Μισθοί 2026: Το «αγκάθι» της παραγωγικότητας και το στοίχημα των αυξήσεων – Γιατί η Τράπεζα της Ελλάδος κρούει τον κώδωνα του κινδύνου

Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό και τις γενικότερες αποδοχές των εργαζομένων στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μια απλή άσκηση επί χάρτου. Με τον πληθωρισμό να παραμονεύει και την κρίση στη Μέση Ανατολή να προκαλεί νέους κλυδωνισμούς στις τιμές ενέργειας και το κόστος μεταφορών, η Τράπεζα της Ελλάδος ξεκαθαρίζει πως οι αυξήσεις, για να είναι βιώσιμες και να μην εξανεμιστούν από την ακρίβεια, επιβάλλεται να συμβαδίζουν απόλυτα με την παραγωγικότητα της εργασίας.
Η παραγωγικότητα ως το μοναδικό κλειδί για την αγοραστική δύναμη
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της κεντρικής τράπεζας, η ουσιαστική ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από μια κυβερνητική απόφαση για τον κατώτατο μισθό. Αν δεν συνοδεύεται από γενναίες επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση των επιχειρήσεων και συνεχή βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, κάθε μισθολογική αύξηση θα παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς. Ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος επισημαίνει με έμφαση πως χωρίς την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, οι μισθοί είναι αδύνατον να αυξηθούν με σταθερό και μη πληθωριστικό τρόπο, θέτοντας έτσι το ζήτημα σε μια πιο ρεαλιστική οικονομική βάση.
Η ακτινογραφία της ελληνικής πραγματικότητας από το 2016 έως το 2026
Τα πρόσφατα στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για το έτος 2026 δείχνουν μια οριακή μόνο βελτίωση στην παραγωγικότητα, η οποία από τις 45,8 μονάδες το 2016 σκαρφάλωσε στις 49,6 μονάδες φέτος. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η υστέρηση παραμένει εμφανής, καθώς η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας υπολείπεται ακόμη κατά περίπου 14% σε σχέση με τα επίπεδα του 2009. Η Ελλάδα ξεκινά από μια εξαιρετικά χαμηλή βάση συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη για ταχύτερη επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Οι κλάδοι που εμφανίζουν τις μεγαλύτερες απώλειες
Η υστέρηση στην παραγωγικότητα δεν παρουσιάζει ομοιομορφία σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Το εμπόριο και η εστίαση καταγράφουν τη μεγαλύτερη πτώση, η οποία αγγίζει το 38,5% από το 2009, ενώ οι διοικητικές υπηρεσίες ακολουθούν με απώλειες της τάξης του 37%. Την ίδια στιγμή, οι κατασκευές παρουσιάζουν κάμψη 13%. Ωστόσο, το εννεάμηνο του 2025 έφερε κάποιες θετικές ενδείξεις, με τον αγροτικό τομέα να εμφανίζει αύξηση παραγωγικότητας κατά 16,3% και τις κατασκευές να ανακάμπτουν με 3,5%, ενώ η βιομηχανία κινήθηκε σε πολύ χαμηλούς ρυθμούς με μόλις 1,1%.
Διαβάστε επίσης
Η σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και ο στόχος των επενδύσεων
Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, αναφέροντας πως η συνολική παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας ανέρχεται μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Για να επιτευχθεί μια ουσιαστική σύγκλιση, οι επενδύσεις θα πρέπει να ξεπερνούν σταθερά το 22% του ΑΕΠ ετησίως. Στο πλαίσιο αυτό, οι περισσότεροι φορείς που συμμετέχουν στη διαβούλευση εισηγούνται μια συνετή αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού κοντά στο 4%, ώστε να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα και να μείνουν οι πληθωριστικές προσδοκίες ευθυγραμμισμένες με τους στόχους των νομισματικών αρχών.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα ως αστάθμητος παράγοντας
Η νέα γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή προσθέτει ένα επιπλέον στρώμα αβεβαιότητας στις οικονομικές προβλέψεις. Η γενίκευση των εχθροπραξιών ενδέχεται να επηρεάσει άμεσα τις τιμές της ενέργειας και το κόστος των μεταφορών, τροφοδοτώντας εκ νέου τον πληθωρισμό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι πιέσεις για μισθολογικές αυξήσεις θα ενταθούν αναπόφευκτα, όμως χωρίς την αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να υπονομευθεί η εθνική οικονομία και να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος ακρίβειας που θα πλήξει τελικά τους ίδιους τους εργαζόμενους.






0 ΣΧΟΛΙΑ