Φονικό τροχαίο στην Ρόδο: Μόλις αφέθηκε ελεύθερος ο οδηγός της BMW έτρεξε να καλύψει αποδεικτικά στοιχεία – Νέες αποκαλύψεις

Στο εδώλιο του κατηγορουμένου θα καθίσει ο 44χρονος ημεδαπός από την Ρόδο, ο οποίος τον προηγούμενο μήνα προκάλεσε ένα φρικτό και θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους ακαριαία μια μητέρα και η κόρη της. Αξίζει πάντως να διευκρινιστεί ότι η συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία δεν αφορά τον πυρήνα του ίδιου του δυστυχήματος, αλλά επικεντρώνεται αποκλειστικά στις έκνομες ενέργειες που φέρεται να έκανε ο ίδιος λίγες ώρες μετά την προσωρινή του αποφυλάκιση. Η δικογραφία αυτή σχηματίστηκε εκ των υστέρων από τις διωκτικές αρχές, συγκροτήθηκε με ασυνήθιστα γρήγορους ρυθμούς και οδηγείται με απόλυτη προτεραιότητα στην αίθουσα του δικαστηρίου, την ίδια στιγμή που ο 44χρονος βρίσκεται ήδη προφυλακισμένος στις δικαστικές φυλακές του Κορυδαλλού.
Ρόδος: Πως προσπάθησε να καλύψει το έγκλημα
Σύμφωνα με τα όσα μεταδίδει το dimokratiki.gr, το επίμαχο συμβάν έλαβε χώρα στις 20 Μαΐου 2026, αρχής γενομένης από τις 19:04 το απόγευμα. Το χρονικό αυτό σημείο απέχει ελάχιστα λεπτά από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, μετά την ολοκλήρωση της απολογίας του ενώπιον του αρμόδιου ανακριτή. Όπως του καταλογίζεται επίσημα, ο 44χρονος γνώριζε πολύ καλά ότι το κατεστραμμένο αυτοκίνητό του είχε μεταφερθεί στις εγκαταστάσεις μιας ιδιωτικής εταιρείας οδικής βοήθειας. Το όχημα είχε τεθεί εκεί υπό φύλαξη μετά από εντολή του Τμήματος Τροχαίας, προκειμένου να εξεταστεί εξονυχιστικά από τον διορισμένο πραγματογνώμονα. Παρά ταύτα, ο δράστης επιχείρησε να καθοδηγήσει τηλεφωνικά έναν υπάλληλο της επιχείρησης, ζητώντας του επίμονα να αφαιρέσει τον ηλεκτρονικό «εγκέφαλο» του οχήματος.
Η κατηγορία αναφέρει ότι ο 44χρονος πραγματοποίησε αλλεπάλληλες τηλεφωνικές κλήσεις και απέστειλε πληθώρα γραπτών μηνυμάτων, τα οποία συνοδεύονταν από αναλυτικές οδηγίες και φωτογραφικά στιγμιότυπα οθόνης, καθοδηγώντας τον εργαζόμενο βήμα προς βήμα. Αντικειμενικός του σκοπός, κατά τις αρχές, ήταν η εξαφάνιση και η ολοκληρωτική καταστροφή ενός κρίσιμου αποδεικτικού στοιχείου. Το στοιχείο αυτό κατέγραφε την οδηγική συμπεριφορά και τις παραμέτρους του αυτοκινήτου δευτερόλεπτα πριν και κατά τη διάρκεια της σφοδρής σύγκρουσης, και ήταν απολύτως απαραίτητο για τη σύνταξη της πραγματογνωμοσύνης. Η σημασία του συγκεκριμένου καταγραφέα είναι κομβική για την εξέλιξη της υπόθεσης, καθώς από αυτόν μπορεί να διαπιστωθεί η ακριβής ταχύτητα κίνησης, σε μια περίοδο που ο ίδιος ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ψευδώς ότι δεν έτρεχε ούτε είχε παραβιάσει τον κόκκινο σηματοδότη.
Από την επίσημη περιγραφή της κατηγορίας προκύπτει ότι ο υπάλληλος αρνήθηκε κατηγορηματικά να εκτελέσει την παράνομη εντολή. Παρά την άρνηση, ο 44χρονος επέμεινε και ρωτούσε διαρκώς για το πότε θα αποχωρούσε ο εργαζόμενος από τον χώρο, προβάλλοντας το πρόσχημα ότι ήθελε να πάει ο ίδιος για να πάρει δήθεν κάποια προσωπικά του αντικείμενα. Σε μεταγενέστερο στάδιο, επιχειρήθηκε η προσέγγιση και δεύτερου οδηγού της ίδιας εταιρείας μέσω ενός τρίτου προσώπου, με τη δικαιολογία ότι ήθελαν απλώς να βγάλουν φωτογραφίες το όχημα. Η πράξη αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, καθώς ο εργαζόμενος ενημέρωσε αμέσως τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας οδικής βοήθειας και τους αστυνομικούς της Τροχαίας. Στο βαρύ κατηγορητήριο που σχηματίστηκε γίνεται σαφής επίκληση, μεταξύ άλλων διατάξεων, και του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα.
Από την άλλη πλευρά, ο εναγόμενος με γραπτές του εξηγήσεις αρνείται κατηγορηματικά το σύνολο των κατηγοριών και δίνει μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία στις πράξεις του. Δεν αρνείται την επικοινωνία για το αυτοκίνητο, αλλά διατείνεται ότι σκοπός του ήταν η διασφάλιση του καταγραφέα και όχι η καταστροφή του. Ισχυρίζεται ότι μετά την αποφυλάκισή του έλαβε ειδοποιήσεις στο κινητό του από την ηλεκτρονική εφαρμογή του αυτοκινήτου, οι οποίες προειδοποιούσαν για σοβαρές βλάβες και κίνδυνο ανάφλεξης. Έτσι, υποστηρίζει ότι φοβήθηκε μήπως το όχημα αρπάξει φωτιά και καεί ο εγκέφαλος με τα δεδομένα. Η υπεράσπισή του, την οποία έχουν αναλάβει οι δικηγόροι Ρόδου Δήμος Μουτάφης και Στυλιανός Κιουρτζής, τονίζει ότι το αίτημα ήταν να μετακινηθεί ο καταγραφέας σε ασφαλές σημείο εντός του ίδιου χώρου. Επιπλέον, ο 44χρονος ισχυρίζεται ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν του είχε κοινοποιηθεί εγγράφως καμία επίσημη κατάσχεση, καθώς η σχετική παραγγελία εκδόθηκε αργότερα, στις 26 Μαΐου 2026.
Καθοριστικό ρόλο στην άμεση δικαστική κινητοποίηση διαδραμάτισαν οι συνήγοροι της οικογένειας των θυμάτων, Δημήτρης Βερβέρης και Τηλέμαχος Καμπούρης, οι οποίοι στις 22 Μαΐου 2026 κατέθεσαν αίτηση στην Τροχαία ζητώντας την κατεπείγουσα ένορκη εξέταση των δύο οδηγών, προκειμένου να διασφαλιστούν τα στοιχεία. Παράλληλα, επεσήμαναν ότι η συμπεριφορά αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση του έκτου περιοριστικού όρου που του είχε επιβληθεί και αφορούσε την καθολική απαγόρευση ενασχόλησης με μηχανοκίνητα μέσα. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην εκ νέου σύλληψη του 44χρονου και στην προσωρινή του κράτηση στον Κορυδαλλό, με τις δύο δικαστικές υποθέσεις να τρέχουν πλέον παράλληλα.





![«Στο κόκκινο» η Αντιτρομοκρατική στην Θεσσαλονίκη: Τι αναφέρει το Ιπποκράτειο για την νεκρή μητέρα της κ. Νέστορα [βίντεο]](https://www.athensmagazine.gr/wp-content/uploads/2026/07/thessaloniki-afroditinestora.jpg)
0 ΣΧΟΛΙΑ