Η κυνική απολογία για τη φονική έκρηξη στη Θεσσαλονίκη – «Δεν πέθανε τζάμπα, αφού πληρώθηκε»

Ξεκίνησε ενώπιον του Τριμελές Εφετείου Κακουργιμάτων η δίκη για την πολυσυζητημένη βομβιστική επίθεση που σημειώθηκε στις 3 Μαΐου του 2025 έξω από τραπεζικό κατάστημα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, οδηγώντας στον θάνατο την 38χρονη γυναίκα που τοποθέτησε τον μηχανισμό. Η ακροαματική διαδικασία διακόπηκε μετά τις απολογίες των τριών ανδρών που κάθονται στο εδώλιο. Στους κατηγορουμένους έχει ασκηθεί βαριά ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος για αδικήματα όπως εγκληματική οργάνωση, πρόκληση έκρηξης, προμήθεια, κατοχή και κατασκευή εκρηκτικών υλών, καθώς και φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
Η ομολογία του έγκλειστου: Οργάνωση της επίθεσης μέσα από τη φυλακή
Ο βασικός κατηγορούμενος, ο οποίος κρατείται στις φυλακές και έχει ήδη παραδεχθεί ότι σχεδίασε την επίθεση, προχώρησε σε αποκαλύψεις κατά την απολογία του, τονίζοντας πως ο στόχος ήταν αποκλειστικά τα χρήματα από τα ΑΤΜ: «Στόχος ήταν τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης (ΑΤΜ) και ήθελα να πάρω τα λεφτά. Δεν φταίω εγώ που σκοτώθηκε η “Μαρία”, πληρώθηκε για να το κάνει και δεν πήγε τζάμπα ούτε με το όπλο στο κεφάλι».
Ο ίδιος εξήγησε ότι γνώριζε το θύμα επί χρόνια και εκμεταλλεύτηκε την εξάρτησή της από τα ναρκωτικά. Όπως υποστήριξε, κατασκεύασε και καθοδήγησε τη διαδικασία εξ αποστάσεως: «Το σχέδιο δεν ήταν να αφήσει τον μηχανισμό εκεί που τον άφησε. Τις ύλες για την κατασκευή του τις είχα προμηθευτεί από έναν φίλο μου και δε πρόκειται να σας πω το όνομα του. Εγώ είμαι γνώστης και κατασκεύασα τον εκρηκτικό μηχανισμό μέσω κάμερας που έδειχνα στη Μαρία καθώς ήμουν στη φυλακή».
Ερωτηθείς σχετικά με την κατοχή κινητού τηλεφώνου εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, απάντησε ειρωνικά: «Δε μας επιτηρεί κανείς στις φυλακές, εμένα περιμένατε να σας πω τι είναι οι φυλακές σήμερα; Στην κάμερα της έλεγα “φόρα γάντια, πάρε πλαστελίνες να τις πλάσεις” κ.λπ.».
Επιπλέον, αναφερόμενος στον συγκατηγορούμενό του που μετέφερε τον σάκο, υποστήριξε ότι του ζήτησε απλώς μια μεταφορά έναντι 500 ευρώ, αγνοώντας ο τελευταίος το περιεχόμενο, ενώ τόνισε ότι ο τρίτος κατηγορούμενος δεν έχει καμία απολύτως εμπλοκή στην υπόθεση.
Η στάση των άλλων δύο κατηγορουμένων στο δικαστήριο
Από την πλευρά του, ο 37χρονος που είχε νοικιάσει το διαμέρισμα-γιάφκα στα Λαδάδικα και μετέφερε τον σάκο με τα υλικά υποστήριξε ότι βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση ως άστεγος και δέχθηκε να το κάνει για τα χρήματα, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς περιείχε η τσάντα: «Ήρθα Θεσσαλονίκη τον Νοέμβριο του 2024 και έμεινα κάποιους μήνες στο κέντρο αστέγων. Μετά έμενα σε σκηνή και στο δρόμο ως άστεγος. Είχα ανάγκη τα χρήματα. Επικοινωνήσαμε με τον τρίτο κατηγορούμενο μέσω Facebook, καθώς τον γνώριζα. Του εξήγησα πώς ζω και ότι παλεύω πέντε ώρες για να βγάλω 20 ευρώ. Μου ρώτησε αν θέλω να βγάλω 500 ευρώ και δέχθηκα γιατί είχα οικονομική δυσκολία. Μου είπε να πάω στην Αθήνα να φέρω μια τσάντα. Ήμουν σίγουρος ότι ήταν κάτι παράνομο, αλλά δε ξέρω τι είχε μέσα, δε ρώτησα. Θα μου έδινε λεφτά για να φέρω κάτι νόμιμο;»
Ο τρίτος κατηγορούμενος, στον οποίο ανήκει το δακτυλικό αποτύπωμα που βρέθηκε στη σακούλα, αρνήθηκε κάθε κατηγορία, δηλώνοντας ότι φιλοξενούσε την άτυχη γυναίκα και ότι το αποτύπωμά του προήλθε από μια κοινή σακούλα με τρόφιμα που της είχε πάει.
Οι μαρτυρίες και η δραματική εικόνα από το σημείο της έκρηξης
Στο ακροατήριο κατέθεσαν αστυνομικοί, κάτοικοι της περιοχής, ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος και συγγενείς των εμπλεκομένων. Ο αστυνομικός που έφτασε πρώτος στο σημείο περιέγραψε τις δραματικές στιγμές: «Γύρω στις 5:30 το πρωί δεχτήκαμε κλήση για έκρηξη και πιθανή φωτιά σε ΑΤΜ τράπεζας. Ήμασταν πολύ κοντά, φτάσαμε πολύ γρήγορα. Είδαμε να βγαίνουν καπνοί και να επικρατεί ένας χαμός. Ενημερώσαμε το κέντρο για πιθανή έκρηξη στο σημείο».
Διαβάστε επίσης
Η δίκη διακόπηκε και θα συνεχιστεί αύριο με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και, εκτός απροόπτου, την έκδοση της δικαστικής απόφασης.






0 ΣΧΟΛΙΑ