Μπακογιάννη για Γιωτόπουλο: «Περπατώ με τα παιδιά μου και βλέπω Κουφοντίνα ή Γιωτόπουλο, εγώ τι πρέπει να κάνω;»

Στο επίκεντρο της επικαιρότητας βρέθηκαν οι δηλώσεις της Αλεξίας Μπακογιάννη σχετικά με την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ενός θέματος που εξακολουθεί να προκαλεί έντονες συζητήσεις και αντιδράσεις τόσο στον πολιτικό κόσμο όσο και στην κοινή γνώμη. Κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής τοποθέτησής της, η Αλεξία Μπακογιάννη εξέφρασε την έντονη διαφωνία της με το ενδεχόμενο αποφυλάκισης προσώπων που έχουν καταδικαστεί για τρομοκρατικές ενέργειες, τονίζοντας ότι τέτοιες αποφάσεις επηρεάζουν άμεσα τις οικογένειες των θυμάτων αλλά και το αίσθημα δικαιοσύνης στην κοινωνία.
Τι είπε για τα θύματα της τρομοκρατίας
«Αναρωτιόμουν αν υπάρχει αληθινός τρόπος να μεταφέρω την απελπισία ή την απόγνωση του να είναι κανείς στη δική μας θέση. Πώς να μεταφέρεις κανείς τα όνειρα που γεμίζουν αίματα ξανά μετά από πολλά χρόνια» είπε αρχικά στον ΑΝΤ1 για την αρχική απόφαση αποφυλάκισης του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου. Όπως είπε «είναι πάρα πολύ δύσκολο για εμάς. Αυτό που έχει νόημα να θυμηθούμε είναι ότι κάθε απότομος θάνατος είναι ένα μεγάλο δυστύχημα, στη δική μας περίπτωση, όμως, δεν ήταν ατύχημα αλλά κάποιοι άνθρωποι μαζεύτηκαν κάποια μέρα κα ο αρχηγός όλων αυτών ήταν ο Γιωτόπουλος που αποφάσισε σαν σκοτεινός θεός ότι αυτός ο αδελφός, αυτός ο πατέρας, αυτός ο γιος, αυτός ο φίλος, θα πεθάνει σήμερα χωρίς να τον ξέρει, χωρίς να έχει τίποτα μαζί του, χωρίς να έχει προσωπικό θέμα απλά θα πεθάνει για να δημοσιοποιήσει τις απόψεις του».
Κατά τη διάρκεια της ίδιας συζήτησης, τέθηκε και η νομική διάσταση του ζητήματος, με δημοσιογράφο να επισημαίνει ότι οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται βάσει συγκεκριμένων προϋποθέσεων και διαδικασιών που προβλέπονται από τον νόμο. Η Αλεξία Μπακογιάννη, απαντώντας σε αυτή την παρατήρηση, υποστήριξε ότι η προστασία της κοινωνίας πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο κάθε νομοθετικής πρόβλεψης.
«Νομίζω ότι αυτή τη διάσταση την ξεχνάμε σε αυτή τη διαδικασία, ότι κάποιος ξυπνάει σήμερα και αποφασίζει κυνικά ότι κάποιος θα πεθάνει. Δεν τον σκότωσαν κατά λάθος, δεν έπεσε πάνω του ένα μηχανάκι» πρόσθεσε η Αλεξία Μπακογιάννη. Κληθείσα να τοποθετηθεί επί της δήλωσης της μητέρας της, Ντόρας Μπακογιάννη που είπε «σκέφτηκα ότι δεν θα είναι πολύ ωραίο να συναντήσει τα παιδιά μου στον δρόμο», η Αλεξία Μπακογιάννη είπε «να σας ρωτήσω κάτι; Περπατώ με τα παιδιά μου που είναι μικρά και βλέπω τον Κουφοντίνα που σκότωσε τον πατέρα μου και τον Γιωτόπουλο που έδωσε την εντολή. Εγώ τι πρέπει να κάνω; Ό,τι και να κάνω είναι λάθος. Αν δεν αντιδράσω δεν μπορώ να κοιτάξω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Αν αντιδράσω είμαι απολύτως εν αδίκω, ό,τι και να κάνω είμαι απόλυτα χαμένη. Ποια κοινωνία κάνει τα θύματα να είναι απόλυτα χαμένα;».
Οι τοποθετήσεις της προκάλεσαν άμεσες πολιτικές αντιδράσεις και αναζωπύρωσαν τη συζήτηση γύρω από το ζήτημα της μεταχείρισης των καταδικασμένων για τρομοκρατία. Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν, από κυβερνητικής πλευράς επισημαίνεται ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης είναι απολύτως σεβαστές, ενώ παράλληλα εκφράζεται προβληματισμός σχετικά με το κατά πόσο το ισχύον πλαίσιο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της κοινωνίας για αυστηρότερη αντιμετώπιση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
Την ίδια στιγμή, τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται διχασμένα ως προς την προσέγγιση του ζητήματος. Ορισμένοι πολιτικοί χώροι δίνουν έμφαση στην πιστή εφαρμογή των νόμων και των δικαστικών αποφάσεων, ενώ άλλοι θεωρούν ότι απαιτούνται αλλαγές που θα περιορίζουν τις δυνατότητες αποφυλάκισης για πρόσωπα που έχουν καταδικαστεί για τρομοκρατικές πράξεις ή άλλα βαριά εγκλήματα.
Πώς βγήκε από τη φυλακή και επέστρεψε μέσα σε 25 ημέρες
Η υπόθεση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Η αρχική απόφαση για την αποφυλάκισή του είχε προκαλέσει δημόσιο διάλογο γύρω από τα όρια του σωφρονιστικού συστήματος, τις προϋποθέσεις αποφυλάκισης πολυισοβιτών και τη στάση της Δικαιοσύνης απέναντι σε πρόσωπα που έχουν συνδεθεί με ορισμένες από τις πιο αιματηρές υποθέσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου. Οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές. Μετά τη γνωστοποίηση της αποφυλάκισης, ο φάκελος της υπόθεσης εξετάστηκε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι υπήρχαν σοβαρά νομικά ζητήματα που έπρεπε να επανεξεταστούν. Ακολούθησε αίτηση αναίρεσης της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, με το ανώτατο δικαστήριο να καλείται να αποφανθεί για το κατά πόσο η αποφυλάκιση είχε βασιστεί σε ορθή εφαρμογή του νόμου. Μετά από πολυήμερη διάσκεψη, οι δικαστές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπήρχαν λόγοι ακύρωσης της προηγούμενης κρίσης. Σύμφωνα με το σκεπτικό τους, δεν είχαν αξιολογηθεί επαρκώς ορισμένες προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία για την υφ’ όρων απόλυση κρατουμένων που εκτίουν πολλαπλές ποινές ισόβιας κάθειρξης.
Σημαντικό ρόλο στην τελική απόφαση διαδραμάτισε η ερμηνεία των διατάξεων που αφορούν τους πολυισοβίτες. Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ότι η συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου πραγματικής έκτισης της ποινής δεν συνεπάγεται αυτόματα αποφυλάκιση. Αντίθετα, η αποδέσμευση ενός κρατουμένου εξετάζεται κατά περίπτωση και προϋποθέτει την πλήρωση συγκεκριμένων κριτηρίων, τα οποία σχετίζονται τόσο με τη συμπεριφορά του όσο και με την αξιολόγηση της μελλοντικής του στάσης. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε επίσης το ζήτημα της μεταμέλειας. Ο Γιωτόπουλος, ο οποίος έχει καταδικαστεί για σειρά εγκλημάτων που αποδόθηκαν στη δράση της 17 Νοέμβρη, έχει διαχρονικά αρνηθεί τις κατηγορίες και τον ηγετικό ρόλο που του αποδόθηκε από τη Δικαιοσύνη. Η στάση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο νομικών και δικαστικών ερμηνειών σχετικά με το κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για ευνοϊκή μεταχείριση στο πλαίσιο της αποφυλάκισης.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν και οι εικόνες από την ημέρα της επιστροφής του στη φυλακή. Η παρουσία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων και τηλεοπτικών συνεργείων δημιούργησε ένα σκηνικό υψηλού ενδιαφέροντος, ενώ η διαδικασία μεταφοράς του προκάλεσε σύγχυση και ερωτήματα. Σε πρώτη φάση, ο καταδικασμένος αποχώρησε από την κατοικία του με ταξί, συνοδευόμενος από τη συνήγορό του, γεγονός που προκάλεσε ποικίλα σχόλια. Λίγο αργότερα, μεταφέρθηκε σε όχημα της αστυνομίας για να συνεχιστεί η διαδικασία.
Ωστόσο, το διοικητικό μπέρδεμα δεν σταμάτησε εκεί. Όταν έφτασε στις φυλακές, διαπιστώθηκε ότι δεν είχαν ολοκληρωθεί όλες οι απαραίτητες διαδικασίες και δεν υπήρχε το σύνολο των απαιτούμενων εγγράφων για την άμεση εισαγωγή του στο σωφρονιστικό κατάστημα. Ακολούθησαν συνεννοήσεις μεταξύ εισαγγελικών και αστυνομικών αρχών προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα και να εκτελεστεί κανονικά η δικαστική απόφαση.
Διαβάστε επίσης
Η συγκεκριμένη υπόθεση επανέφερε στο προσκήνιο τη μακρά δικαστική διαδρομή του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου. Από τη σύλληψή του το καλοκαίρι του 2002 μέχρι σήμερα, το όνομά του έχει συνδεθεί με μια από τις σημαντικότερες δίκες στην ιστορία της ελληνικής Δικαιοσύνης. Οι δικαστικές αποφάσεις που ακολούθησαν τον κατέταξαν ανάμεσα στους βαρύτερα καταδικασμένους κρατούμενους της χώρας. Η 17 Νοέμβρη έδρασε επί περίπου ένα τέταρτο του αιώνα, αφήνοντας πίσω της δεκάδες επιθέσεις και θύματα. Η εξάρθρωση της οργάνωσης στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποτέλεσε σημείο καμπής για τις ελληνικές αρχές ασφαλείας και οδήγησε σε μια πολύχρονη δικαστική διαδικασία που απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη. Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει περισσότερες από δύο δεκαετίες από τη διάλυση της οργάνωσης, οι εξελίξεις γύρω από τα μέλη της εξακολουθούν να προκαλούν δημόσιο ενδιαφέρον.






0 ΣΧΟΛΙΑ