Αισχροκέρδεια στις πλάτες των νοικοκυριών: Μυθικά κέρδη για τα σούπερ μάρκετ, αύξησαν τον τζίρο τους κατά 78%!

Σε μια περίοδο που η ελληνική οικογένεια έχει μάθει να «χτενίζει» το ράφι για την παραμικρή προσφορά και να μετράει το ευρώ με ακρίβεια χειρουργού, οι αριθμοί που αφορούν τα ταμεία των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ αφηγούνται μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα πριν από λίγες ημέρες δεν αφήνουν περιθώρια για παρερμηνείες. Ο τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων στην Ελλάδα έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ το 2025, αγγίζοντας το μυθικό ποσό των 16,24 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η σύγκριση με το 2019, την τελευταία «κανονική» χρονιά πριν από την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, είναι αποκαλυπτική. Μέσα σε μια εξαετία, ο κλάδος είδε τις πωλήσεις του να εκτοξεύονται από τα 9,11 δισ. ευρώ στα 16,24 δισ. ευρώ, σημειώνοντας μια σωρευτική αύξηση της τάξης του 78%. Αυτό το «άλμα» δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε έναν ισολογισμό· είναι η αποτύπωση μιας αγοράς που έχει μετατραπεί στον ισχυρότερο κινητήρα της εγχώριας κατανάλωσης, συχνά όμως με το τίμημα της εξάντλησης του οικογενειακού προϋπολογισμού.
2025: Η χρονιά που η ζήτηση «νίκησε» τον πληθωρισμό
Αν το 2023 και το 2024 ήταν οι χρονιές που ο τζίρος «φούσκωνε» τεχνητά λόγω των μεγάλων ανατιμήσεων, το 2025 έφερε μια ποιοτική μεταβολή. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, η ανάπτυξη της τάξης του 7,1% προήλθε πρωτίστως από την πραγματική αύξηση της ζήτησης (+4,2% σε πωλούμενους όγκους) και λιγότερο από τις νέες αυξήσεις τιμών, οι οποίες περιορίστηκαν σε μια μέση άνοδο καλαθιού της τάξης του 1,7%.
Ωστόσο, η στατιστική αυτή «ηρεμία» κρύβει μέσα της εστίες ακρίβειας που καίνε. Τα φρέσκα και χύμα προϊόντα, όπως το κρέας, τα ψάρια και τα οπωροκηπευτικά, αποτέλεσαν τη «ραχοκοκαλιά» των πωλήσεων αλλά και των επιβαρύνσεων. Η συγκεκριμένη κατηγορία κατέγραψε άνοδο 10,1% σε αξία, με τις πωλήσεις να φτάνουν τα 3,97 δισ. ευρώ. Ειδικά στο φρέσκο κρέας, οι καταναλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυξήσεις που άγγιξαν το 14,4% τον τελευταίο μήνα του έτους, αποδεικνύοντας ότι η μάχη με την ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης είναι κάθε άλλο παρά λήξασα.
Snacking και τουρισμός: Οι αόρατοι τροφοδότες του τζίρου
Ερευνώντας τα αίτια αυτής της εκρηκτικής ανόδου, οι αναλυτές εντοπίζουν δύο παράγοντες που συχνά διαφεύγουν της προσοχής.
- Η στροφή στην «ευκολία»: Οι κατηγορίες που είδαν τους τζίρους τους να «τρέχουν» με διψήφια νούμερα ήταν το Snacking (+10,9%) και τα Γαλακτοκομικά (+9,5%). Οι Έλληνες φαίνεται να στρέφονται όλο και περισσότερο σε λύσεις γρήγορου γεύματος και έτοιμων προϊόντων, παρά τις τιμές τους.
- Το φαινόμενο του Airbnb: Ο τουρισμός δεν γεμίζει μόνο τα ξενοδοχεία αλλά και τα καλάθια των σούπερ μάρκετ. Στα νησιά του Ιονίου και του Αιγαίου η άνοδος των πωλήσεων άγγιξε το 10,0%, καθώς οι χιλιάδες επισκέπτες που διαμένουν σε βραχυχρόνιες μισθώσεις προμηθεύονται τα γεύματά τους από τις τοπικές αλυσίδες. Αυτή η τουριστική «ένεση» ρευστότητας εξηγεί γιατί οι τουριστικές περιοχές και τα καταστήματα γειτονιάς (superettes) εμφάνισαν πολύ υψηλότερες επιδόσεις από τα μεγάλα hypermarkets.
Το επιχείρημα της «άμυνας»: Το πενιχρό 1,65%
Στον αντίποδα των καταγγελιών για αισχροκέρδεια, οι οποίες συνοδεύουν κάθε ανακοίνωση οικονομικών αποτελεσμάτων, ο κλάδος προτάσσει τη δική του αλήθεια. Ο πρόεδρος της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος (ΕΣΕ), Αριστοτέλης Παντελιάδης, υποστηρίζει σταθερά ότι τα καθαρά περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων παραμένουν «δαγκωμένα».
Σύμφωνα με την ΕΣΕ, το μέσο καθαρό κέρδος προ φόρων για τις μεγάλες αλυσίδες διαμορφώνεται μόλις στο 1,65%. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι από κάθε καλάθι των 100 ευρώ, η επιχείρηση κρατά ως κέρδος μόλις 1,4 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό κατευθύνεται στην εξόφληση των προμηθευτών (που απορροφούν το 75% του τζίρου), στα αυξημένα λειτουργικά κόστη (ενέργεια, μεταφορικά) και στο μισθολογικό κόστος των χιλιάδων εργαζομένων. Μάλιστα, επισημαίνεται ότι το κόστος των προμηθειών για τις πληρωμές με κάρτες θα ξεπεράσει τα 80 εκατ. ευρώ φέτος, καθώς το πλαστικό χρήμα κυριαρχεί πλέον στο 70% των συναλλαγών.
Η επόμενη μέρα: Μια αγορά δύο ταχυτήτων
Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται στις αρχές του 2026 είναι σύνθετη. Από τη μία πλευρά, έχουμε έναν κλάδο που γιγαντώνεται, συγκεντρώνεται σε λίγους μεγάλους παίκτες (οι 10 μεγαλύτερες αλυσίδες ελέγχουν πλέον το 92% του τζίρου) και επενδύει σε νέα τεχνολογικά εργαλεία. Από την άλλη, έχουμε έναν καταναλωτή που παραμένει επιφυλακτικός, αν και ελαφρώς πιο αισιόδοξος σε σχέση με το 2024, και ο οποίος συνεχίζει να στηρίζεται σε πρωτοβουλίες όπως το «Καλάθι του Νοικοκυριού» για να κρατήσει το κόστος διαβίωσης σε υποφερτά επίπεδα.
Η αύξηση του τζίρου κατά 1 δισεκατομμύριο ευρώ μέσα σε έναν χρόνο (από τα 15,16 δισ. του 2024 στα 16,24 δισ. του 2025) είναι η απόδειξη ότι το σούπερ μάρκετ είναι η τελευταία δαπάνη που θα περικόψει ένας Έλληνας. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό για το 2026 είναι αν αυτή η «μυθική» κερδοφορία θα αρχίσει επιτέλους να μεταφράζεται σε ουσιαστικές και μόνιμες μειώσεις τιμών στο ράφι ή αν οι στρεβλώσεις της αγοράς θα συνεχίσουν να συντηρούν ένα καθεστώς ακρίβειας που δοκιμάζει τις αντοχές της κοινωνικής συνοχής.






0 ΣΧΟΛΙΑ