Καταναλωτικά δάνεια: Το νέο ανώτατο όριο στο συνολικό κόστος και ο κίνδυνος αποκλεισμού για χιλιάδες καταναλωτές

Σε τροχιά σημαντικών ανατροπών εισέρχεται η εγχώρια αγορά καταναλωτικής πίστης, καθώς αναμένεται η έκδοση της τελικής υπουργικής απόφασης που θα ορίσει τους νέους, αυστηρότερους κανόνες δανειοδότησης. Σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία οι πληθωριστικές πιέσεις και το αυξημένο κόστος διαβίωσης επιβαρύνουν σημαντικά τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, το νέο κανονιστικό πλαίσιο ενδέχεται να περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα πρόσβασης σε δανειακά κεφάλαια για μια ευρεία κατηγορία πολιτών.
Ο Νόμος 5317/2026, ο οποίος σχεδιάστηκε με πρωταρχικό στόχο την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών από υπερβολικές χρεώσεις και υπέρογκες επιβαρύνσεις, φαίνεται πως δημιουργεί νέες ισορροπίες. Παράγοντες του χρηματοπιστωτικού τομέα εκτιμούν ότι οι νέοι περιορισμοί θα επηρεάσουν άμεσα τα πιστωτικά ιδρύματα που εφαρμόζουν πολιτικές δεύτερης ευκαιρίας, όπως η tbi bank. Βάσει των σχετικών εκτιμήσεων, περίπου 300.000 καταναλωτές, οι οποίοι υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να λάβουν έγκριση από εξειδικευμένες τράπεζες, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με κλειστές πόρτες, παρά το γεγονός ότι σήμερα εξυπηρετούν δάνεια με υψηλότερο κόστος λόγω περιορισμένης πρόσβασης στο συστημικό τραπεζικό περιβάλλον.
Τα ανώτατα όρια στο συνολικό κόστος δανεισμού
Η έναρξη εφαρμογής του νέου πλαισίου έχει προγραμματιστεί για τις 20 Νοεμβρίου, ενώ οι τελικές λεπτομέρειες θα οριστικοποιηθούν με τις επικείμενες κανονιστικές αποφάσεις. Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται το άρθρο 40, το οποίο θεσπίζει αυστηρά ανώτατα όρια στο συνολικό κόστος της καταναλωτικής πίστης, υπολογίζοντας αθροιστικά τους τόκους, τις προμήθειες και κάθε είδους συνοδευτικές επιβαρύνσεις.
Ειδικότερα, τα νέα ανώτατα όρια διαμορφώνονται κλιμακωτά ανάλογα με τη διάρκεια της σύμβασης. Για δάνεια διάρκειας έως τέσσερα έτη, το συνολικό κόστος δεν μπορεί να υπερβαίνει το 60% του αρχικού κεφαλαίου. Όσον αφορά τα δάνεια διάρκειας από τέσσερα έως οκτώ έτη, το ανώτατο όριο ορίζεται στο 70% του αρχικού κεφαλαίου, ενώ για τις δανειακές συμβάσεις διάρκειας άνω των οκτώ ετών η συνολική επιβάρυνση δεν επιτρέπεται να ξεπερνά το 75% του αρχικού ποσού.
Η συγκράτηση του ΣΕΠΕ και ο κίνδυνος αποκλεισμού
Παράλληλα με τα οροφή στο συνολικό κόστος, εισάγεται αυστηρός περιορισμός στο Συνολικό Ετήσιο Πραγματικό Επιτόκιο (ΣΕΠΕ), το οποίο εφεξής δεν θα επιτρέπεται να υπερβαίνει τον μέσο όρο των αντίστοιχων δανείων της αγοράς πέραν ενός καθορισμένου ποσοστού προσαύξησης.
Με βάση τα σημερινά δεδομένα της αγοράς, εκτιμάται ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο θα υποχωρήσει περίπου στο 22%, τη στιγμή που μέχρι σήμερα ορισμένες κατηγορίες καταναλωτικών δανείων έφταναν ακόμα και το 29%. Η μείωση αυτή αναμένεται να οδηγήσει τα ιδρύματα σε σημαντική αυστηροποίηση των κριτηρίων αξιολόγησης, καθώς ορισμένες ομάδες δανειοληπτών κατατάσσονται στην κατηγορία υψηλού πιστωτικού κινδύνου.
Διαβάστε επίσης
Η αγορά εκφράζει έντονο προβληματισμό για τις παράπλευρες απώλειες των μέτρων. Περίπου 300.000 πολίτες, οι οποίοι δυσκολεύονται να καλύψουν τα αυστηρά κριτήρια των συστημικών τραπεζών αλλά διαθέτουν τη δυνατότητα αποπληρωμής μικρότερων δανείων, κινδυνεύουν να μείνουν εκτός χρηματοδότησης. Για την κατηγορία αυτή, τα δάνεια υψηλότερου επιτοκίου αποτελούσαν συχνά τη μοναδική διέξοδο για την κάλυψη έκτακτων αναγκών, αλλά και το μέσο για τη δημιουργία ενός θετικού πιστωτικού προφίλ που θα τους επέτρεπε μελλοντικά την επανένταξη στο παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα. Πλέον, εάν το επιτρεπόμενο περιθώριο κέρδους δεν επαρκεί για την κάλυψη του αναλαμβανόμενου πιστωτικού κινδύνου, οι τράπεζες αναμένεται να περιορίσουν δραστικά τις εγκρίσεις νέων πιστώσεων.






0 ΣΧΟΛΙΑ