελέα πρωτοδικών Ιωακείμ Κασωτάκη σχετικά με τη μη παραγραφή των αδικημάτων που βαραίνουν τον πρώην υπουργό και διέταξε τη συνέχιση της ανάκρισης.

Αναλυτικότερα, η ανακρίτρια που κλήθηκε να χειριστεί τη δικογραφία με την ποινική δίωξη στον Ανδρέα Λοβέρδο από την πρώην εισαγγελέα διαφθοράς Ελένη Τουλουπάκη για το αδίκημα της δωροληψίας κατ’ εξακολούθηση πολιτικού προσώπου «απεφάνθη» λίγο πριν από τις εκλογές για πρόεδρο στο τότε ΚΙΝΑΛ (στις οποίες ο Λοβέρδος ήταν υποψήφιος) ότι τα αδικήματα για τα οποία βαρύνεται έχουν παραγραφεί λόγω του εξαμβλωματικού νόμου περί ευθύνης υπουργών. Ειδικότερα, η ανακρίτρια Ιωαννίδου εξέφρασε τη «διαφωνία» της για την ασκηθείσα ποινική δίωξη ερμηνεύοντας τον νόμο περί ευθύνης υπουργών και τούτο μολονότι η Βουλή το 2018 είχε κρίνει ακριβώς τα αντίθετα από τη νομική επιχειρηματολογία της, όπως άλλωστε και η εισαγγελία, η οποία είχε προχωρήσει τον Νοέμβριο του 2019 στην άσκηση δίωξης.

Στη συνέχεια, ωστόσο, ο εισαγγελέας πρωτοδικών Ιωακείμ Κασωτάκης με μια νομική επιχειρηματολογία που δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνείας «άδειασε» την ανακρίτρια για τη «διαφωνία» που είχε εκφράσει με την ασκηθείσα ποινική δίωξη στον πρώην υπουργό Υγείας. Ο εισαγγελέας στην πρόταση προς το δικαστικό συμβούλιο υπογράμμιζε ότι «παραδεκτώς» ασκήθηκε η ποινική δίωξη στον Ανδρέα Λοβέρδο και ότι δεν έχουν παραγραφεί τα αδικήματα που βαραίνουν τον πρώην υπουργό, καθώς δεν ισχύει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, μια και γι’ αυτό είχε αποφανθεί η ελληνική Βουλή και είχε παραπέμψει την υπόθεση στην τακτική Δικαιοσύνη.

Η περίπτωση Λοβέρδου, όμως, έχει ενδιαφέρον για ακόμη έναν λόγο. Η πρώην εισαγγελέας κατά της διαφθοράς Ελένη Τουλουπάκη είχε εντοπίσει έγγραφο του FBI, το οποίο κατά την ερμηνεία της πιστοποιούσε ότι το 2010 ο Λοβέρδος εισήγαγε δύο νέα φάρμακα της Novartis, διαδικασία για την οποία πήρε 20.000 ευρώ. Η Ελένη Τουλουπάκη απέστειλε αίτημα στην ανακρίτρια του ειδικού δικαστηρίου Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, ώστε αυτό το έγγραφο να διαβιβαστεί και να συμπεριληφθεί στην ανοιχτή δικογραφία σε βάρος του πρώην υπουργού, ώστε να μην κλείσει η ανάκριση με τυπικές κλήσεις όπως φημολογείται. Η Αλεβιζοπούλου, κατά την πάγια τακτική της, ούτε δέχθηκε ούτε απέρριψε το αίτημα, παρά δήλωσε ότι επιφυλάσσεται. Τελικά, δεν έπραξε απολύτως τίποτα.

«Βάφτισαν» τον Μανιαδάκη άτυπο σύμβουλο

Ο Νίκος Μανιαδάκης, ένας εκ των βασικότερων εμπλεκομένων στην υπόθεση Novartis, εξακολουθεί να ερευνάται από την Οικονομική Εισαγγελία για συνέργεια σε δωροδοκία τρίτων και για ξέπλυμα βρόμικου χρήματος. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών επιχείρησε, ακολουθώντας μια προκλητική και εκτός κάθε νομικής λογικής πρακτική, να τον απαλλάξει. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και αργότερα και η Εισαγγελία Εφετών, η οποία αφού άσκησε έφεση κατά του κατάπτυστου βουλεύματος τελικά συντάχτηκε με την άποψη του συμβουλίου, έκρινε ότι ο Μανιαδάκης πρέπει να απαλλαγεί από τις κατηγορίες που τον βάρυναν επειδή ήταν άτυπος σύμβουλος των υπουργών Υγείας, δεν είχε διοριστεί δηλαδή επισήμως σε θέση συμβούλου υπουργού, καθώς και ότι οι επιτροπές στις οποίες συμμετείχε δεν είχαν αντικείμενο συναφές με την τιμολόγηση των φαρμάκων.

Βέβαια, ο Μανιαδάκης δε θα μπορούσε ποτέ να έχει διοριστεί σύμβουλος επειδή είναι εκ της θέσεώς του. Επειδή δηλαδή ήταν καθηγητής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας και επομένως είχε ρόλο συμβούλου υπουργών. Όπως επίσης δε θα μπορούσε να πληρώνεται ως σύμβουλος υπουργών, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν παράνομο, αφού ούτως ή άλλως ήταν δημόσιος υπάλληλος και πληρώνεται ως τέτοιος.

Εξάλλου, στην ίδια τη δικογραφία της Novartis εμπεριέχεται πληθώρα στοιχείων –πολλά εκ των οποίων αναφέρονται και στο επίμαχο βούλευμα– βάσει των οποίων σκιαγραφείται σαφώς ότι ο Μανιαδάκης υπήρξε ιδιαιτέρως «στενός σύμβουλος», μεταξύ άλλων, των πρώην υπουργών Υγείας Ανδρέα Λοβέρδου και Άδωνι Γεωργιάδη. Επιπλέον, ο ίδιος ο Μανιαδάκης έχει παραδεχθεί τόσο στην προανακριτική επιτροπή της Βουλής όσο και όταν κατέθετε ως προστατευόμενος μάρτυρας (υπό το κωδικό όνομα «Ιωάννης Αναστασίου») ότι υπήρξε συνεργάτης του πρώην υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη αλλά και των Ανδρέα Λοβέρδου και Μάκη Βορίδη. Στις 29 Ιανουαρίου 2018, συγκεκριμένα, ο προστατευόμενος μάρτυρας «Ιωάννης Αναστασίου», που όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ήταν ο Νίκος Μανιαδάκης, είχε περιγράψει τον εαυτό του ως στενό συνεργάτη του Γεωργιάδη, αναφέροντας ότι μεταξύ των συνεργατών του υπουργού ήταν και «ο από πολλά έτη συνεργάτης του Νικόλαος Μανιαδάκης, καθηγητής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, σύμβουλός του σε θέματα τρόικας και πολιτικής υγείας».

Ακόμη, σημαντικότερα στοιχεία της δικογραφίας είναι τα πλείστα mails που στέλνονται από τον Μανιαδάκη στο υπουργικό γραφείο του τότε υπουργού. Αυτά τα mails εμπεριέχουν προσχέδια υπουργικών αποφάσεων, τα οποία μόλις λίγα λεπτά μετά την παραλαβή τους, αποστέλλονται από τον πρώην υπουργό στα πρόσωπα που είχε ζητήσει ο Μανιαδάκης. Κάποια από αυτά τα προσχέδια αφορούσαν και τιμολόγηση φαρμάκων.

Ο Μανιαδάκης, βάσει των καταθέσεων των προστατευόμενων μαρτύρων, φέρεται να ήταν ο δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ της Novartis και της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας, την οποία η εταιρεία ήθελε να χειραγωγήσει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Νίκος Μανιαδάκης –σύμφωνα πάντα με τους προστατευόμενους μάρτυρες– φέρεται να έδινε «δώρα» και να παρακρατούσε το 10-20% του ποσού.

Φρουζής και δύο γιατροί οι μόνοι κατηγορούμενοι

Στην Ελλάδα το –βαφτισμένο «σκευωρία»– σκάνδαλο Novartis για τη Δικαιοσύνη αφορά κυριολεκτικά μόνο τρία πρόσωπα: τον πρώην αντιπρόεδρο της φαρμακευτικής πολυεθνικής Κωνσταντίνο Φρουζή και δύο γιατρούς. Πρόκειται για τους τρεις οι οποίοι παραπέμπονται σε δίκη σύμφωνα με απόφαση του δικαστικού συμβουλίου τον περασμένο Φεβρουάριο. Ο Φρουζής παραπέμφθηκε συγκεκριμένα για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ενώ οι δύο γιατροί για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος.

Οι δύο γιατροί, με ειδικότητα ψυχιάτρου, εμφανίστηκαν να συνταγογραφούσαν σκευάσματα της Novartis αντί αντιτίμου. Μάλιστα, στον ένα από τους δύο βρέθηκαν και τρία εμβάσματα από την εταιρεία συνολικού ύψους 4.000 ευρώ. Αρχικά, βεβαίως, είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε συνολικά 15 άτομα. Μεταξύ αυτών καρδιολόγοι, παθολόγοι, νευρολόγοι, οι οποίοι φέρονται να είχαν λάβει από τη Novartis ποσά που ξεκινούσαν από τις 3.000 ευρώ και έφταναν μέχρι και τις 78.000, όπως και πρώην ανώτερα και ανώτατα στελέχη της Novartis.

Ωστόσο, οι δραματικές καθυστερήσεις στην έρευνα και οι αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα που ψηφίστηκαν λίγο πριν από τις εκλογές του 2019 επέφεραν την παραγραφή των πιθανών αδικημάτων τους, ενώ η ίδια η κυβέρνηση επί τουλάχιστον δύο χρόνια δεν έκανε το παραμικρό ώστε να διεκδικήσει αποζημιώσεις από τον φαρμακευτικό κολοσσό, ο οποίος έχει πληρώσει περί τα 350 εκατ. δολάρια στις ΗΠΑ για όσα έκανε στην Ελλάδα. Παρότι, μάλιστα, είχε γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους από τον Δεκέμβριο του 2020, σύμφωνα με την οποία μπορούσε να καταθέσει αγωγή κατά της Novartis, το υπουργείο Υγείας προχώρησε σε σύσταση επιτροπής για εξωδικαστικό συμβιβασμό και τελικά ανακοίνωσε διά του αρμόδιου υπουργού Θάνου Πλεύρη ότι θα καταθέσει αγωγή.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου