«Δεν πάτησα εγώ τη σκανδάλη»: Αλλάζει τα δεδομένα η μαρτυρία για τη δολοφονία της Μπερεζόφσκα – Τι συνέβη με την έκρηξη;

Η υπόθεση που ξεκίνησε μετά την πολύκροτη έκρηξη στο Μονακό και συνδέθηκε με τον επιχειρηματία Βίκτορ Γερμολάεφ εξακολουθεί να προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, καθώς νέα στοιχεία και αντικρουόμενες καταθέσεις αλλάζουν συνεχώς την εικόνα της έρευνας. Στο επίκεντρο των τελευταίων εξελίξεων βρίσκεται ο Ουκρανός αξιωματικός της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών (GUR), Βλαντισλάβ Ρέουτ, ο οποίος προχώρησε σε σημαντική αναθεώρηση όσων είχε αρχικά παραδεχθεί σχετικά με τη δολοφονία της 39χρονης Αναστασίας Μπερεζόφσκα.
Ο πράκτορας ανακαλεί την ομολογία του και δείχνει νέο δράστη
Η Μπερεζόφσκα είχε βρεθεί στο στόχαστρο των ερευνητικών αρχών ως το πρόσωπο που φέρεται να εμπλέκεται στην υπόθεση της έκρηξης στο Μονακό, από την οποία έχασε τη ζωή του ο Γερμολάεφ. Ωστόσο, πριν ακόμη ολοκληρωθεί η διερεύνηση της εμπλοκής της, η ίδια εντοπίστηκε νεκρή στην Ουκρανία, γεγονός που περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την ήδη δύσκολη υπόθεση. Κατά την εμφάνισή του ενώπιον του δικαστηρίου, ο Ρέουτ διαφοροποιήθηκε από την αρχική του ομολογία, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν εκείνος που αφαίρεσε τη ζωή της 39χρονης. Όπως ανέφερε, την καθοριστική πράξη πραγματοποίησε ο συγκατηγορούμενός του, Βιτάλι Ζικόβιτς, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο παρελθόν στην Υπηρεσία Ασφαλείας της Ουκρανίας (SBU).
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, οι εισαγγελικές αρχές υποστήριξαν ότι η Μπερεζόφσκα είχε επιστρέψει στην Ουκρανία μόλις δύο ημέρες μετά την έκρηξη στο Μονακό, πριν ακόμη οι γαλλικές αρχές την κατονομάσουν ως βασική ύποπτη. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι πέρασε τα πολωνοουκρανικά σύνορα με λεωφορείο, ενώ στη συνέχεια οι ουκρανικές αρχές κατάφεραν να εντοπίσουν τα ίχνη της μέσα από δεδομένα του κινητού τηλεφώνου της.
Η έρευνα φέρεται να αποκάλυψε οικονομικές συναλλαγές που συνδέουν τους δύο κατηγορούμενους με τη γυναίκα. Ειδικότερα, εξετάστηκαν μεταφορές χρημάτων τόσο σε μετρητά όσο και μέσω κρυπτονομισμάτων, οι οποίες, σύμφωνα με τις αρχές, πραγματοποιήθηκαν προς λογαριασμούς της Μπερεζόφσκα και αποτέλεσαν σημαντικό στοιχείο για την πρόοδο της έρευνας. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι ο Ρέουτ ήταν εκείνος που είχε οδηγήσει τους αστυνομικούς στο σημείο όπου είχε ταφεί η σορός της γυναίκας. Παρά το στοιχείο αυτό, ο ίδιος δήλωσε στο δικαστήριο ότι επιθυμεί πλέον «να πει την αλήθεια», επιμένοντας πως δεν ήταν αυτός που πάτησε τη σκανδάλη. Στη νέα του αφήγηση περιέγραψε ότι ο ίδιος και ο Ζικόβιτς συνάντησαν τη Μπερεζόφσκα σε αυτοκινητόδρομο κοντά στο Κίεβο, όπου την παρέλαβαν με αυτοκίνητο BMW. Όπως ισχυρίστηκε, της είχαν πει ότι έπρεπε να απομακρυνθεί προσωρινά επειδή «έπρεπε να κρυφτεί» λόγω «μιας ποινικής υπόθεσης», χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει περισσότερες πληροφορίες για το περιεχόμενο αυτής της υπόθεσης.
Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, σύμφωνα πάντα με την κατάθεσή του, ο Ζικόβιτς έβγαλε από το σακίδιό του ένα τροποποιημένο πιστόλι τύπου Μακάροφ και το προετοίμασε για χρήση. Όταν ο Ρέουτ εξέφρασε την αντίθεσή του, υποστήριξε ότι έλαβε την απάντηση πως το όπλο υπήρχε μόνο για λόγους ασφαλείας, σε περίπτωση που η γυναίκα αντιδρούσε απρόβλεπτα. Η διαδρομή κατέληξε σε δασική περιοχή κοντά στο χωριό Γιούριβ. Εκεί, σύμφωνα με τον Ρέουτ, ο Ζικόβιτς απαίτησε να εκτελέσει τη γυναίκα, λέγοντάς του: «Ή αυτή ή εμείς.»
Ο ίδιος υποστήριξε ότι αρνήθηκε να υπακούσει και ότι τελικά ο συγκατηγορούμενός του ήταν εκείνος που πυροβόλησε τη Μπερεζόφσκα τέσσερις φορές, προκαλώντας τον θάνατό της. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, οι δύο άνδρες έσκαψαν πρόχειρο τάφο μέσα στο δάσος, όπου έκρυψαν τη σορό, ενώ το όπλο μαζί με προσωπικά αντικείμενα της γυναίκας πετάχτηκαν σε κοντινή λίμνη ώστε να εξαφανιστούν τα ίχνη.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που τέθηκαν από το δικαστήριο αφορούσε την αρχική ομολογία του Ρέουτ. Ο ίδιος απάντησε ότι προχώρησε σε αυτήν επειδή φοβόταν για την ασφάλεια της οικογένειάς του. Όπως κατέθεσε, ο Ζικόβιτς τον είχε εκφοβίσει λέγοντάς του: «Αν μου συμβεί οτιδήποτε, οι συγγενείς σου θα κινδυνεύσουν». Η υπεράσπιση του Ζικόβιτς απέρριψε πλήρως τη νέα εκδοχή των γεγονότων. Ο δικηγόρος του υποστήριξε ότι ο πελάτης του ήταν πρώην χαμηλόβαθμος αξιωματικός της SBU και χαρακτήρισε αβάσιμους τους ισχυρισμούς ότι θα μπορούσε να επιβληθεί σε έναν εν ενεργεία αξιωματικό της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών.
Παράλληλα, περιέγραψε τον Ζικόβιτς ως άνθρωπο που είχε υπηρετήσει την Ουκρανία επί σειρά ετών, συμμετέχοντας στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ανατολική χώρα από το 2014, αλλά και στις επιχειρήσεις άμυνας της περιοχής του Κιέβου μετά τη ρωσική εισβολή του 2022. Σύμφωνα με τον ίδιο, η νέα κατάθεση του Ρέουτ αποτελεί προσπάθεια αποφυγής των ποινικών συνεπειών που αντιμετωπίζει. Όπως χαρακτηριστικά σχολίασε: «Δεν θέλει να φυλακιστεί. Το καταλαβαίνω». Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας έγινε επίσης αναφορά στο ενδεχόμενο ύπαρξης εξωτερικής εμπλοκής στην υπόθεση. Η υπεράσπιση άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να υπάρχει «ρωσικό ίχνος», επισημαίνοντας ότι στο παρελθόν έχουν καταγραφεί περιπτώσεις Ουκρανών στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών που στρατολογήθηκαν από τη Μόσχα. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν συνοδεύτηκε από αποδεικτικά στοιχεία και παραμένει σε επίπεδο υπόθεσης.
Διαβάστε επίσης
Από την πλευρά της εισαγγελίας, η θέση παραμένει αμετάβλητη. Οι εισαγγελείς εκτιμούν ότι οι δύο κατηγορούμενοι λειτούργησαν από κοινού, με συντονισμένες ενέργειες και κοινό σχεδιασμό, γεγονός που δικαιολογεί την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση εις βάρος και των δύο. Το δικαστήριο, εξετάζοντας το σύνολο των στοιχείων που έχουν συγκεντρωθεί μέχρι σήμερα, απέρριψε τα αιτήματα αποφυλάκισης των κατηγορουμένων με καταβολή εγγύησης. Έτσι, τόσο ο Ρέουτ όσο και ο Ζικόβιτς θα παραμείνουν προσωρινά κρατούμενοι μέχρι να ολοκληρωθεί η ανακριτική διαδικασία και να αποσαφηνιστούν πλήρως οι συνθήκες τόσο της δολοφονίας της Αναστασίας Μπερεζόφσκα όσο και της σύνδεσής της με την υπόθεση της έκρηξης στο Μονακό.






0 ΣΧΟΛΙΑ