Ντάιαν Κίτον: Η εκκεντρική ηθοποιός που λατρεύτηκε για αυτό που ήταν – «Είμαι από τις ελάχιστες γεροντοκόρες που έκανε ταινίες χωρίς να παντρευτεί»

Το Σάββατο 11 Οκτωβρίου, έγινε γνωστή η είδηση του θανάτου της Ντάιαν Κίτον, σκορπώντας θλίψη στους απανταχού σινεφίλ. Η σπουδαία Αμερικανίδα ηθοποιός, με την εκκεντρική παρουσία που έμενε χαραγμένη στο μυαλό, άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 79 ετών, μετά από ραγδαία επιδείνωση της υγείας της.
Αντίστοιχα με την εκκεντρική της εμφάνιση, απέκτησε φήμη με εκκεντρικούς κωμικούς ρόλους, πριν κερδίσει τον σεβασμό ως δραματική ηθοποιός. Οπωσδήποτε, σταθμός στην καριέρα της αποτέλεσε το Όσκαρ που κέρδισε για τον πρωταγωνιστικό της ρόλο στην ταινία «Annie Hall» το 1977.
Τα πρώτα βήματα στην καριέρα της
Η Ντάιαν Κίτον σπούδασε υποκριτική στο Santa Ana College της Καλιφόρνια και στο Neighborhood Playhouse της Νέας Υόρκης. Εμφανίστηκε σε θερινές παραστάσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και το 1968 ήταν αντικαταστάτρια της πρωταγωνίστριας στο ροκ μιούζικαλ Hair του Μπρόντγουεϊ. Είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό έργο του Γούντι Άλεν «Play It Again, Sam» (1969) στο Μπρόντγουεϊ, τον οποίο επανέλαβε αργότερα στην κινηματογραφική εκδοχή του 1972. Η ίδια, έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στην ταινία «Lovers and Other Strangers» (1970). Ο χαρακτήρας της, μια νεαρή αφελής γυναίκα που χωρίζει τον άντρα της επειδή τα μαλλιά του δε μυρίζουν πια σταφίδες, καθιέρωσε μια κωμική προσωπικότητα, που θα συνόδευε την αρχή της καριέρας της.
Διαβάστε επίσης
Οι ταινίες «Ο Νονός» και «Annie Hall»
Η καριέρα της Ντάιαν Κίτον είδε την ανιούσα μετά τη συμμετοχή της στις φημισμένες ταινίες του Φράνσις Φορντ Κόπολα: «Ο Νονός» (1972) και «Ο Νονός, Μέρος II» (1974). Υποδύθηκε την φίλη, και αργότερα σύζυγο, του Μάικλ Κορλεόνε (σ.σ. υποδύθηκε ο Αλ Πατσίνο), του αρχηγού μιας μαφιόζικης οικογένειας. (σ.σ. Η ίδια και ο Πατσίνο ξεκίνησαν μια σχέση με διαλείμματα που συνεχίστηκε μέχρι το 1990. Χώρισαν λόγω της άρνησής του να παντρευτεί). Για το υπόλοιπο της δεκαετίας του 1970, η ηθοποιός εμφανίστηκε κυρίως σε κωμωδίες του Γούντι Άλεν, όπως «Sleeper» (1973), «Love and Death» (1975), «Interiors» (1978) και «Manhattan» (1979).
Το 1977 ήταν μια χρονιά-ορόσημο για την Ντάιαν Κίτον: σε δύο ταινίες όχι μόνο καθιερώθηκε ως σταρ, αλλά κατάφερε να ανανεώσει την εικόνα της στην οθόνη και να αξιοποιήσει την ήδη καθιερωμένη. Η ταινία του Γούντι Άλεν «Annie Hall», που κέρδισε Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και πρώτου γυναικείου ρόλου, είναι πιθανώς ο ρόλος για τον οποίο είναι πιο γνωστή. Βασισμένη στην πραγματική σχέση μεταξύ Άλεν και Κίτον, η ταινία καταγράφει τη μεταμόρφωση της Άννι από ντροπαλή και αδέξια σε μια γυναίκα ώριμη και με αυτοπεποίθηση. Από πολλές απόψεις, ήταν μια αυτοβιογραφική δήλωση για την Ντάιαν Κίτον, η οποία έκανε μια δραματική στροφή την ίδια χρονιά στη σκοτεινή και βίαιη ταινία του Ρίτσαρντ Μπρουκς «Ψάχνοντας τον κύριο Γκούντμπαρ». Η ίδια, συνέχισε σε αυτό το ύφος ως η δημοσιογράφος Λουίζ Μπράιαντ στην ταινία του Γουόρεν Μπίτι «Ρεντς» (1981), η οποία της χάρισε άλλη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Η βουλιμία, ο λόγος που δεν παντρεύτηκε και η μητρότητα
Το 2017, η Ντάιαν Κίτον είχε μιλήσει στο περιοδικό People για τη μάχη της με τη βουλιμία, μετά από σχόλιο σκηνοθέτη παράστασής της, που της είπε ότι έπρεπε να χάσει βάρος, αν και δεν τον κατηγορούσε για την ασθένειά της. «Ήταν μια ψυχική ασθένεια. Έγινα ειδική στο να κρύβω. Να κρύβω κάθε στοιχείο — πώς διασφαλίζεις ότι κανείς δε θα το μάθει; Ζεις μια ζωή πολύ παράξενη. Ζεις ένα ψέμα», είχε πει. Τελικά, ανάρρωσε αλλά η βουλιμία, όπως είχε πει, της στέρησε και τη δυνατότητα να απολαύσει τον χρόνο της στο Μπρόντγουεϊ.
«Πιστεύω ότι είμαι μια από τις ελάχιστες γεροντοκόρες που έκανε ταινίες χωρίς να παντρευτεί», έλεγε με το μοναδικό της χιούορ η Ντάιαν Κίτον, η οποία έζησε μεγάλους έρωτες με σταρ όπως ο Γουόρεν Μπίτι και ο Αλ Πατσίνο. «Αν με ρωτούσατε πώς θα ήταν η ζωή μου αν είχα παντρευτεί κάποιον που είχε μεγάλη σημασία για μένα, θα σας έλεγα ότι ίσως έχασα κάτι, αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα», ανέφερε ακόμα.
Η Ντάιαν Κίτον απέκτησε δύο παιδιά μέσω υιοθεσίας: την κόρη της, Ντέξτερ, το 1996 και τον γιο της, Ντιουκ, το 2001. «Η μητρότητα δεν ήταν μια παρόρμηση που δεν μπορούσα να αγνοήσω, αλλά μια σκέψη που ωρίμαζε μέσα μου για χρόνια. Έτσι, απλώς το τόλμησα», είχε δηλώσει στο Ladies’ Home Journal το 2008.






0 ΣΧΟΛΙΑ