Επιστρέφει το fuel pass λόγω… Μέσης Ανατολής! Έτοιμη η κυβέρνηση για την αύξηση στις τιμές των καυσίμων

Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς επιφυλακής, παρακολουθώντας με κομμένη την ανάσα τις γεωπολιτικές δονήσεις στη Μέση Ανατολή, οι οποίες απειλούν να ανατρέψουν τους σχεδιασμούς του Προϋπολογισμού για το 2026. Με την εμπειρία και την τεχνογνωσία που αποκτήθηκε από τις απανωτές διεθνείς κρίσεις της περασμένης πενταετίας, οι Έλληνες ιθύνοντες προχωρούν ήδη σε «ασκήσεις επί χάρτου», επιχειρώντας να αποκωδικοποιήσουν το νέο τοπίο που διαμορφώνεται στην παγκόσμια και την ελληνική οικονομία. Η συγκυρία βρίσκει τη χώρα σε μια ιδιαίτερα πλεονεκτική, αλλά και ευθύνη, θέση, καθώς ο Έλληνας υπουργός Εθνικής Οικονομίας, Κυριάκος Πιερρακάκης, βρίσκεται πλέον στο «τιμόνι» του Eurogroup, έχοντας τη δυνατότητα να επηρεάσει τις συλλογικές αποφάσεις της Ευρωζώνης σε μια στιγμή που η αβεβαιότητα επιστρέφει δριμύτερη.
Από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εκπέμπεται ένα μήνυμα ψυχραιμίας, αλλά και αυξημένης προσοχής. Συνεργάτες του υπουργού επισημαίνουν ότι οι όποιες επιπτώσεις στην εγχώρια οικονομία θα εξαρτηθούν πρωτίστως από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Διαμηνύουν δε προς πάσα κατεύθυνση ότι το κράτος διαθέτει τα απαραίτητα δημοσιονομικά και θεσμικά εργαλεία ώστε, εφόσον κριθεί αναγκαίο, να προστατεύσει την πραγματική οικονομία με υπεύθυνες και στοχευμένες παρεμβάσεις. Παρά τη σιγουριά αυτή, είναι σαφές ότι η ελληνική οικονομία καλείται να ισορροπήσει σε ένα σχοινί, καθώς οι διεθνείς αγορές παραμένουν νευρικές και οι ενεργειακοί δρόμοι απειλούνται από το ενδεχόμενο μιας γενικευμένης σύρραξης.
Η προοπτική των νέων Pass και τα διδάγματα του παρελθόντος
Μοιραία, στο τραπέζι των συζητήσεων επανέρχονται δοκιμασμένες συνταγές στήριξης που θεωρούνταν ότι ανήκουν στο παρελθόν. Τα διάφορα «pass» φαίνεται πως δεν έχουν πει ακόμη την τελευταία τους λέξη, με το fuel pass να επανέρχεται ως σενάριο εργασίας σε περίπτωση που οι τιμές των καυσίμων ξεφύγουν από κάθε έλεγχο. Ωστόσο, αρμόδιες πηγές σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι βρισκόμαστε ακόμη σε σημαντική απόσταση από ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Υπενθυμίζουν ότι για να ενεργοποιηθούν τέτοια μέτρα στο παρελθόν, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έπρεπε να παραμείνουν πάνω από το φράγμα των 100 δολαρίων το βαρέλι για τουλάχιστον έναν μήνα, οδηγώντας την τιμή της βενζίνης στα 2 ευρώ ανά λίτρο. Επιπλέον, το κόστος τέτοιων παρεμβάσεων, που είχε αγγίξει τα 200 εκατομμύρια ευρώ, πραγματοποιήθηκε σε ένα περιβάλλον δημοσιονομικής χαλάρωσης που δεν υφίσταται πλέον στον ίδιο βαθμό.
Σήμερα, η κατάσταση στις αγορές είναι διαφορετική, καθώς οι τιμές του πετρελαίου Brent καταγράφουν κλείσιμο κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, παρά τις ενδοσυνεδριακές πιέσεις που τις έφεραν πρόσκαιρα κοντά στα 84 δολάρια. Αυτό δίνει ένα μικρό περιθώριο χρόνου στο οικονομικό επιτελείο, το οποίο όμως γνωρίζει ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια της χώρας στηρίζονται σε δύο πυλώνες. Σε εθνικό επίπεδο, οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες έχουν αλλάξει και, ενώ δεν επιτρέπουν υπερβάσεις σε περιόδους ομαλότητας, δεν λειτουργούν πλέον ως «στενός κορσές» σε περιπτώσεις κρίσης. Χάρη στη δημοσιονομική ισορροπία που έχει επιτύχει η Ελλάδα, η κυβέρνηση διαθέτει υπαρκτά, αν και περιορισμένα, περιθώρια παρεμβάσεων.
Δημοσιονομικοί κανόνες και το ευρωπαϊκό πλαίσιο
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ενεργοποίηση της «ρήτρας διαφυγής» θα απαιτούσε συμφωνία σε επίπεδο Κομισιόν και Συμβουλίου Κορυφής της ΕΕ. Κάτι τέτοιο φαντάζει εξαιρετικά σύνθετο σήμερα, δεδομένου ότι το τεράστιο «καπέλο χρέους» που έχουν επωμιστεί πλέον μεγάλες οικονομίες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, αλλά και η Γερμανία, δεν επιτρέπει δημοσιονομικά «ανοίγματα» αντίστοιχα με εκείνα της περασμένης πενταετίας. Παρόλα αυτά, η ένταση και η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στο κρίσιμο «σταυροδρόμι» των ενεργειακών και εμπορικών δρόμων του πλανήτη θα είναι ο παράγοντας που θα καθορίσει τις τελικές ανάγκες και τις αποφάσεις στο αμέσως επόμενο διάστημα.
Η ελληνική πλευρά τονίζει ότι η οικονομία έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά της απέναντι σε εξωγενείς κρίσεις. Αυτές οι κρίσεις έχουν προβλεφθεί ως «σενάρια ευαισθησίας» στον Προϋπολογισμό του 2026, γεγονός που καταδεικνύει ότι η ενδεχόμενη αρνητική επίδραση εκτιμάται ως διαχειρίσιμη. Ενώ ο βασικός σχεδιασμός του προϋπολογισμού έχει συνταχθεί με την παραδοχή πως η διεθνής τιμή του πετρελαίου θα διαμορφωνόταν σε μέσα επίπεδα στα 62,4 δολάρια το βαρέλι, η κυβέρνηση έχει προνοήσει να ενσωματώσει στην Εισηγητική Έκθεση και το δυσμενές σενάριο. Αυτό εξετάζει την περίπτωση κλεισίματος των στενών του Ορμούζ, που θα οδηγούσε σε εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου στα 100 δολάρια το βαρέλι.
Διαβάστε επίσης
Το «μαύρο» σενάριο και οι επιπτώσεις στο ΑΕΠ
Το συγκεκριμένο αρνητικό σενάριο στηρίζεται στο Oxford Economic Model και υπολογίζει με ακρίβεια τις συνέπειες εάν η τιμή των 100 δολαρίων παγιωθεί ως μέση ετήσια τιμή και όχι απλώς ως μια παροδική άνοδος. Σύμφωνα με την ανάλυση ευαισθησίας, σε μια τέτοια περίπτωση το πραγματικό ΑΕΠ θα υποχωρούσε κατά 0,45% σε σχέση με το βασικό σενάριο, με τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης να περιορίζεται στο 1,9%. Παράλληλα, προβλέπεται έντονη άνοδος του πληθωρισμού, ο οποίος θα μπορούσε να αγγίξει το 4,7% αντί του 2,2% που προβλέπεται κανονικά, προκαλώντας πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 0,7%.
Ωστόσο, η ανάλυση αναδεικνύει και ορισμένες παράδοξες «ισορροπίες». Λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού, το ονομαστικό ΑΕΠ αναμένεται να καταγράψει αύξηση 5,5%, δηλαδή 0,9% υψηλότερη σε σχέση με το βασικό σενάριο. Αυτή η εξέλιξη θα οδηγούσε σε μια λογιστική μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες. Σε πραγματικούς όρους, οι εισαγωγές θα υποχωρούσαν, καθώς η αρνητική επίδραση της ακριβής ενέργειας στην εγχώρια ζήτηση θα υπερίσχυε της επίδρασης στην αξία των εισαγωγών. Παρόλα αυτά, λόγω του διεθνούς πληθωρισμού, σε ονομαστικούς όρους οι εισαγωγές θα αυξάνονταν κατά 7,4%, οδηγώντας σε μια μικρή επιδείνωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κατά μόλις 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Ο ρόλος του Τουρισμού ως βαρόμετρο της κρίσης
Όλες αυτές οι συνθήκες υπογραμμίζουν τα όρια άσκησης της οικονομικής πολιτικής, η οποία πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει ακόμα και ακραία σενάρια αν η κλιμάκωση του πολέμου οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου περιφερειακή σύρραξη. Σε κάθε περίπτωση, ο απόλυτος «βαρόμετρο» για την ελληνική οικονομία παραμένει ο Τουρισμός. Ο κλάδος αυτός παραμένει ιδιαίτερα ευπαθής σε καταστάσεις γενικευμένης διεθνούς κρίσης, και η πορεία του θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό αν η Ελλάδα θα καταφέρει να εξέλθει αλώβητη από τη νέα αυτή γεωπολιτική καταιγίδα που απειλεί την Ευρώπη και τον κόσμο.






0 ΣΧΟΛΙΑ