Οι πιο πολύκροτες δίκες του Σταύρου Γεωργίου: Από την εξαφάνιση του Άλεξ στη δολοφονία της Άννυ – Σε ποια υπόθεση δεχόταν απειλές

Ο θάνατος του ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου έφερε ξανά στο προσκήνιο την πολυετή παρουσία του στις ελληνικές δικαστικές αίθουσες. Ο γνωστός δικηγόρος είχε διαχειριστεί δεκάδες ποινικές υποθέσεις κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας, ωστόσο δύο από αυτές έμειναν χαραγμένες στη συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται για την εξαφάνιση του 11χρονου Άλεξ Μεσχισβίλι στη Βέροια το 2006 και τη φρικτή δολοφονία της τετράχρονης Άννυ στην Αθήνα το 2015. Οι δύο αυτές υποθέσεις απασχόλησαν επί χρόνια τη Δικαιοσύνη, κυριάρχησαν στην επικαιρότητα και προκάλεσαν έντονη κοινωνική συγκίνηση, ενώ ο Σταύρος Γεωργίου βρέθηκε στο επίκεντρο των δικαστικών εξελίξεων ως συνήγορος υπεράσπισης.
Διαβάστε επίσης: «Του άνοιξε την πόρτα και τον σκότωσε»: Το πρόσωπο-κλειδί που εμπιστευόταν ο ποινικολόγος Σταύρος Γεωργίου και του αφαίρεσε τη ζωή!
Η εξαφάνιση του Άλεξ που συγκλόνισε όλη την Ελλάδα
Η υπόθεση του Άλεξ Μεσχισβίλι αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα άλυτα μυστήρια των ελληνικών δικαστικών χρονικών. Ο 11χρονος μαθητής εξαφανίστηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2006, όταν έφυγε από την προπόνηση μπάσκετ στη Βέροια και δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι του. Οι πρώτες ημέρες χαρακτηρίστηκαν από αγωνιώδεις αναζητήσεις, με την οικογένεια, τις Αρχές και εκατοντάδες εθελοντές να προσπαθούν να εντοπίσουν το παιδί. Όσο περνούσε ο χρόνος, όμως, η υπόθεση άρχισε να παίρνει δραματική τροπή.
Οι έρευνες οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι πίσω από την εξαφάνιση βρίσκονταν πέντε ανήλικοι, οι οποίοι φέρονται να εμπλέκονταν σε περιστατικό βίας εις βάρος του Άλεξ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το παιδί τραυματίστηκε θανάσιμα και στη συνέχεια οργανώθηκε η εξαφάνιση της σορού, η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει βρεθεί. Η συγκεκριμένη εξέλιξη συγκλόνισε το πανελλήνιο, καθώς για πρώτη φορά μια τόσο σοβαρή υπόθεση είχε ως βασικούς πρωταγωνιστές ανήλικους.
Στη δίκη, ο Σταύρος Γεωργίου ανέλαβε την υπεράσπιση του 13χρονου τότε βορειοηπειρώτη, ενός από τους βασικούς κατηγορούμενους. Η υπερασπιστική του στρατηγική βασίστηκε στην αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των καταθέσεων των ανηλίκων, επισημαίνοντας ότι υπήρχαν σημαντικές διαφοροποιήσεις στις περιγραφές τους κατά τη διάρκεια της προανάκρισης. Ο ίδιος υποστήριζε ότι υπήρχαν κενά στην έρευνα και ότι κρίσιμα στοιχεία δεν είχαν αποσαφηνιστεί πλήρως, ενώ συχνά τοποθετούνταν δημόσια για την πορεία της υπόθεσης, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.
Μάλιστα, μαζί με τη συνάδελφό του Ελίζα Βόζενμπεργκ είχαν απευθυνθεί στον Άρειο Πάγο, καταγγέλλοντας ότι τόσο οι ίδιοι όσο και ο εντολέας τους δέχονταν πιέσεις και απειλές εξαιτίας της υπόθεσης. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του εκείνη την περίοδο προκάλεσαν αντιδράσεις στον νομικό κόσμο και αποτέλεσαν αντικείμενο πειθαρχικής διερεύνησης από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Παρά τις καταδίκες που ακολούθησαν, το μεγαλύτερο ερώτημα παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα: τι απέγινε η σορός του μικρού Άλεξ. Η μητέρα του δεν έμαθε ποτέ πού βρίσκεται το παιδί της, γεγονός που εξακολουθεί να στοιχειώνει μία από τις πιο τραγικές υποθέσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Η υπόθεση της μικρής Άννυ που πάγωσε τη χώρα
Εννέα χρόνια αργότερα, ο Σταύρος Γεωργίου βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα. Η δολοφονία της τετράχρονης Άννυ χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως ένα από τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα που έχουν καταγραφεί στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ο γνωστός ποινικολόγος ανέλαβε την υπεράσπιση της μητέρας του παιδιού, η οποία βρέθηκε επίσης κατηγορούμενη κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
Από την πρώτη στιγμή η υπερασπιστική γραμμή που ακολούθησε ήταν ξεκάθαρη. Υποστήριζε ότι η εντολέας του δεν γνώριζε τι είχε συμβεί στην κόρη της, καθώς κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα βρισκόταν στη Γερμανία και είχε παραπλανηθεί από τον πατέρα του παιδιού σχετικά με την τύχη της μικρής. Η υπόθεση άρχισε να αποκαλύπτεται όταν η μητέρα επέστρεψε στην Ελλάδα και διαπίστωσε ότι η Άννυ είχε εξαφανιστεί. Αρχικά ο πατέρας έδινε αντικρουόμενες εξηγήσεις, ισχυριζόμενος ότι το παιδί βρισκόταν με συγγενικά πρόσωπα ή ότι είχε απομακρυνθεί από το σπίτι χωρίς να γίνει αντιληπτό.
Η έρευνα των αστυνομικών, όμως, αποκάλυψε ίχνη αίματος μέσα στο διαμέρισμα της οδού Μιχαήλ Βόδα, ενώ οι εργαστηριακές εξετάσεις επιβεβαίωσαν ότι ανήκαν στο τετράχρονο κορίτσι. Οι αποκαλύψεις που ακολούθησαν συγκλόνισαν ακόμη και τους πιο έμπειρους αστυνομικούς. Κατά την απολογία του, ο πατέρας παραδέχθηκε ότι τεμάχισε τη σορό της κόρης του, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι δεν ήταν εκείνος που προκάλεσε τον θάνατό της.
Στην απολογία του είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Ήθελα να πάω να τη θάψω αλλά δεν υπήρχε φτυάρι. Δεν ήθελα να τα κάνω όλα αυτά… Ήθελα να τη βάλω σε σακούλα αλλά το παιδί ήταν πέτρα και έσπασε. Αναγκάστηκα να κόψω κάποια κομμάτια και τα πήγα στα σκουπίδια». Η συγκεκριμένη δήλωση προκάλεσε αποτροπιασμό σε ολόκληρη τη χώρα και αποτέλεσε μία από τις πιο σοκαριστικές στιγμές της δίκης.
Διαβάστε επίσης
Το δικαστήριο, αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, έκρινε τον πατέρα ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση, περιύβριση νεκρού και άλλα αδικήματα, επιβάλλοντάς του την ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Ο φίλος του καταδικάστηκε για συνέργεια, ενώ η μητέρα της μικρής Άννυ καταδικάστηκε πρωτόδικα για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο. Ωστόσο, στη συνέχεια αθωώθηκε σε δεύτερο βαθμό, εξέλιξη που αποτέλεσε βασικό στοιχείο της υπερασπιστικής προσπάθειας του Σταύρου Γεωργίου.






0 ΣΧΟΛΙΑ