«Γύρισα γιατί είχα δώσει υπόσχεση στην κόρη μου»: Συγκλονιστική συνέντευξη του Έλληνα που επιβίωσε 48 ώρες στην θάλασσα μετά από επίθεση των Χούθι

Σε μια συγκλονιστική αφήγηση που κόβει την ανάσα, ο Βαγγέλης Σταρίδας, ο Έλληνας ένοπλος φρουρός του πλοίου Eternity C, περιέγραψε στον τηλεοπτικό σταθμό Alpha τον εφιάλτη που έζησε για τρεις ημέρες στην Ερυθρά Θάλασσα, όταν το πλοίο δέχθηκε καταιγισμό πυραύλων από τους Χούθι. Η μαρτυρία του αποκαλύπτει τις ακραίες συνθήκες επιβίωσης που αντιμετώπισε, περνώντας 48 ολόκληρες ώρες μόνος στον ωκεανό, παλεύοντας με τα κύματα, την αφυδάτωση και τον φόβο, με μοναδικό στήριγμα μια υπόσχεση: αυτή που είχε δώσει στην κόρη του.Η επίθεση στο ελληνόκτητο πλοίο, το οποίο μετέφερε σόγια από τις ΗΠΑ στην Άκαμπα, σημειώθηκε στις 7 Ιουλίου. Ο Βαγγέλης Σταρίδας βρισκόταν στην καμπίνα του, ξεκουραζόμενος πριν από τη βάρδιά του, όταν η ειδοποίηση για κάτι ύποπτο στα ραντάρ μετατράπηκε σε εφιάλτη.
«Ήταν περίπου 7 παρά και μέχρι να ετοιμαστώ, πριν να βγω από την καμπίνα δεχτήκαμε το πρώτο χτύπημα. Το ένιωσα πολύ δυνατό, τραντάχτηκαν τα πάντα, ένας θόρυβος αξέχαστος», περιγράφει ο Σταρίδας. Η πρώτη βολή έπληξε τη δεξιά πίσω πλευρά, στην περιοχή του μηχανοστασίου, προκαλώντας τεράστιες ζημιές και, δυστυχώς, τον θάνατο τριών συναδέλφων του. Όπως εκτιμά, επρόκειτο για «βολή τακτικής, για να μας ακινητοποιήσουν».
Από τις 7 το απόγευμα της επίθεσης έως τις 10 το πρωί της επόμενης ημέρας, οι Χούθι συνέχισαν τον βομβαρδισμό του πλοίου. Ο Έλληνας φρουρός μετρά συνολικά 15 πυραύλους, περιγράφοντας την αγωνία: «Άκουγες το “μπαμ”, έβλεπες τη λάμψη και μετά ένα τράνταγμα που σου έκοβε την ανάσα». Παρά τον τραυματισμό του στα πόδια, ο Σταρίδας συνέχισε να βοηθά το πλήρωμα, φτάνοντας στο σημείο να είναι από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν το πλοίο, μαζί με τον καπετάνιο, τη στιγμή που το Eternity C είχε ήδη αρχίσει να βυθίζεται.
48 Ώρες ανάμεσα στον πόνο και την ελπίδα
Η απόφαση να εγκαταλείψουν το πλοίο ήρθε όταν η κατάσταση έγινε μη αναστρέψιμη. «Γύρισα στον καπετάνιο και είπα δεν υπάρχει άλλη λύση, αν μείνουμε στο καράβι θα μας σκοτώσουν. Είτε καθόμαστε στο καράβι και μας σκοτώνουν είτε πέφτουμε στη θάλασσα», θυμάται ο Σταρίδας.
Οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν ένας ακραίος αγώνας επιβίωσης, με τον Έλληνα φρουρό να μένει μόνος του στον απέραντο ωκεανό για 48 ώρες. Ανάμεσα στα κομμάτια του βυθισμένου πλοίου, το σώμα του παγιδεύτηκε σε έναν εφιάλτη: το αλάτι έκαιγε τις πληγές από τον τραυματισμό του, ο ήλιος του έκαιγε το δέρμα, ενώ η αφυδάτωση και η υποθερμία τον οδηγούσαν στα όρια της αντοχής του.
Η υπόσχεση στην κόρη του
Αυτό που κράτησε ζωντανό τον Βαγγέλη Σταρίδα, όπως εξομολογήθηκε με συγκίνηση, δεν ήταν η στρατιωτική του εκπαίδευση, αλλά η βαθιά προσωπική του δέσμευση: η υπόσχεση στην κόρη του.
«Γύρισα πίσω γιατί είχα δώσει μια υπόσχεση ότι πάντα θα γυρίζω», είπε συγκλονισμένος, αναφερόμενος στην 18χρονη κόρη του, η οποία πάντα ανησυχούσε για την επικίνδυνη δουλειά του. Αυτή η υπόσχεση λειτούργησε ως το μοναδικό του κίνητρο για να μην εγκαταλείψει τον αγώνα, ακόμα και όταν η ελπίδα έμοιαζε να έχει χαθεί.
Ο Σταρίδας περιγράφει επίσης την απογοήτευση όταν ένα πλοίο, που εντόπισε το σήμα τους, άναψε τα φώτα, αλλά στη συνέχεια τα έσβησε και απομακρύνθηκε. «Αποκλείεται να μην μας είδε, μας άφησε στη θάλασσα», αναφέρει για εκείνη τη στιγμή απόλυτης εγκατάλειψης.
Η διάσωση και η «δεύτερη γέννηση»
Τελικά, μετά από δύο ημέρες αγωνίας, ο Βαγγέλης Σταρίδας εντοπίστηκε από μια βρετανική ομάδα ιδιωτικής ασφάλειας. Βρέθηκε εξαντλημένος, πλήρως αφυδατωμένος και σε κατάσταση υποθερμίας, αλλά ζωντανός.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα, λίγες ημέρες αργότερα, ήταν μια στιγμή απερίγραπτης συγκίνησης. «Μόνο τότε ένιωσα ότι είμαι ασφαλής. Η πρώτη αγκαλιά ήταν η κόρη μου, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Μπαμπά μου, η κόρη μου, αγάπη μου εγώ, ήταν σαν να γεννιόμουν ξανά», είπε.
Η μαρτυρία του Βαγγέλη Σταρίδα αποτελεί ένα σύμβολο της ανθρώπινης θέλησης για ζωή και της δύναμης της οικογενειακής αγάπης απέναντι στις σύγχρονες απειλές της Ερυθράς Θάλασσας. «Και κράτησα την υπόσχεσή μου», καταλήγει, κλείνοντας με τον πιο δυνατό τρόπο την ιστορία του.
Στην περιγραφή του στην εκπομπή «Αυτοψία» και τον Αντώνη Σρόιτερ, ο Σταρίδας περιγράφει πώς δέχθηκαν 15 πυραύλους από τους Χούθι, πώς πήραν την απόφαση να πέσουν στη θάλασσα για να σωθούν, τι σκεφτόταν στο νερό, πώς τουλάχιστον δύο φορές τους εντόπισαν πλοία και τους εγκατέλειψαν ενώ εξομολογείται ότι επιβίωσε «γιατί είχα δώσει υπόσχεση στην κόρη μου ότι πάντα θα επιστρέφω».
Η επίθεση των Χούθι
Ήταν 7 Ιουλίου όταν το καράβι είχε προορισμό την Άκαμπα αφού άφησαν σπόρους σόγιας από τις ΗΠΑ στη Σομαλία. «Ξεκουραζόμουν για να πιάσω βάρδια στις 8 η ώρα το πρωί. Ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο και με ειδοποιούν να ανέβω στη γέφυρα, κάτι είδαν στο ραντάρ» λέει ο Σταρίδας.
«Ήταν περίπου 7 παρά και μέχρι να ετοιμαστώ, πριν να βγω από την καμπίνα δεχτήκαμε το πρώτο χτύπημα. Το ένιωσα πολύ δυνατό, τραντάχτηκαν τα πάντα, ένας θόρυβος αξέχαστος. Αμέσως σκέφτηκα ότι δεχόμαστε επίθεση και πρέπει να ανέβω στη γέφυρα. Είχαμε χτυπηθεί στην πίσω δεξιά πλευρά στην περιοχή του μηχανοστασίου. ήταν βολή τακτικής, ήταν βολή ακινητοποίηση τους πλοίου. Κατέβηκα στο μηχανοστάσιο και είδα εικόνα καταστροφής. Ψάχναμε με τους φακούς και κάποια στιγμή εκεί που κοίταζα βρήκα έναν του πληρώματος σε σοκ, το βλέμμα του ακόμα το θυμάμαι, δεν μπορούσε να εστιάσει κάπου, ήταν αόριστο, ήταν ζωντανός» θυμήθηκε ο ένοπλος φρουρός.
Όπως λέει «είχαμε 3 νεκρούς στο μηχανοστάσιο. Μας χτυπούσαν όλη τη νύχτα. Από τις 7 το απόγευμα μέχρι τις 10 το πρωί όταν πηδήξαμε στη θάλασσα. Το επόμενο χτύπημα ήταν ένα λεπτό μετά, στην ίδια πλευρά περίπου στο ίδιο σημείο. Τα υπόλοιπα ήταν σε όλο το υπόλοιπο καράβι, στην μάσκα της γέφυρας, στο κατάστρωμα. Αν και ήταν νύχτα αυτό που ένιωθες ήταν κάτι ξαφνικό, δεν άκουγες κάτι πριν, άκουγες ένα μπαμ, μια λάμψη και ένα τράνταγμα χωρίς προηγούμενο. Όσο μετρούσα, μέτρησα 15 πυραύλους».
Μιλώντας για τις πρώτες κινήσεις του περιέγραψε «αρχικά προσπαθούσα να κρατήσω το πλήρωμα και τον καπετάνιο ήρεμο, να μην πανικοβληθεί. Άνθρωποι έκλαιγαν, όλοι ήταν πεσμένοι κάτω, η γέφυρα κατέρρεε, έπεφταν οροφές αλλά υπήρχε ο φόβος του θανάτου γιατί δεν μπορούσες να μαντέψεις πού θα έρθει το επόμενο χτύπημα για να προφυλαχθείς. Μετά το δεύτερο χτύπημα είπα στον καπετάνιο άνοιξε όλα τα συστήματα επικοινωνίας για να πεις ότι δεχόμαστε επίθεση»
Από την επίθεση τραυματίστηκε και ο ίδιος: «Χτύπησα εγώ γιατί το πλήρωμα προσπάθησα να το κρατήσω ασφαλές και το είχα σε μια σκάλα στη γέφυρα που ήταν το πιο ασφαλές σημείο. Δεν ήθελα να ρισκάρω. Εγώ ήμουν αυτός που θα μπορούσε να προστατεύσει το καράβι οπότε έπρεπε να είμαι εκεί έξω για να σιγουρευτώ ότι δεν θα πλησιάσει κάτι το καράβι. Μετά από κάθε χτύπημα το ωστικό κύμα με πετούσε και κάποια θραύσματα χτυπούσαν τα πόδια μου».
Η επόμενη απόφαση ήταν να πέσουν στο νερό γιατί, όπως λέει, «σίγουρα αν μέναμε στο πλοίο δεν θα ζούσαμε για πολύ ακόμα, κάποια στιγμή αναπόφευκτα θα σκοτωνόμασταν. Αν μπαίναμε στις βάρκες θα ήμασταν στόχοι».
«Κάποια στιγμή ήρθε ένα πολύ μεγάλο χτύπημα στη θέση που ήμασταν από το οποίο ένιωσα ένα κάψιμο στο πόδι και όλες τις δονήσεις με το ωστικό κύμα να με πετάει 3-4 μέτρα. Δεν ήξερα αν έχω το πόδι μου. Το κοίταξα και έτρεχε ασταμάτητα το αίμα, φοβόμουν να το πιάσω μην το χάσω. Γύρισα στον καπετάνιο και είπα δεν υπάρχει άλλη λύση, αν μείνουμε στο καράβι θα μας σκοτώσουν. Είτε καθόμαστε στο καράβι και μας σκοτώνουν είτε πέφτουμε στη θάλασσα. Ο καπετάνιος συμφώνησε. Κατεβήκαμε στο κατάστρωμα, φορέσαμε τα σωσίβια και πέσαμε στη θάλασσα» θυμάται ο Βαγγέλης Σταρίδας
«Ήμασταν 18 άτομα. Εμείς κολυμπούσαμε προς την αντίθετη κατεύθυνση, να απομακρυνθούμε από το καράβι και την Υεμένη. Μετά από περίπου 2 ώρες που είχαμε απομακρυνθεί για 2-3 μίλια, συνέχισαν να ρίχνουν στο καράβι με πυραύλους και drone. Ήθελα να φύγουμε όσο πιο γρήγορα και πιο μακριά γιατί μπορούσαν να κάνουν ξανά επιχείρηση κατάληψης. Χρησιμοποιούσαμε την αντανάκλαση του ήλιου για κάλυψη. Πέσαμε όλοι μαζί με τελευταίο εμένα και τον καπετάνιο. Τους συμβούλευσα να είμαστε όλοι μαζί μια ομάδα. Τους είπα κολυμπάτε γρήγορα. Από κάποια στιγμή και μετά όμως ήταν αρκετοί που έμειναν πίσω και δεν κρατούσαν ευθεία γραμμή ώστε να κολυμπάμε πίσω από το καράβι όχι δεξιά ή αριστερά του για να είμαστε καλυμμένοι» περιγράφει τα πρώτα λεπτά στο νερό.
Διαβάστε επίσης
Κάποιοι ωστόσο «δεν προσπάθησαν όσο έπρεπε και τους βρήκαν οι Χούθι. Έχουν τώρα 10 ή 11 που μάζεψαν από τη θάλασσα και μέχρι σήμερα είναι όμηροί τους».
«Είχαμε μείνει 5 άτομα και συνεχίσαμε να κολυμπάμε. Περάσαμε 2 ημέρες και 2 νύχτες. Διψούσαμε πάρα πολύ. Όταν πέσαμε στη θάλασσα ήταν σχεδόν καυτό το νερό. Το βράδυ που έπεφτε η θερμοκρασία της θάλασσας, τρέμαμε. Μας χτυπούσαν ψάρια που δεν ξέραμε τι είναι και μας τσιμπούσαν τσούχτρες, είχαν γίνει κόκκινα τα χέρια της. Την πρώτη μέρα ένιωσα φόβο. Από τη δεύτερη και μετά σκεφτόμουν ότι πρέπει να φτάσω κάπου» λέει.
Τότε έγινε η πρώτη επαφή με καράβι που όμως ήταν απογοητευτική: «Κάποιο καράβι που ήταν σκοτεινό, σταμάτησε έκανε κράτει και άναψε όλα τα φώτα του καραβιού. Όταν έφτασε στα 2 μίλια είπα την ομάδα να ανάψει τα φώτα στα σωσίβιά μας και το καράβι σταμάτησε. Πίστεψα ότι κατέβασαν λέμβους και είπα “παιδιά θα μας σώσουν”. Άργησε όμως να έρθει και κάποια στιγμή έτσι όπως άναψε τα φώτα, τα έσβησε και έφυγε. Αποκλείεται να μην μας είδε, μας άφησε στη θάλασσα»
Χωρίς να μπορεί να κρατήσει τα δάκρυά του ο Βαγγέλης Σταρίδας λέει ότι «γύρισα πίσω γιατί είχα δώσει μια υπόσχεση ότι πάντα θα γυρίζω. Πάντα φοβόταν η κόρη μου τη δουλειά αυτή. με έβαλε να της υποσχεθώ ότι πάντα θα γυρίζω σε αυτή. Δεν πίστεψα ούτε στιγμή ότι θα πεθάνω, οι Χούθι δεν θα με έπιαναν ζωντανό. Δεν ήθελα να πέσω σε συναισθηματική κατάσταση γιατί πρέπει να είσαι αφοσιωμένος στο να επιβιώσεις».
Η σωτηρία ήρθε στις 10 Ιουλίου αφού πρώτα ένιωσαν ξανά μια απογοήτευση από το πλήρωμα ενός ψαράδικου: «Την τρίτη ημέρα κοντά στο ξημέρωμα βλέπουμε ένα μεγάλο ξύλινο σκάφος με ψαράδες και τους κάναμε νόημα να μας πάρουν. Ήρθαν κοντά μας- ήταν Ινδοί ψαράδες- τους φωνάζαμε πάρτε μας, δώστε μας νερό, δεν ανταποκρίθηκαν και έφυγαν. Μετά από μια ώρα από ό,τι υπολογίζω, επέστρεψαν, τους παρακαλέσαμε ξανά και μας έδωσαν ένα μπουκάλι μισό λίτρο νερού και έφυγαν. Μετά από 2 ώρες είδαμε το σκάφος το διασωστικό να έρχεται κοντά μας. Ήταν απερίγραπτο το συναίσθημα. Η χαρά ήταν σαν ένα παιδάκι που του δίνεις ζαχαρωτά, γελούσαμε και χτυπούσαμε ο ένας τον άλλο στην πλάτη και λέγαμε σωθήκαμε. Το ίδιο σκάφος είχε περισυλλέξει 6 την προηγούμενη ημέρα και εμάς τους 4».
Η επιστροφή στην Ελλάδα έγινε μετά από 3-4 ημέρες και «μόνο τότε ένιωσα ότι είμαι ασφαλής. Η πρώτη αγκαλιά ήταν η κόρη μου, δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε. Μπαμπά μου, η κόρη μου, αγάπη μου εγώ, ήταν σαν να γεννιόμουν ξανά».






0 ΣΧΟΛΙΑ