Θρίλερ με 10 αγνοούμενους στην Κωνσταντινούπολη: Πώς μπορεί να βυθίστηκε τόσο γρήγορα το πλοίο – Το σενάριο «T-bone»

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται μεγάλη επιχείρηση έρευνας και διάσωσης στη Θάλασσα του Μαρμαρά, ανοιχτά της Κωνσταντινούπολης, μετά τη σύγκρουση δύο εμπορικών πλοίων τουρκικής σημαίας τα ξημερώματα της Τετάρτης 2 Σεπτεμβρίου. Οι τουρκικές Αρχές εκτιμούν ότι το φορτηγό πλοίο Tuğberk İmamoğlu έχει βυθιστεί, καθώς δεν υπάρχει καμία επικοινωνία με το σκάφος, ενώ αγνοείται η τύχη των 10 μελών του πληρώματός του. Την ίδια στιγμή, ειδικοί εξετάζουν διαφορετικά σενάρια για το πώς εξελίχθηκε το ατύχημα, μεταξύ των οποίων μια σφοδρή πλευρική σύγκρουση τύπου «T-bone», η ταχεία εισροή υδάτων αλλά και ενδεχόμενο ανθρώπινο λάθος.
Το σήμα κινδύνου και η αγωνιώδης αναζήτηση των 10 μελών του πληρώματος
Το πρώτο κρίσιμο στοιχείο καταγράφηκε στις 03:26, όταν το δορυφορικό σύστημα έρευνας και διάσωσης Cospas-Sarsat έλαβε σήμα κινδύνου από συσκευή EPIRB πλοίου που βρισκόταν ανοιχτά της Σηλυβρίας, στη θαλάσσια ζώνη διαχωρισμού κυκλοφορίας. Από την έρευνα που ακολούθησε διαπιστώθηκε ότι το σήμα προερχόταν από το Tuğberk İmamoğlu. Λίγα λεπτά αργότερα, στις 03:41, ο καπετάνιος του δεξαμενόπλοιου ALSU ενημέρωσε το Κέντρο Υπηρεσιών Κυκλοφορίας Πλοίων ότι περίπου στις 03:15 είχε συγκρουστεί με άλλο πλοίο. Η διασταύρωση των διαθέσιμων δεδομένων οδήγησε τις Αρχές στο συμπέρασμα ότι το δεύτερο πλοίο ήταν το Tuğberk İmamoğlu.
Το ALSU ήταν άδειο και εκτελούσε δρομολόγιο από το Κοτζάελι προς το Αλίαγα. Το Tuğberk İmamoğlu, από την άλλη πλευρά, μετέφερε 4.199 τόνους ελασμένου χάλυβα, έχοντας ξεκινήσει από την Αλεξανδρέττα με προορισμό το Καραντενίζ Ερεγλί. Η ανησυχία εντάθηκε όταν όλες οι προσπάθειες επικοινωνίας με το φορτηγό πλοίο απέτυχαν. «Εκτιμάται ότι το πλοίο Tuğberk İmamoğlu βυθίστηκε επειδή δεν απάντησε σε καμία κλήση και τα κινητά τηλέφωνα του προσωπικού που επέβαινε στο πλοίο δεν απαντήθηκαν παρά το γεγονός ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους το Κύριο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης. Οι επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης ξεκίνησαν αμέσως και συνεχίζονται από τη Γενική Διεύθυνση Ασφάλειας Παράκτιας Ζώνης και τις ομάδες της Διοίκησης του Λιμενικού Σώματος», ανέφερε η Γενική Διεύθυνση Ναυτιλιακών Υποθέσεων.
Στην περιοχή αναπτύχθηκαν 14 θαλάσσιες μονάδες έρευνας και διάσωσης, καθώς και ένα ελικόπτερο, ενώ στην επιχείρηση συμμετέχει και το ALSU. Στη θάλασσα έχει ήδη εντοπιστεί σωστικός εξοπλισμός του Tuğberk İmamoğlu, μεταξύ του οποίου και η σωστική λέμβος ελεύθερης πτώσης. Παρά την εύρεση του εξοπλισμού, μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί κανένα από τα 10 μέλη του πληρώματος. Η απουσία επικοινωνίας και η εικόνα που έχει σχηματιστεί από τα ευρήματα οδηγούν τους ειδικούς να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο το φορτηγό πλοίο να βυθίστηκε μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Ένα από τα βασικά σενάρια που έχουν τεθεί στο τραπέζι αφορά τη λεγόμενη σύγκρουση «T-bone». Πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία η πλώρη ενός πλοίου προσκρούει στην πλευρά ενός άλλου σε κάθετη ή σχεδόν κάθετη γωνία. Μια τέτοια πρόσκρουση μπορεί να προκαλέσει σοβαρότατη ζημιά στο κύτος, ιδιαίτερα εάν χτυπηθεί ευάλωτο σημείο. Η καθηγήτρια Ναυτικού Δικαίου Εμετέ Γκιοζούγκιουζελί, μιλώντας στο CNN Türk, σημείωσε: «Η γωνία και η κατεύθυνση αυτής της σύγκρουσης φαίνεται να μας λένε, με την πρώτη ματιά, πώς μπορεί να συνέβη αυτό το ατύχημα. Επειδή ένα από τα πιο θανατηφόρα σενάρια σε θαλάσσια δυστυχήματα είναι μια σύγκρουση μεταξύ δύο πλοίων σε κάθετη ή σχεδόν κάθετη γωνία. Στη ναυτική ορολογία, αυτό ονομάζεται σύγκρουση T-bone».
Εφόσον επιβεβαιωθεί ότι η πρόσκρουση έγινε με αυτόν τον τρόπο, οι ειδικοί εξετάζουν το ενδεχόμενο να προκλήθηκε μεγάλη διάτρηση στο εξωτερικό κύτος του Tuğberk İmamoğlu. Μια τέτοια ζημιά θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ γρήγορη εισροή νερού στα αμπάρια, επηρεάζοντας άμεσα την ευστάθεια και την πλευστότητα του πλοίου. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το σημείο στο οποίο μπορεί να σημειώθηκε η πρόσκρουση. Εάν το χτύπημα προκάλεσε σοβαρή ζημιά στο μηχανοστάσιο ή σε μεγάλο αμπάρι φορτίου, η εισροή νερού θα μπορούσε να εξελιχθεί με μεγάλη ταχύτητα. Σε περίπτωση μάλιστα που δεν υπήρξε χρόνος για να κλείσουν οι υδατοστεγείς πόρτες, οι δυνατότητες αντίδρασης του πληρώματος θα ήταν δραματικά περιορισμένες.
Διαβάστε επίσης
Παράλληλα, στο μικροσκόπιο μπαίνει και ο ανθρώπινος παράγοντας. Οι ερευνητές αναμένεται να εξετάσουν εάν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες επιτήρησης, αν λειτουργούσαν σωστά τα συστήματα ραντάρ και προειδοποίησης και εάν τα πληρώματα των δύο πλοίων αντιλήφθηκαν εγκαίρως ότι βρίσκονταν σε πορεία σύγκρουσης. Η Εμετέ Γκιοζούγκιουζελί υπογράμμισε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις το ανθρώπινο λάθος ή πιθανή αμέλεια κατά τη βάρδια αποτελούν παράγοντες που εξετάζονται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποιο οριστικό συμπέρασμα. Τα σύγχρονα εμπορικά πλοία διαθέτουν συστήματα ραντάρ και ARPA που μπορούν να προειδοποιήσουν όταν υπολογίζεται επικίνδυνη προσέγγιση με άλλο σκάφος. Το εάν τα συγκεκριμένα συστήματα λειτουργούσαν κανονικά, εάν ενεργοποιήθηκε συναγερμός ή εάν υπήρξε κάποια άλλη αστοχία αποτελεί αντικείμενο της έρευνας. Για την ώρα, πάντως, τα σενάρια για «T-bone», ανθρώπινο λάθος ή σοβαρή εισροή υδάτων παραμένουν υπό διερεύνηση και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ως αιτία του δυστυχήματος.






0 ΣΧΟΛΙΑ