Πώς τα λάθος πτυχία και η έλλειψη δεξιοτήτων κοστίζουν στην οικονομία – 37.658 φοιτητές έφυγαν για σπουδές στο εξωτερικό

Η μεγάλη συμμετοχή των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν μεταφράζεται αυτόματα σε καλύτερες δεξιότητες, ισχυρότερη παραγωγικότητα και περισσότερες θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα νέας μελέτης της Μονάδας Οικονομικής Ανάλυσης και Έρευνας της Eurobank, η οποία εξετάζει την εικόνα των ελληνικών πανεπιστημίων, τη σχέση τους με την αγορά εργασίας και το αναπτυξιακό όφελος που θα μπορούσε να προκύψει εάν η Ελλάδα πλησίαζε τις χώρες με τα πιο προηγμένα συστήματα ανώτατης εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η μακροχρόνια επίδραση στο ΑΕΠ θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να φτάσει ακόμη και στο 10,8%-12,7%.
Πολλά πτυχία, αλλά μεγάλο κενό ανάμεσα στις σπουδές και την αγορά εργασίας
Η μελέτη, την οποία υπογράφουν ο επικεφαλής οικονομολόγος της Eurobank Δρ. Τάσος Αναστασάτος και ο ερευνητής οικονομολόγος Δρ. Κωνσταντίνος Πέππας, καταγράφει αρχικά μια ιδιαιτερότητα της Ελλάδας: η πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση είναι εξαιρετικά εκτεταμένη. Στην ηλικία των 20 ετών, το μέσο ποσοστό συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έφτασε την περίοδο 2013-2024 το 55,7%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 ήταν 33,1%. Παράλληλα, περισσότεροι από 75.000 πρωτοετείς φοιτητές εισέρχονταν κάθε χρόνο σε πανεπιστήμια και ιδρύματα του τεχνολογικού τομέα την περίοδο 2001-2023, ενώ οι προπτυχιακοί φοιτητές εντός των κανονικών εξαμήνων σπουδών κινούνταν κοντά στις 300.000 ετησίως.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση στις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές ξεπέρασαν τις 106.000 το 2023, αριθμός πάνω από οκτώ φορές μεγαλύτερος σε σχέση με το 2001, ενώ οι υποψήφιοι διδάκτορες σχεδόν τριπλασιάστηκαν, φτάνοντας τις 33.700. Το βασικό ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο το πόσοι σπουδάζουν, αλλά τι γνώσεις και δεξιότητες αποκτούν. Η μελέτη επαναφέρει παλαιότερα στοιχεία της έρευνας PIAAC του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τα οποία το 19% των αποφοίτων πανεπιστημίου στην Ελλάδα είχε χαρακτηριστεί λειτουργικά αναλφάβητο. Αντίστοιχη ανησυχία προκύπτει από τη σύγκριση των βασικών δεξιοτήτων ανά ηλικιακή ομάδα. Ενώ σε άλλες χώρες καταγράφεται σημαντική βελτίωση των δεξιοτήτων των νεότερων γενεών σε βάθος δεκαετιών, στην Ελλάδα η πρόοδος εμφανίζεται πολύ πιο περιορισμένη.
Οι νέοι ηλικίας 25 έως 34 ετών, μάλιστα, παρουσιάζουν περίπου αντίστοιχες επιδόσεις στον εγγραμματισμό με άτομα ηλικίας 55 έως 65 ετών, παρά το γεγονός ότι το ποσοστό των πτυχιούχων έχει αυξηθεί θεαματικά. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται στη μελέτη με τον κίνδυνο του λεγόμενου «πληθωρισμού πτυχίων», δηλαδή της αύξησης του αριθμού των τίτλων σπουδών χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των πραγματικών γνώσεων και ικανοτήτων. Η προβληματική εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν εξετάζεται η σύνδεση των σπουδών με την αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με στοιχεία του CEDEFOP, η Ελλάδα είχε το 2017 την τρίτη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ 31 χωρών στην αντιστοίχιση δεξιοτήτων με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, ενώ το 2024 βρέθηκε στη δεύτερη χαμηλότερη θέση. Παράλληλα, την περίοδο 2008-2025 η χώρα είχε το τέταρτο υψηλότερο ποσοστό υπερ-ειδίκευσης στην ΕΕ-27 και το δεύτερο υψηλότερο το 2025. Πρόκειται για πτυχιούχους που απασχολούνται σε θέσεις χαμηλότερης ή μεσαίας ειδίκευσης από αυτή που αντιστοιχεί στις σπουδές τους. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη μελέτη, μπορεί να σχετίζεται τόσο με την υπερπροσφορά πτυχιούχων όσο και με τη δομή της ίδιας της ελληνικής οικονομίας, η οποία δεν δημιουργεί αρκετές θέσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στις νέες τεχνολογίες. Η ταχεία εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης δημιουργεί ανάγκη για ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών, αλλά και για εκτεταμένο reskilling και upskilling του εργατικού δυναμικού.
Το πανεπιστήμιο, τονίζει η μελέτη, θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην κριτική σκέψη, στην προσαρμοστικότητα, στη συνεργασία και στα λεγόμενα soft skills, αντί να περιορίζεται στη συσσώρευση θεωρητικών γνώσεων. Ταυτόχρονα, η έρευνα καταγράφει θετικές εξελίξεις στον τομέα της επιστημονικής παραγωγής. Οι δημοσιεύσεις των ελληνικών πανεπιστημίων έχουν υπερτετραπλασιαστεί από το 2000, ενώ έχει αυξηθεί σημαντικά και η διεθνής απήχησή τους. Οι αναφορές σε ελληνικές επιστημονικές δημοσιεύσεις αυξήθηκαν κατά 10,4 φορές και η συνολική ποιότητα της ερευνητικής δραστηριότητας εμφανίζει σαφή βελτίωση. Το οικονομικό όφελος από περαιτέρω αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης θα μπορούσε να είναι πολύ μεγάλο.
Σύμφωνα με το οικονομετρικό μοντέλο της μελέτης, εάν η Ελλάδα πλησίαζε τις πιο ανεπτυγμένες χώρες ως προς την ποιότητα της έρευνας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, το ΑΕΠ θα μπορούσε μακροχρόνια να αυξηθεί κατά 10,8% έως 12,7%. Με βάση τα δεδομένα του 2025, το αποτέλεσμα αυτό αντιστοιχεί σε σωρευτική αύξηση του ΑΕΠ ανά εργαζόμενο κατά περίπου 6.200 έως 7.300 ευρώ. Μάλιστα, περίπου η μισή από αυτή την επίδραση εκτιμάται ότι θα μπορούσε να εμφανιστεί σε χρονικό ορίζοντα τριών έως πέντε ετών. Ένας ακόμη κρίσιμος στόχος αφορά τους ξένους φοιτητές. Σήμερα περίπου 25.000 αλλοδαποί σπουδάζουν στην Ελλάδα, ενώ η μελέτη προτείνει ως φιλόδοξο αλλά εφικτό στόχο την αύξησή τους στις 100.000.
Διαβάστε επίσης
Η άμεση οικονομική συνεισφορά ενός τέτοιου αριθμού φοιτητών εκτιμάται κοντά στο 1 δισ. ευρώ ετησίως, χωρίς να συνυπολογίζονται τα ευρύτερα οφέλη από την κατανάλωση, την έρευνα, τη μεταφορά γνώσης και την πιθανή παραμονή εξειδικευμένου προσωπικού στη χώρα. Για να γίνει αυτό, όμως, δεν αρκεί απλώς η αύξηση των διαθέσιμων θέσεων. Η Eurobank επισημαίνει την ανάγκη για περισσότερα αγγλόφωνα προγράμματα, διεθνείς πιστοποιήσεις, υποτροφίες, καλύτερες φοιτητικές υπηρεσίες, συνεργασίες με πανεπιστήμια του εξωτερικού και συνολική αναβάθμιση της διεθνούς εικόνας των ελληνικών ΑΕΙ. Παράλληλα, προτείνεται περιορισμός των εισακτέων σε κλάδους όπου δεν υπάρχει επαρκής επαγγελματική ζήτηση και ενίσχυση τομέων που συνδέονται με τις νέες ανάγκες της οικονομίας, όπως Τεχνητή Νοημοσύνη, μεγάλα δεδομένα, cloud computing, κυβερνοασφάλεια, προηγμένη μεταποίηση, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και κυκλική οικονομία.






0 ΣΧΟΛΙΑ