Το τέλος της ανταποδοτικότητας: Πώς το «ψαλίδι» Κατρούγκαλου κουτσούρεψε το εφάπαξ για πάντα

Για δεκαετίες, το εφάπαξ αποτελούσε για τον Έλληνα εργαζόμενο το «ιερό δισκοπότηρο» της συνταξιοδότησης. Ήταν εκείνο το πολυπόθητο ποσό που θα εξοφλούσε το στεγαστικό, θα προίκιζε τα παιδιά ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα εξασφάλιζε μια αξιοπρεπή και άνετη τρίτη ηλικία. Σήμερα, όμως, το 2026, η πραγματικότητα μοιάζει περισσότερο με κακόγουστο αστείο. Όσοι βγαίνουν στη σύνταξη έρχονται αντιμέτωποι με μια οδυνηρή διαπίστωση: το εφάπαξ τους δεν είναι απλώς «κουτσουρεμένο», αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις έχει μετατραπεί σε μια άτοκη επιστροφή εισφορών, η οποία έχει ήδη καταβροχθιστεί από το θηρίο του πληθωρισμού. Ο νόμος Κατρούγκαλου, οι διατάξεις του οποίου όχι μόνο επιβίωσαν αλλά και ρίζωσαν στο ασφαλιστικό μας σύστημα, δημιούργησε μια νέα γενιά συνταξιούχων που παίρνουν πίσω λιγότερα από όσα πλήρωσαν σε πραγματική αξία.
Η παγίδα του 2013 και ο χωρισμός στα δύο
Το μεγάλο «κόλπο» του νόμου 4387/2016 κρύβεται στη λεπτομέρεια του τρόπου υπολογισμού, ο οποίος πλέον λειτουργεί σαν μια μηχανή του χρόνου με δύο ταχύτητες. Το εφάπαξ χωρίστηκε σε δύο μέρη, με το έτος 2013 να αποτελεί το ορόσημο της καταστροφής. Για τα χρόνια εργασίας μέχρι το τέλος του 2013, ο υπολογισμός παραμένει σχετικά γνώριμος, βασισμένος στο 60% του μέσου όρου των αποδοχών της πενταετίας 2009-2013. Αυτό το τμήμα είναι και το μοναδικό που θυμίζει κάπως την παλιά «ανταποδοτικότητα», ευνοώντας ελαφρώς τους παλαιότερους ασφαλισμένους που πρόλαβαν να δουλέψουν αρκετά χρόνια πριν τη μεγάλη αλλαγή.
Ωστόσο, το δεύτερο τμήμα, που αφορά τα χρόνια από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, είναι εκεί που το σύστημα δείχνει τα δόντια του. Εδώ δεν υπάρχει πια ποσοστό επί του μισθού, ούτε εγγυημένη απόδοση. Υπάρχει μόνο η επιστροφή των εισφορών που κατέβαλε ο ασφαλισμένος, και μάλιστα με τον πιο άδικο τρόπο: άτοκα. Στην ουσία, ο εργαζόμενος δανείζει στο κράτος τα χρήματά του για δέκα, δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια και το κράτος του τα επιστρέφει στην ονομαστική τους αξία, την ώρα που η αγοραστική τους δύναμη έχει κάνει φτερά.
Το πληθωριστικό σοκ και η απώλεια της ανταποδοτικότητας
Αν κάποιος αναλύσει την πρόσφατη έρευνα της ΕΝΥΠΕΚΚ, θα καταλάβει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο λογιστικό, αλλά βαθιά κοινωνικό. Ο πληθωρισμός των τελευταίων ετών έχει λειτουργήσει ως ένας αόρατος «κλέφτης». Όταν ένας ασφαλισμένος παίρνει πίσω τις εισφορές που πλήρωσε το 2014 με τις τιμές του 2026, στην πραγματικότητα εισπράττει ένα ποσό που αξίζει πολύ λιγότερο. Ο νόμος Κατρούγκαλου ουσιαστικά κατήργησε κάθε έννοια ανταποδοτικότητας για τη νέα γενιά εργαζομένων.
Όσοι εισήλθαν στην αγορά εργασίας μετά το 2014 βρίσκονται στην πιο δυσμενή θέση. Για αυτούς, το εφάπαξ δεν είναι παροχή, αλλά ένας κουμπαράς που δεν δίνει τόκο, ενώ το κράτος τον κρατά κλειδωμένο μέχρι τα βαθιά τους γεράματα. Η μείωση που αγγίζει το 23% δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε μια στατιστική μελέτη, αλλά η διαφορά ανάμεσα στο να μπορείς να ανακαινίσεις το σπίτι σου και στο να μπορείς απλώς να πληρώσεις τα κοινόχρηστα μερικών μηνών.
Η στρατηγική της «αναμονής» και η μάταιη ισοφάριση
Μέσα σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον, ο κανόνας που εισήχθη και διατηρήθηκε από τις μετέπειτα κυβερνήσεις είναι κυνικός: το εφάπαξ βαίνει μειούμενο κάθε χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι αν δύο άνθρωποι με την ίδια ακριβώς καριέρα βγουν στη σύνταξη με διαφορά ενός έτους, αυτός που θα βγει αργότερα θα πάρει αναλογικά λιγότερα, γιατί το «κακό» κομμάτι του υπολογισμού (το μετά το 2014) καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της συνολικής περιόδου ασφάλισης.
Η μόνη συμβουλή που δίνεται στους ασφαλισμένους για να «ισοφαρίσουν» τις απώλειες είναι να παραμείνουν στην εργασία για περισσότερα χρόνια. Πρόκειται όμως για μια παγίδα. Η παραμονή στην εργασία αυξάνει το ποσό μόνο επειδή προστίθενται περισσότερες εισφορές, όχι επειδή βελτιώνεται η απόδοση του συστήματος. Είναι σαν να προσπαθείς να γεμίσεις ένα τρύπιο βαρέλι ρίχνοντας νερό με μεγαλύτερη ταχύτητα. Στο τέλος, ο χρόνος που χάνεις από την προσωπική σου ζωή δεν αναπληρώνεται από την πενιχρή αύξηση ενός ποσού που, έτσι κι αλλιώς, υπολογίζεται χωρίς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας.
Οι κρυφές παρακρατήσεις και το τέλος των προκαταβολών
Σαν να μην έφτανε ο τρόπος υπολογισμού, ο νόμος έφερε και άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις. Η δυνατότητα προκαταβολής μέρους του εφάπαξ, που συχνά έδινε μια ανάσα σε εργαζόμενους που αντιμετώπιζαν έκτακτες ανάγκες, αποτελεί πλέον παρελθόν. Επιπλέον, το εφάπαξ, παρότι τυπικά δεν έχει κρατήσεις, μπορεί να γίνει «φύλλο και φτερό» πριν καν φτάσει στα χέρια του δικαιούχου.
Αν υπάρχουν οφειλές στην Εφορία, το κράτος παρακρατά αυτόματα μέχρι και το 50% του ποσού. Αν υπάρχει δάνειο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η δόση αφαιρείται στην πηγή. Αν υπάρχουν χρέη στον ΕΦΚΑ, το εφάπαξ λειτουργεί ως ο απόλυτος μηχανισμός είσπραξης για το δημόσιο. Έτσι, ο συνταξιούχος που περίμενε μια γερή δόση ρευστότητας, συχνά καταλήγει με ένα ποσό που ίσα-ίσα καλύπτει παλιές τρύπες, χωρίς να του μένει τίποτα για το μέλλον.
Η νέα πραγματικότητα: Ένας «κουτσουρεμένος» θεσμός
Είναι σαφές ότι το εφάπαξ, όπως το γνωρίζαμε, έχει πεθάνει. Η μετάβαση στο διανεμητικό σύστημα προκαθορισμένων εισφορών με νοητή κεφαλαιοποίηση είναι ένας κομψός τεχνικός όρος για να περιγραφεί η υποβάθμιση μιας κοινωνικής παροχής σε μια απλή, άτοκη αποταμίευση. Για τον μέσο εργαζόμενο, η συνταξιοδότηση δεν συνοδεύεται πλέον από την ασφάλεια ενός κεφαλαίου, αλλά από τη μελαγχολία μιας επιστροφής χρημάτων που δεν έχουν πια την ίδια αξία.
Το εφάπαξ του 2026 είναι το σύμβολο μιας εποχής όπου οι ασφαλισμένοι καλούνται να πληρώσουν το μάρμαρο των προηγούμενων δεκαετιών, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα την υπόσχεση ότι τουλάχιστον «πήραν κάτι πίσω». Το αν αυτό το «κάτι» αρκεί για να ζήσει κανείς με αξιοπρέπεια, είναι μια ερώτηση που ο νόμος Κατρούγκαλου και η διατήρησή του από το πολιτικό σύστημα έχουν ήδη απαντήσει με τον πιο σκληρό τρόπο.





0 ΣΧΟΛΙΑ