ΑΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό: Πόσο θα αυξηθούν μέ βάση τον νέο δείκτη;

Νέες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό: Πόσο θα αυξηθούν μέ βάση τον νέο δείκτη;
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Αυξήσεις κατώτατου μισθού της τάξεως του 2,5% με 3% περίπου προκύπτουν με βάση τη νέα φόρμουλα του νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας που θα εφαρμοστεί μετά το 2028, σύμφωνα με εκτιμήσεις οικονομικών αναλυτών. Οι εκτιμήσεις βασίζονται στα ιστορικά δεδομένα της ελληνικής οικονομίας για την παραγωγικότητα. Αν αυτή επιταχυνθεί σημαντικά, θα μπορούσε να εξασφαλίσει καλύτερο αποτέλεσμα. Αν είχε εφαρμοστεί ο μαθηματικός τύπος από το 2019, οι αυξήσεις που θα είχαν δοθεί δεν θα διέφεραν σωρευτικά από αυτές που δόθηκαν στην πράξη.

Αν ο µαθηµατικός τύπος είχε εφαρµοστεί από το 2019, οι αυξήσεις που θα είχαν δοθεί δεν θα διέφεραν σωρευτικά από αυτές που δόθηκαν.




Αυξήσεις κατώτατου µισθού της τάξης του 2,5% µε 3% περίπου προκύπτουν µε βάση τη νέα φόρµουλα του νοµοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας που θα εφαρµοστεί µετά το 2028, σύµφωνα µε εκτιµήσεις οικονοµικών αναλυτών. Οι εκτιµήσεις βασίζονται στα ιστορικά δεδοµένα της ελληνικής οικονοµίας για την παραγωγικότητα. Αν αυτή επιταχυνθεί σηµαντικά, θα µπορούσε να εξασφαλίσει καλύτερο αποτέλεσµα.

Οι ίδιοι υπολογίζουν, εξάλλου, ότι αν είχε εφαρµοστεί ο µαθηµατικός τύπος που προβλέπει το σχετικό νοµοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας από το 2019, οι αυξήσεις που θα είχαν δοθεί δεν θα διέφεραν σωρευτικά από αυτές που δόθηκαν στην πράξη.

Το νοµοσχέδιο προκάλεσε πολλές συζητήσεις σχετικά µε το αν είναι σωστό ή όχι να αποφασίζονται µε αυτόν τον τρόπο, δηλαδή µε έναν µαθηµατικό τύπο, οι αυξήσεις των κατώτατων µισθών στο µέλλον. Πριν από αυτό το ερώτηµα, όµως, έχει ενδιαφέρον να απαντηθεί σε ποιες αυξήσεις καταλήγει ο µαθηµατικός τύπος που επέλεξε η κυβέρνηση. Με βάση αυτόν, η αύξηση θα είναι ίση µε τον πληθωρισµό των νοικοκυριών που βρίσκονται στο χαµηλότερο 20% της εισοδηµατικής κατανοµής, συν το ήµισυ της µεταβολής της αγοραστικής δύναµης του γενικού δείκτη µισθών.

Η κεντρική ιδέα είναι ότι µε αυτόν τον τρόπο οι αυξήσεις θα καλύπτουν τον πληθωρισµό, και µάλιστα αυτόν που αφορά τα φτωχότερα τµήµατα του πληθυσµού, ο οποίος είναι κατά κανόνα υψηλότερος, και επιπλέον θα µοιράζουν ένα «µέρισµα» από την αύξηση της παραγωγικότητας της οικονοµίας. Αυτή αποτυπώνεται στη µεταβολή της αγοραστικής δύναµης του γενικού δείκτη µισθών.

Τι προκύπτει λοιπόν από την εφαρµογή του µαθηµατικού τύπου; Ακόµη δεν µπορεί να υπολογιστεί µε ακρίβεια, γιατί δεν έχει καταρτισθεί από την ΕΛΣΤΑΤ ο σχετικός δείκτης τιµών καταναλωτή για τα νοικοκυριά στο χαµηλότερο 20% της εισοδηµατικής κατανοµής, ενώ ο δείκτης µισθών της ΕΛΣΤΑΤ αναµένεται να τροποποιηθεί, επίσης. Ωστόσο, κάποιοι κατά προσέγγιση υπολογισµοί µπορούν να γίνουν. Η ∆ιεύθυνση Οικονοµικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας (επικεφαλής οικονοµολόγος Νίκος Μαγγίνας) επιχείρησε έναν τέτοιο απλοποιηµένο υπολογισµό, χρησιµοποιώντας τον δείκτη µισθών της ΕΛΣΤΑΤ και τον απλό πληθωρισµό (όχι των φτωχών), και κατέληξε στο συµπέρασµα ότι η σωρευτική αύξηση µισθών από το 2019 θα έπρεπε να είναι 27%. Τόση περίπου ήταν και στην πράξη, µε το υφιστάµενο σύστηµα, µε βάση το οποίο αποφασίζει ουσιαστικά η κυβέρνηση, κατόπιν εισηγήσεων των φορέων. Μάλιστα, οι υπολογισµοί της τράπεζας αναφέρουν ότι ο πληθωρισµός των φτωχών (µε βάση ένα χαλαρό όριο, για εισοδήµατα κάτω των 1.000 ευρώ τον µήνα) ήταν υψηλότερος κατά 2 ποσοστιαίες µονάδες µόνο το 2022, µε την ενεργειακή κρίση, ενώ τα υπόλοιπα χρόνια η διαφορά µε τον απλό πληθωρισµό ήταν της τάξης του 0,5 της ποσοστιαίας µονάδας.

Συγκεκριµένα, σύµφωνα µε αυτή την εκτίµηση των οικονοµολόγων της Εθνικής, αν εφαρµοζόταν ο συγκεκριµένος τύπος στο παρελθόν (µε τον απλό πληθωρισµό και τον υφιστάµενο δείκτη µισθών της ΕΛΣΤΑΤ) θα οδηγούσε σε αυξήσεις 1,6% το 2019 και το 2020, 0,1% το 2021, 6,1% το 2022, 10,9% το 2023 και 6,5% το 2024.

Για το µέλλον, και συγκεκριµένα από το 2028, οι αναλυτές αναφέρουν ότι εφόσον ο πληθωρισµός υποχωρήσει κοντά στον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για 2% και η παραγωγικότητα κινηθεί στον ιστορικό της µέσο όρο, περίπου 1,5%, η αύξηση του κατώτατου µισθού θα είναι περίπου 2,5%-3%. Αν η παραγωγικότητα αυξηθεί, όπως ευελπιστεί η κυβέρνηση, θα είναι λίγο υψηλότερη.

Αυτά θα συµβούν αφού φθάσει ο κατώτατος µισθός στα 950 ευρώ το 2027, όπως είναι ο στόχος της κυβέρνησης, από 830 ευρώ σήµερα.

Διαβάστε επίσης με την ευκαιρία: Στα ύψη οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα! Ανάλογοι με το Λουξεμβούργο που ο κατώτατος μισθός είναι 2.571 ευρώ

Οι διαφωνίες

Πέρα από τους αριθµούς υπάρχει βεβαίως και η πολιτική. Στην κυβέρνηση υποστηρίζουν πως το σύστηµα που προτείνουν είναι προς το συµφέρον των εργαζοµένων, χωρίς να θίγεται η ανταγωνιστικότητα της οικονοµίας, και εξασφαλίζει προβλεψιµότητα. Αλλά στην αντιπολίτευση υπάρχουν απόψεις υπέρ της επαναφοράς των συλλογικών διαπραγµατεύσεων ως βασικού εργαλείου.

Μιλώντας στον ΣΚΑΪ η υπεύθυνη πολιτικού σχεδιασµού του ΠΑΣΟΚ Αννα ∆ιαµαντοπούλου υποστήριξε ότι ο αλγόριθµος µπορεί να είναι ένα εργαλείο για διαµόρφωση σεναρίων, όµως οι αποφάσεις πρέπει να λαµβάνονται µετά από συλλογικές διαπραγµατεύσεις. «Πουθενά ο µισθός δεν καθορίζεται µόνο από έναν αλγόριθµο», είπε.

Η ευρωπαϊκή οδηγία, στην οποία βασίζεται άλλωστε και το νοµοσχέδιο, ορίζει ότι το ποσοστό κάλυψης των συλλογικών συµβάσεων πρέπει να φθάσει τουλάχιστον στο 80%, και αν είναι πιο χαµηλό να καταρτισθούν σχέδια δράσης για την αύξησή του. Στην Ελλάδα, λέει η κ. ∆ιαµαντοπούλου, η κάλυψη βρίσκεται στο 16%.

Σε σχέση µε την παραγωγικότητα τονίζει ότι είναι πολύ χαµηλή στην Ελλάδα. Επικαλείται µάλιστα, µιλώντας στην «Καθημερινή», το στοιχείο από το βιβλίο των Μάνου Ματσαγγάνη και Αντον Χέµερικ (Who’s afraid of the welfare state now?), σύµφωνα µε το οποίο η παραγωγικότητα είναι τριπλάσια στην Ολλανδία σε σχέση µε την Ελλάδα και γενικά τείνει να είναι πολύ υψηλότερη σε χώρες όπου οι εργαζόµενοι εργάζονται λιγότερες ώρες.

Πηγή φωτογραφίας: shutterstock.com

Αντίθετα, η κυβερνητική άποψη, όπως τη διατυπώνει µιλώντας στην «Κ» ο πρόεδρος του Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων Μιχάλης Αργυρού, αναφέρει ότι οι κοινωνικοί εταίροι δεν εκπροσωπούν το σύνολο της κοινωνίας (ανέργους, νέα γενιά) και συνεπώς οι διµερείς διαπραγµατεύσεις δεν είναι αντιπροσωπευτικές. Επίσης δεν έχουν αναπτύξει καµία κουλτούρα συναίνεσης.

Κατά την άποψη του κ. Αργυρού, η φόρµουλα που προτείνεται προστατεύει την οικονοµία από λάθη, όπως αυτά που έγιναν στο παρελθόν και στοίχισαν σε απώλεια ανταγωνιστικότητας, αλλά και από ενδεχόµενες καταχρήσεις της κυβέρνησης. «Το ελληνικό πλαίσιο διαπραγµάτευσης πριν από την κρίση απέτυχε παταγωδώς να προστατεύσει την οικονοµία. Υπήρξε αλόγιστη αύξηση µισθών, µε αποτέλεσµα να υποφέρουν οι εργαζόµενοι όταν η φούσκα έσκασε», λέει. Μιλάει επίσης για την προβλεψιµότητα που εξασφαλίζεται, ενώ εκτιµά ότι στο µέλλον η παραγωγικότητα θα αυξάνεται και εποµένως θα ενισχύονται και οι αυξήσεις των κατώτατων µισθών.

Πληροφορίες από Καθημερινή

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου