Φρίκη στην Ινδονησία: Γυναίκα δέχθηκε δημόσιο μαστίγωμα για σεξ εκτός γάμου και κατέρρευσε (VIDEO)

Μια σκληρή τιμωρία εκτυλίχθηκε στην επαρχία Άτσεχ της Ινδονησίας, όπου μια νεαρή γυναίκα δέχθηκε δημόσιο μαστίγωμα επειδή είχε σεξουαλική επαφή εκτός γάμου, κατά παράβαση των ισλαμικών διατάξεων που εφαρμόζονται στην περιοχή. Η γυναίκα δεν άντεξε τον πόνο και έχασε τις αισθήσεις της μπροστά στα μάτια των συγκεντρωμένων, προκαλώντας αναστάτωση στο σημείο. Το περιστατικό σημειώθηκε στην Μπάντα Άτσεχ, την πρωτεύουσα της επαρχίας, η οποία αποτελεί τη μοναδική περιοχή της Ινδονησίας όπου εφαρμόζεται επίσημα ένα σύστημα τοπικών κανόνων βασισμένων στη Σαρία.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες για το συμβάν, εικόνες από το σημείο καταγράφουν υγειονομικούς και μέλη της θρησκευτικής αστυνομίας να βρίσκονται γύρω από τη γυναίκα μετά την ολοκλήρωση της τιμωρίας. Η δημόσια επιβολή τέτοιων ποινών εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις, καθώς οι καταδικασθέντες εκτίθενται μπροστά σε πλήθος πολιτών και υφίστανται τόσο τη σωματική δοκιμασία όσο και τον δημόσιο διασυρμό. Στην ίδια περίπτωση, ένας άνδρας δέχθηκε επίσης μαστίγωμα για μοιχεία, αδίκημα που τιμωρείται βάσει των ισχυόντων κανόνων στην Άτσεχ. Οι ποινές που προβλέπονται διαφέρουν ανάλογα με την παράβαση, ενώ για ορισμένα αδικήματα μπορούν να φτάσουν έως και τα 100 χτυπήματα με ραβδί.
Οι ποινές που επιβλήθηκαν στην Μπάντα Άτσεχ
Η γυναίκα συγκαταλεγόταν μεταξύ οκτώ ατόμων που καταδικάστηκαν από το ισλαμικό δικαστήριο Syar’iyah της Μπάντα Άτσεχ. Οι αποφάσεις αφορούσαν παραβιάσεις διαφορετικών διατάξεων της τοπικής νομοθεσίας, με τις ποινές να φτάνουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα 100 χτυπήματα για κάθε καταδικασθέντα. Η διαδικασία πραγματοποιήθηκε σε δημόσια εξέδρα της πόλης, παρουσία πολιτών που είχαν συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσουν την εκτέλεση των ποινών.
Τα άτομα που αναλαμβάνουν την επιβολή των χτυπημάτων είναι γνωστά ως «algojos» και χρησιμοποιούν ραβδιά από ρατάν. Φορούν συνήθως σκούρες, μακριές ενδυμασίες που καλύπτουν το σώμα τους, ενώ τα πρόσωπά τους παραμένουν κρυμμένα κάτω από κουκούλες, ώστε να διατηρείται η ανωνυμία τους. Η διαδικασία διεξάγεται μπροστά σε εκπροσώπους των ισλαμικών δικαστικών αρχών και θεατές, μετατρέποντας την τιμωρία σε δημόσιο γεγονός. Η συγκεκριμένη πρακτική έχει δεχθεί έντονη κριτική από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες επισημαίνουν ότι η έκθεση των καταδικασθέντων μπροστά σε πλήθος εντείνει την ταπείνωση και τις επιπτώσεις της ποινής.
Αλκοόλ, τζόγος και σεξουαλικές πράξεις στο στόχαστρο
Το μαστίγωμα αποτελεί προβλεπόμενη ποινή στην Άτσεχ για μια σειρά παραβάσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η κατανάλωση αλκοόλ, τα τυχερά παιχνίδια και ορισμένες σεξουαλικές πράξεις. Στο πλαίσιο των τοπικών διατάξεων, τιμωρούνται επίσης οι σεξουαλικές σχέσεις εκτός γάμου, καθώς και οι ομοφυλοφιλικές πράξεις. Η εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων συνδέεται με την προσπάθεια των τοπικών αρχών να επιβάλουν τις θρησκευτικές επιταγές που έχουν ενσωματωθεί στο νομικό σύστημα της επαρχίας.
Ο δημόσιος χαρακτήρας της διαδικασίας δεν αποσκοπεί μόνο στη σωματική τιμωρία, αλλά και στην αποτροπή άλλων πιθανών παραβάσεων μέσω της έκθεσης των καταδικασθέντων. Τα μαστιγώματα πραγματοποιούνται συχνά σε πλατείες ή σε χώρους κοντά σε τζαμιά, όπου συγκεντρώνεται κόσμος και αρκετοί καταγράφουν το περιστατικό με τα κινητά τους τηλέφωνα. Δεν είναι σπάνιο οι τιμωρούμενοι να καταρρέουν εξαιτίας του πόνου και της σωματικής καταπόνησης και να χρειάζονται ιατρική φροντίδα μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Οι εικόνες ανθρώπων που απομακρύνονται με φορεία έχουν ενισχύσει την κριτική απέναντι σε μια πρακτική που οργανώσεις χαρακτηρίζουν εξευτελιστική και απάνθρωπη.
Οι αντιδράσεις των οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων
Παρότι η Ινδονησία είναι η πολυπληθέστερη μουσουλμανική χώρα παγκοσμίως, αναγνωρίζει επίσημα έξι θρησκείες, καθώς και αυτόχθονες θρησκευτικές παραδόσεις. Η εφαρμογή της Σαρία στην Άτσεχ αποτελεί ειδική περίπτωση στο εσωτερικό της χώρας, καθώς η συγκεκριμένη επαρχία διαθέτει ιδιαίτερο καθεστώς αυτονομίας. Η λειτουργία του τοπικού συστήματος ποινών έχει επανειλημμένα προκαλέσει αντιδράσεις διεθνώς, με οργανώσεις να ζητούν την κατάργηση του μαστιγώματος και την προστασία της αξιοπρέπειας όσων καταδικάζονται.
Η Διεθνής Αμνηστία και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Human Rights Watch) έχουν ασκήσει επανειλημμένα κριτική στην πρακτική, υποστηρίζοντας ότι έρχεται σε αντίθεση με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ινδονησίας για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι επικρίσεις εστιάζουν τόσο στη σωματική βία όσο και στον δημόσιο εξευτελισμό που συνοδεύει την ποινή, αλλά και στις ενδεχόμενες μακροχρόνιες ψυχολογικές συνέπειες για όσους την υφίστανται.
Ο Ουσμάν Χαμίντ, εκτελεστικός διευθυντής της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ινδονησία, έχει αναφερθεί στο παρελθόν στην αναλογικότητα των ποινών για συμπεριφορές που θεωρούνται ακατάλληλες από τις τοπικές αρχές. Σε σχετική δήλωσή του είχε θέσει το ερώτημα κατά πόσο μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να δικαιολογήσει ποινές όπως η φυλάκιση ή ο ραβδισμός, χαρακτηρίζοντας μια τέτοια αντιμετώπιση υπερβολική. Η οργάνωση έχει επίσης επισημάνει ότι ο ραβδισμός συνιστά σκληρή, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση και μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να ισοδυναμεί με βασανιστήριο, κατά παράβαση διεθνών συμβάσεων, μεταξύ των οποίων η Σύμβαση του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων.
Πώς η Άτσεχ απέκτησε ειδικό καθεστώς αυτονομίας
Οι τοπικές αρχές υπερασπίζονται την εφαρμογή των ποινών, υποστηρίζοντας ότι λειτουργούν αποτρεπτικά και αποτελούν μέρος της θρησκευτικής και πολιτισμικής ταυτότητας της επαρχίας. Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές της πρακτικής υπογραμμίζουν ότι οι δημόσιοι ραβδισμοί πλήττουν την εικόνα της Ινδονησίας στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μπορούν να αφήσουν βαθιά ψυχολογικά τραύματα στους ανθρώπους που υποβάλλονται σε αυτούς. Η πρακτική διαθέτει υποστηρικτές μεταξύ του μουσουλμανικού πληθυσμού της Άτσεχ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι κανόνες εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ινδονησία.
Η εισαγωγή της Σαρία στην Άτσεχ ξεκίνησε το 2002, ενώ πρόσθετες διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ το επόμενο διάστημα. Οι αλλαγές συνδέονταν με το ειδικό καθεστώς αυτονομίας που παραχωρήθηκε στην περιοχή το 2001, στο πλαίσιο μιας πολιτικής συμφωνίας με την κεντρική κυβέρνηση, η οποία επιδίωκε να αντιμετωπίσει μια μακροχρόνια αυτονομιστική εξέγερση. Στο πλαίσιο της συμφωνίας, η Άτσεχ απέκτησε τη δυνατότητα να εφαρμόζει τη Σαρία ως μέρος του τοπικού νομικού της συστήματος, αποκτώντας ένα καθεστώς που δεν ισχύει στις υπόλοιπες επαρχίες της χώρας. Μεταξύ των διατάξεων που θεσπίστηκαν περιλαμβάνονταν περιορισμοί στην απομόνωση ανδρών και γυναικών που δεν είναι παντρεμένοι μεταξύ τους ή δεν συνδέονται με συγγενική σχέση.
Αυστηροί κανόνες στην καθημερινότητα και η συζήτηση για τον αποκεφαλισμό
Οι τοπικοί κανόνες προβλέπουν κυρώσεις για διάφορες συμπεριφορές που θεωρούνται παραβάσεις των θρησκευτικών διατάξεων, συμπεριλαμβανομένων σεξουαλικών αδικημάτων, της μοιχείας και ορισμένων δημόσιων εκδηλώσεων τρυφερότητας από ανύπαντρα άτομα. Η θρησκευτική αστυνομία της Άτσεχ έχει επίσης επικριθεί για ελέγχους που αφορούν την εμφάνιση και την ενδυμασία των γυναικών, όπως η χρήση μαντίλας ή στενών ρούχων, καθώς και για παρεμβάσεις σε περιστατικά κατανάλωσης αλκοόλ και τυχερών παιχνιδιών.
Οι αυστηροί περιορισμοί επηρεάζουν την καθημερινότητα των κατοίκων, καθώς ακόμη και η παρουσία δύο ατόμων διαφορετικού φύλου χωρίς να είναι παντρεμένοι ή συγγενείς μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να θεωρηθεί παράβαση. Παράλληλα, οι δημόσιες ποινές εξακολουθούν να προκαλούν αντιπαραθέσεις για τα όρια της θρησκευτικής νομοθεσίας και την προστασία των ατομικών ελευθεριών. Την τελευταία δεκαετία, η κεντρική κυβέρνηση έχει παραχωρήσει πρόσθετες αρμοδιότητες στις περιφερειακές αρχές, με στόχο την ενίσχυση της αυτονομίας και την προώθηση της ανάπτυξης. Ωστόσο, το ζήτημα των αυστηρών ποινών παραμένει στο επίκεντρο της διεθνούς κριτικής.
Η συζήτηση για το εύρος των προβλεπόμενων τιμωριών έφτασε σε ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο σημείο το 2018, όταν στην Άτσεχ ξεκίνησε δημόσια διαβούλευση σχετικά με την πιθανότητα εισαγωγής του αποκεφαλισμού ως ποινής. Η κεντρική κυβέρνηση της Ινδονησίας είχε προειδοποιήσει ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας. Η υπόθεση ανέδειξε τις εντάσεις ανάμεσα στην αυτονομία της επαρχίας, την εφαρμογή των τοπικών θρησκευτικών κανόνων και τις υποχρεώσεις της χώρας ως προς την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.






0 ΣΧΟΛΙΑ