Από τον Κοσκωτά μέχρι τον ΟΠΕΚΕΠΕ: Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης

Τα σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με εξοπλιστικά προγράμματα, διακρίνονται από διαδοχικές συγκαλύψεις και εξελίσσονται σε διαχρονικά πολιτικά ζητήματα, με πιο πρόσφατη περίπτωση το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ που αναδεικνύει την πολιτική μας εξουσία σε όλο της το μεγαλείο.
Στο επίκεντρο, το δημόσιο χρήμα και ένας ιστός «αφανών» παραγόντων που κινούν τα νήματα. Παράλληλα, δεν λείπουν οι «σκοτεινοί» τραπεζικοί λογαριασμοί, κρυμμένοι σε ελβετικές τράπεζες και άλλους φορολογικούς «παραδείσους».
«Ζέσταμα» με… Τόμπρα και καλαμπόκι
Ο Θεοφάνης Τόμπρας, προσωπικός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, ανέλαβε τη θέση του υποδιοικητή του ΟΤΕ το 1981 και προήχθη σε διοικητή τον Φεβρουάριο του 1984. Το 1987 έγινε γενικός διευθυντής του Οργανισμού, συνδέοντας το όνομά του με σημαντικές εξελίξεις στις τηλεπικοινωνίες, αλλά και με αρκετές αμφιλεγόμενες υποθέσεις. Κατά τη θητεία του, σημειώθηκε εκσυγχρονισμός των τηλεπικοινωνιακών υποδομών, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίστηκαν ζητήματα που αφορούσαν αιτήματα εργαζομένων. Ωστόσο, το όνομά του συνδέθηκε με τηλεφωνικές παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων και αρχηγών κομμάτων την περίοδο 1981-1989, καθώς και με τη διαρροή συνομιλιών του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Μετά την πτώση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ το καλοκαίρι του 1989, ο Τόμπρας κατηγορήθηκε για δύο θέματα: τις καταθέσεις του ΟΤΕ στην Τράπεζα Κρήτης, μέρος του σκανδάλου Κοσκωτά, και τις παράνομες τηλεφωνικές υποκλοπές πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ. Παρότι αθωώθηκε για την πρώτη υπόθεση, η δεύτερη δεν έφτασε ποτέ στη δικαιοσύνη, καθώς η Βουλή ανέστειλε τη δίωξη μετά την αθώωση του Ανδρέα Παπανδρέου για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Λίγο πριν αποχωρήσει από τη διοίκηση του ΟΤΕ, ο Τόμπρας υπέγραψε μια μεγάλη σύμβαση με τη Siemens για την ψηφιοποίηση των τηλεφωνικών γραμμών, αξίας 32,5 δισεκατομμυρίων δραχμών, που περιλάμβανε απευθείας ανάθεση για 470.000 ψηφιακές γραμμές. Μέρος αυτής της ψηφιοποίησης ανατέθηκε επίσης στην Intracom.
Παράλληλα, μια άλλη υπόθεση συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία: το πλοίο «Αλφονσίνα», το 1986, έφερε στη Θεσσαλονίκη 9.000 τόνους καλαμποκιού, φαινομενικά ελληνικής προέλευσης, ενώ στην πραγματικότητα προερχόταν από το Κόπερ της Γιουγκοσλαβίας. Μέσω πλαστών εγγράφων, το προϊόν εμφανίστηκε ως «παραγόμενο στην Καβάλα», επιτρέποντας στους εμπλεκομένους να αποφύγουν την καταβολή αντισταθμιστικής εισφοράς ύψους 182 εκατομμυρίων δραχμών. Ταυτόχρονα, επωφελούνταν από τις υψηλές τιμές πώλησης και τις κοινοτικές επιδοτήσεις. Η υπόθεση είχε σοβαρές συνέπειες: το ελληνικό δημόσιο καταδικάστηκε ερήμην από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο το 1989, μετά από προσφυγή της Κομισιόν, και υποχρεώθηκε να καταβάλει πρόστιμο 600 εκατομμυρίων δραχμών.
Διαβάστε επίσης
Ο Νίκος Αθανασόπουλος, πρώην αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών, παραδέχτηκε την εμπλοκή του στο σκάνδαλο. Καταδικάστηκε και το 1990 προφυλακίστηκε μαζί με τον Σούλη Αποστολόπουλο, πρώην πρόεδρο της ITCO, μιας κρατικής εμπορικής εταιρείας που στόχευε στη ρύθμιση των τιμών της αγοράς. Ο Αθανασόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση 3,5 ετών, αν και τελικά παρέμεινε στη φυλακή για 19 μήνες. Κατά τη διάρκεια της δίκης του, πλήθος υποστηρικτών του ΠΑΣΟΚ συγκεντρώθηκε έξω από τον Άρειο Πάγο, διαμαρτυρόμενο έντονα για την καταδικαστική απόφαση. Οι διαδηλωτές φώναζαν «αίσχος» και τραγουδούσαν το «Πότε θα κάνει ξαστεριά» αλλά και τον Εθνικό Ύμνο.
Ο Αθανασόπουλος ήταν το μοναδικό κυβερνητικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1981-1989 που φυλακίστηκε. Ο Μένιος Κουτσόγιωργας προφυλακίστηκε, αλλά πέθανε από εγκεφαλικό πριν την έκδοση απόφασης, ενώ ο Δημήτρης Τσοβόλας καταδικάστηκε σε εξαγοράσιμη ποινή και ο Γιώργος Πέτσος σε ποινή με αναστολή.
Το σκάνδαλο Κοσκωτά
Τον Δεκέμβριο του 1984, ο Γιώργος Κοσκωτάς απέκτησε την Τράπεζα Κρήτης από την οικογένεια Καρρά, καταβάλλοντας 1 δισεκατομμύριο δραχμές, με προκαταβολή 150 εκατομμύρια δραχμές. Το 1986 επιχείρησε να αγοράσει και την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδας, αλλά αντιδράσεις από τον Τύπο οδήγησαν την κυβέρνηση να αποτρέψει την πώληση. Το 1987, ο Κοσκωτάς εξαγόρασε την ΠΑΕ Ολυμπιακός από τον εφοπλιστή Σταύρο Νταϊφά, ενισχύοντας περαιτέρω τη δημόσια παρουσία του.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δεν άργησε να αναπτύξει στενές σχέσεις με τον ταχύτατα ανερχόμενο επιχειρηματία. Οι καταθέσεις στην Τράπεζα Κρήτης εκτοξεύθηκαν, κυρίως λόγω κεφαλαίων των ΔΕΚΟ, που έως το 1988 ανήλθαν συνολικά σε 13 δισεκατομμύρια δραχμές. Παράλληλα, πολλοί υψηλόβαθμοι δημόσιοι λειτουργοί συνεργάζονταν επίσημα με τον Κοσκωτά. Οι ευνοϊκές ρυθμίσεις που παρείχε στους πελάτες του συνέβαλαν στη ραγδαία αύξηση των καταθέσεων, οι οποίες έφτασαν τα 76,5 δισεκατομμύρια δραχμές.
Τον Οκτώβριο του 1987, άρχισαν να δημοσιοποιούνται αποκαλύψεις για το αμφιλεγόμενο παρελθόν του Κοσκωτά, περιλαμβανομένων κατηγοριών για πλαστογραφίες, φορολογικά αδικήματα και παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος. Παρά τις καταγγελίες, η κυβέρνηση αρνήθηκε να ξεκινήσει φορολογικούς ελέγχους. Στο σκάνδαλο σύντομα αναμείχθηκε και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, Μένιος Κουτσόγιωργας, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Κουτσόγιωργας είχε στενή σχέση με τον Ιωάννη Ματζουράνη, πρώην Γενικό Γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου και συνεργάτη του Κοσκωτά.
Το φθινόπωρο του 1988, ο Ματζουράνης άνοιξε έναν τραπεζικό λογαριασμό στην Ελβετία στο όνομα του Κουτσόγιωργα. Λίγες εβδομάδες πριν διοριστεί επίτροπος στην Τράπεζα Κρήτης, μεταφέρθηκαν 1.200.000 δολάρια στον συγκεκριμένο λογαριασμό, γεγονός που πρόσθεσε νέα διάσταση στις αποκαλύψεις και ενίσχυσε τις υποψίες για διαφθορά και πολιτική διαπλοκή.
Υπό το βάρος συνεχών αποκαλύψεων, τον Ιούλιο του 1988, ο εισαγγελέας εφετών Δημήτρης Τσεβάς διέταξε έλεγχο στην Τράπεζα Κρήτης. Στο πλαίσιο της έρευνας, αποφασίστηκε η τοποθέτηση προσωρινού επιτρόπου και η άρση του τραπεζικού απορρήτου. Ωστόσο, ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και Υπουργός Δικαιοσύνης, Μένιος Κουτσόγιωργας, προώθησε τροπολογία στη Βουλή που παρείχε προνομιακά περιθώρια στον υπό διερεύνηση επιχειρηματία Γιώργο Κοσκωτά.
Τα πορίσματα του επιτρόπου Σπύρου Παπαδάτου υπήρξαν καταλυτικά. Αποκαλύφθηκε ότι ο Γιώργος Κοσκωτάς—ο οποίος απέκτησε το προσωνύμιο «Μεγαλοαπατεώνας»—είχε υπεξαιρέσει συνολικά 33,5 δισεκατομμύρια δραχμές από την Τράπεζα Κρήτης. Οι ενέργειές του ξεκίνησαν ήδη από την εποχή που ήταν υπάλληλος της τράπεζας. Με τα παράνομα αυτά χρήματα χρηματοδότησε την αγορά των επιχειρήσεών του και φέρεται να δωροδοκούσε δημόσια πρόσωπα. Στη συνέχεια, πούλησε την Τράπεζα Κρήτης στον όμιλο Αρφάνη-Χιόνη, την εταιρεία «Γραμμή Α.Ε.» στον Γιάννη Αλαφούζο, και την ΠΑΕ Ολυμπιακός στον Αργύρη Σαλιαρέλη. Ο Σαλιαρέλης τον συνέδραμε στη διαφυγή του από την Ελλάδα, αρχικά στη Βραζιλία και αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, ο Κοσκωτάς συνελήφθη και κρατήθηκε στις φυλακές του Σάλεμ, προτού εκδοθεί στην Ελλάδα δύο χρόνια αργότερα. Αποφυλακίστηκε στις 16 Μαρτίου 2001, έχοντας εκτίσει τα 3/5 της ποινής του.
Διαβάστε επίσης
Στις 18 Ιουλίου 1989, μία εβδομάδα μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Τζαννετάκη, η Βουλή αποφάσισε τη σύσταση ειδικής προανακριτικής επιτροπής για τη διερεύνηση πιθανών ευθυνών των Ανδρέα Παπανδρέου, Μένιου Κουτσόγιωργα, Δημήτρη Τσοβόλα, Γιώργου Πέτσου και Παναγιώτη Ρουμελιώτη. Με βάση το πόρισμα της επιτροπής, στις 27 Σεπτεμβρίου 1989—μία ημέρα μετά τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη—η Βουλή, μέσω μυστικής ψηφοφορίας, αποφάσισε την παραπομπή και των πέντε πολιτικών στο Ειδικό Δικαστήριο.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε να παραστεί στη δίκη ή να ορίσει συνήγορο υπεράσπισής του. Παρά το γεγονός ότι οι δικαστές μπορούσαν να διατάξουν τη βίαιη προσαγωγή του, τελικά δεν το έκαναν. Αντίθετα, οι Μένιος Κουτσόγιωργας, Δημήτρης Τσοβόλας και Γιώργος Πέτσος παρέστησαν κανονικά, με τον Δημήτρη Τσοβόλα να έρχεται συχνά σε έντονες αντιπαραθέσεις με το δικαστήριο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώθηκε για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, με οριακή πλειοψηφία 7-6.
Το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου
Στις 17 Σεπτεμβρίου 1999, ο δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών (Σοφοκλέους) κατέρριψε το ιστορικό ρεκόρ του, αγγίζοντας τις 6.500 μονάδες. Μόλις τρία χρόνια αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2002, και ενώ είχε πλέον αποκαλυφθεί η έκταση της «φούσκας», ο ίδιος δείκτης είχε κατρακυλήσει κάτω από τις 2.000 μονάδες.
Η απώλεια κεφαλαιοποίησης μέσα σε αυτή την τριετία άγγιξε το αστρονομικό ποσό των 136 δισεκατομμυρίων ευρώ (46,3 τρισεκατομμύρια δραχμές). Με απλά λόγια, αυτή ήταν η διαφορά ανάμεσα στη συνολική αξία των εισηγμένων μετοχών τον Σεπτέμβριο του 1999 και την αξία τους τρία χρόνια μετά. Στο ευρύτερο σκάνδαλο που έμεινε γνωστό ως «σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου», πάνω από 140 δισεκατομμύρια ευρώ εξανεμίστηκαν εξαιτίας της υποτίμησης «φουσκωμένων» μετοχών. Αξιοσημείωτο είναι ότι ένα από τα κεντρικά συνθήματα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2000, που έφεραν την επανεκλογή του Κώστα Σημίτη, ήταν το «Ισχυρό Χρηματιστήριο, Ισχυρή Οικονομία».
Τον Απρίλιο του 2013, δεκατρία χρόνια μετά το σκάνδαλο, η ελληνική Δικαιοσύνη άνοιξε ξανά τον φάκελο της υπόθεσης. Παραπέμφθηκαν σε δίκη 67 άτομα, μεταξύ των οποίων επιχειρηματίες, στελέχη χρηματιστηριακών εταιρειών και τραπεζών, που κατηγορούνταν για παραπλάνηση επενδυτών μέσω φουσκωμένων μετοχών. Με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που αριθμούσε 1.900 σελίδες, κρίθηκε ότι 42 από τους αρχικά κατηγορούμενους έπρεπε να δικαστούν για τα αδικήματα της απάτης κατ’ επάγγελμα, της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες («ξέπλυμα»), της παραβίασης της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και της υπεξαίρεσης ποσού που συνολικά ανέρχεται στα 57 εκατομμύρια ευρώ (19 δισεκατομμύρια δραχμές την περίοδο εκείνη).
Τον Δεκέμβριο του 2013 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων απάλλαξε τους 42 κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων επιχειρηματίες, επενδυτές, χρηματιστές και άλλοι, από τις βαριές κατηγορίες της απάτης και του «ξεπλύματος» χρήματος. Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2014, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπος Βουρλιώτης, άσκησε αναίρεση κατά της απόφασης, χαρακτηρίζοντας το σκεπτικό της εσφαλμένο. Εάν το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου υιοθετήσει την πρότασή του, η απαλλακτική απόφαση θα ανατραπεί και οι κατηγορούμενοι θα βρεθούν ξανά ενώπιον της Δικαιοσύνης. Σε διαφορετική περίπτωση, η υπόθεση θα κλείσει οριστικά, περνώντας στο χρονοντούλαπο της μεταπολιτευτικής ιστορίας.
Από Siemens… Mizens
Ίσως το πιο περίπλοκο και πολύκροτο σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα είναι αυτό της Siemens. Η υπόθεση διερευνάται από το 2008, τόσο από την ελληνική Δικαιοσύνη όσο και από μία εξεταστική επιτροπή του Ελληνικού Κοινοβουλίου, σε συνεργασία με τις γερμανικές δικαστικές αρχές του Μονάχου. Η δίκη για τα λεγόμενα «μαύρα ταμεία» της Siemens ξεκίνησε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων τον Φεβρουάριο του 2017, δηλαδή 11 χρόνια μετά την έναρξη της έρευνας στην Ελλάδα. Συνολικά, κατηγορήθηκαν 64 άτομα, Έλληνες και Γερμανοί, περιλαμβανομένων πρώην στελεχών της Siemens Ελλάδας, της μητρικής εταιρείας, αλλά και στελεχών του ΟΤΕ που φέρονται να έχουν λάβει παράνομες πληρωμές.
Το σκάνδαλο ήρθε στο φως όταν αποκαλύφθηκε στη Γερμανία ότι η Siemens είχε δαπανήσει 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ σε αμφιλεγόμενες πληρωμές (δωροδοκίες) για την εξασφάλιση συμβολαίων σε διάφορες χώρες την περίοδο 1999-2006. Στελέχη της Siemens ανέφεραν ότι περίπου 130 εκατομμύρια μάρκα κατευθύνθηκαν σε Έλληνες αξιωματούχους.
Τον Φεβρουάριο του 2010, το ελληνικό Κοινοβούλιο συγκρότησε εξεταστική επιτροπή αποτελούμενη από 19 βουλευτές όλων των κομμάτων, με πρόεδρο τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Σήφη Βαληράκη. Τα αρχικά χρονοδιαγράμματα της επιτροπής παρατάθηκαν έως τις 30 Ιουνίου 2010, καθώς προέκυψαν ενδείξεις εμπλοκής πολιτικών προσώπων και ευθύνες για τις δικαστικές αρχές. Μετά από επιπλέον παρατάσεις, οι δραστηριότητες της επιτροπής αναμενόταν να ολοκληρωθούν στα τέλη Σεπτεμβρίου 2010.
Τα χρήματα φαίνεται πως διοχετεύονταν μέσω κρυφών ταμείων της Siemens και offshore εταιρειών προς τους τελικούς αποδέκτες. Κεντρικοί διαχειριστές αυτών των χρημάτων φέρονται να ήταν ο τότε διευθύνων σύμβουλος της Siemens Ελλάδας, Μιχάλης Χριστοφοράκος, και ο πρώην διευθυντής τηλεπικοινωνιών της εταιρείας, Πρόδρομος Μαυρίδης. Ο Χριστοφοράκος διέφυγε στη Γερμανία στις 15 Δεκεμβρίου 2007 και δικάστηκε από τη γερμανική Δικαιοσύνη. Τα ελληνικά εντάλματα έκδοσης του απορρίφθηκαν από τις γερμανικές αρχές.
Διαβάστε επίσης
Μέχρι στιγμής τα παρακάτω πρόσωπα έχουν ομολογήσει την λήψη χρημάτων από τα ταμεία της Siemens:
-Ο Θεόδωρος Τσουκάτος παραδέχτηκε τον Ιούνιο του 2008 ότι το 1999 έλαβε ένα εκατομμύριο μάρκα. Υποστηρίζει πως τα χρήματα αυτά σταδιακά μπήκαν στα ταμεία του ΠΑΣΟΚ, κάτι που όμως ακόμη δεν έχει αποδειχτεί.
-Ο Τάσος Μαντέλης παραδέχτηκε τον Μάιο του 2010 ότι το 1998 και το 2000 έλαβε 200.000 και 250.000 μάρκα αντίστοιχα. Για το πρώτο ποσό κατονόμασε την Siemens, ενώ για το δεύτερο δήλωσε ότι δεν γνωρίζει την προέλευσή τους. Από τις 27 Μαΐου 2010 έχει απαγορευτεί στον Τάσο Μαντέλη η έξοδος από την χώρα. Το αδίκημα της δωροδοκίας έχει παραγραφεί, όμως φαίνεται ότι ο Τάσος Μαντέλης θα δικαστεί για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. Τον Ιούλιο του 2017, ο Τάσος Μαντέλης κρίθηκε ομόφωνα ένοχος από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων για το αδίκημα του ξεπλύματος βρόμικου χρήματος.
Από τη δεκαετία του ’90 ως σήμερα κάποιες από τις σημαντικότερες συμβάσεις μεταξύ Siemens Ελλάς και ελληνικού δημοσίου είναι οι παρακάτω:
-η ψηφιοποίηση των τηλεφωνικών κέντρων του ΟΤΕ (μαζί με την Intracom) από το 1990 ως το 1997
-το σύστημα C4I για την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004
-το τρίτο τμήμα του Προαστιακού (μαζί με τις Τέρνα και Άκτωρ)
-ντιζελάμαξες και τροχαίο υλικό ΟΣΕ και ΗΣΑΠ
-το πρόγραμμα τηλεπικοινωνιών «Ερμής» του Ελληνικού Στρατού (μαζί με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία), από το 1999, για 300 εκ. ευρώ, με χρόνο παράδοσης το 2006
-προμήθειες των δημόσιων νοσοκομείων.
Το Βατοπέδι και… η προσωπικότητα του Εφραίμ
Το σκάνδαλο αφορά σειρά ανταλλαγών ακινήτων, εκτάσεων και οικοπέδων μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Μονής Βατοπεδίου του Αγίου Όρους. Σύμφωνα με τις κατηγορίες, στόχος ήταν η μεταβίβαση αυτών, μέσω της Μονής, σε συγκεκριμένες υπεράκτιες εταιρείες με αδιαφανείς μεθόδους. Στις 21 Μαρτίου 2017, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων αθώωσε τους 14 εμπλεκόμενους δημόσιους λειτουργούς και ιδιώτες, ενώ οι ποινικές ευθύνες των υπουργών είχαν παραγραφεί.
Η έρευνα για την υπόθεση ξεκίνησε μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου από την εκπομπή «Το Κουτί της Πανδώρας» του δημοσιογράφου Κώστα Βαξεβάνη. Ακολούθησαν μηνυτήριες αναφορές και καταθέσεις από τον δημοσιογράφο Ιωάννη Ντάσκα και τον αντιστράτηγο ε.α. Ιωάννη Σεργιάννη. Επιπλέον, ο Γιώργος Καρατζαφέρης, πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΛΑΟΣ, κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά εναντίον του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Σ. Χατζηγάκη, του πρώην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γ. Σανιδά, καθώς και άλλων υπευθύνων. Αντίγραφο της αναφοράς κατατέθηκε το 2010 στην αρμόδια Επιτροπή από τον βουλευτή Αθανάσιο Πλεύρη.
Η υπόθεση εξετάστηκε από τρεις εξεταστικές επιτροπές της Βουλής το 2008, το 2010 και στις αρχές του 2011, με την τελευταία να έχει προανακριτικό χαρακτήρα. Παράλληλα, διερευνήθηκε από το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
Στις 27 Νοεμβρίου 2011, ο τηλεοπτικός σταθμός ΣΚΑΪ ξεκίνησε να προβάλλει τη σειρά εκπομπών «Βατοπαίδι: όλη η ιστορία», υποστηρίζοντας ότι το σκάνδαλο ήταν κατασκευασμένο. Ο Κώστας Βαξεβάνης αντέτεινε πως οι εκπομπές βασίζονταν σε βίντεο που είχε δημιουργήσει ο «Σύλλογος των Φίλων της Μονής Βατοπαιδίου».
Τέλος, στις 23 Δεκεμβρίου 2011, μετά από διαφωνία μεταξύ της εφέτη-ανακρίτριας Ειρήνης Καλού και του εισαγγελέα Παναγιώτη Μαντζούνη, το Συμβούλιο Εφετών αποφάσισε την προφυλάκιση του Εφραίμ για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος. Ο Εφραίμ μεταφέρθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, γεγονός που προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις.
Στις 29 Μαρτίου 2012, ο Ηγούμενος Εφραίμ αποφυλακίστηκε χωρίς να παραπεμφθεί σε δίκη, γεγονός που πολλοί νομικοί θεωρούν σαφή ένδειξη ότι τα ποινικά αδικήματα που του αποδίδονταν δεν μπορούσαν να στοιχειοθετηθούν. Υποστηρικτές του ισχυρίζονται ότι οι κατηγορίες εναντίον του ήταν κατασκευασμένες, με σκοπό να πληγεί το κύρος της Εκκλησίας και να παρεμποδιστεί το φιλανθρωπικό και ιεραποστολικό έργο της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου.
Διαβάστε επίσης
Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι η καταδικαστική απόφαση κατά των Εφραίμ και Αρσενίου στερείτο επαρκούς αιτιολογίας, περιείχε ασάφειες, δεν είχε νόμιμη βάση και ερμήνευε λανθασμένα την εφαρμογή του νόμου. Το 2013, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου άσκησε αναίρεση κατά του υπ’ αριθ. 2000/2013 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, που είχε παραπέμψει ομάδα κατηγορουμένων για την υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου.
Τον Ιούλιο του 2014, με τις αποφάσεις 12953 και 12954/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απορρίφθηκαν οι αγωγές του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Μονής Βατοπεδίου, τρίτων αγοραστών και τραπεζών. Το Δημόσιο ζητούσε την ακύρωση όλων των ανταλλαγών που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο 2004-2005 και την επιστροφή των οικοπέδων που αντηλλάγησαν με παραλίμνιες εκτάσεις της λίμνης Βιστωνίδας.
Στις 24 Οκτωβρίου 2014, στο Τριμελές Εφετείο Κομοτηνής συζητήθηκε η τύχη των εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας. Τελικά, τον Δεκέμβριο του 2015 εκδόθηκε απόφαση που απέρριψε την έφεση της Μονής Βατοπεδίου, καθώς και την αρχική αγωγή της εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία διεκδικούσε την ιδιοκτησία 27.000 στρεμμάτων στη λίμνη Βιστωνίδα.
Η Θεσσαλονίκη στο προσκήνιο… για το λάθος λόγο
Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, γνωστός και ως «φτερωτός γιατρός», όπως συνήθιζε να αυτοαποκαλείται. Κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ, αν και ο ίδιος απέδωσε την ευθύνη σε έναν υπάλληλο του Δήμου Θεσσαλονίκης, ζητώντας τη δίωξή του. Επιπλέον, δήλωσε ότι το συνολικό ποσό των υπεξαιρέσεων δεν ξεπερνούσε τα 3 εκατομμύρια ευρώ.
Στα τέλη του 2010, αποκαλύφθηκε ότι το χρέος του Δήμου Θεσσαλονίκης είχε υπερβεί τα 50 εκατομμύρια ευρώ. Η νέα διοίκηση, υπό τον Γιάννη Μπουτάρη, βρέθηκε αντιμέτωπη με τεράστια προβλήματα, με τον νέο δήμαρχο να δηλώνει πως ο δήμος ήταν ουσιαστικά αδύνατο να διοικηθεί υπό αυτές τις συνθήκες.
Στις 27 Φεβρουαρίου 2013, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων αποδέχθηκε την πρόταση του Εισαγγελέα και καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη τον Βασίλη Παπαγεωργόπουλο, καθώς και τους Παναγιώτη Σαξώνη και Μιχάλη Λεμούσια ως συνεργούς για την υπόθεση υπεξαίρεσης. Το τελικό ποσό της υπεξαίρεσης ανήλθε στα 17,9 εκατομμύρια ευρώ.
Τον Ιούλιο του 2014, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων αναγνώρισε δύο ελαφρυντικά στον Παπαγεωργόπουλο και μείωσε την ποινή του από ισόβια σε 12 χρόνια κάθειρξης. Στις 28 Ιουλίου 2015, ο Παπαγεωργόπουλος αφέθηκε ελεύθερος με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, επικαλούμενος προβλήματα υγείας. Η απόφαση βασίστηκε στον νόμο Παρασκευόπουλου, ενώ είχε εκτίσει μόλις 2 χρόνια, 5 μήνες και μία ημέρα από την ποινή των 12 ετών.
Τα εξοπλιστικά του Τσοχατζόπουλου
Στις 6 Ιουνίου 2011, κατατέθηκε στον Πρόεδρο της Βουλής το πόρισμα της επιτροπής που αφορούσε την υπόθεση αγοράς των γερμανικών υποβρυχίων. Την ίδια ημέρα, σε συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά, ο Άκης Τσοχατζόπουλος αρνήθηκε κάθε ευθύνη για τα ζητήματα στα οποία φερόταν να εμπλέκεται, κάνοντας λόγο για πλεκτάνη εις βάρος του. Ωστόσο, στις 1 Ιουλίου 2011, η Βουλή των Ελλήνων αποφάσισε με ευρεία πλειοψηφία την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του για παθητική δωροδοκία σε βάρος του Δημοσίου και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο πρώην υπουργός αντέτεινε ότι πρόκειται για σκευωρία και δήλωσε πως σκοπεύει να προσφύγει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καταγγέλλοντας παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς του.
Σύμφωνα με τις κατηγορίες, ο Τσοχατζόπουλος φέρεται να έλαβε μεγάλα χρηματικά ποσά μέσω προσωπικού του λογαριασμού από εκπρόσωπο εταιρείας εξοπλιστικών συστημάτων. Παράλληλα, δήλωσε υπέρογκα έξοδα για την ανακαίνιση της κατοικίας του στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Παρότι αμφισβήτησε την εγκυρότητα των στοιχείων που αφορούσαν την περιουσιακή του κατάσταση, εξέφρασε την πρόθεσή του να συνεργαστεί με τις ελληνικές αρχές για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Στις 11 Απριλίου 2012, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης από τον ειδικό ανακριτή Πρωτοδικών και την εισαγγελέα, με αποτέλεσμα τη σύλληψή του για ξέπλυμα μαύρου χρήματος, μετά την οποία οδηγήθηκε στη ΓΑΔΑ. Στο εισαγγελικό πόρισμα που δημοσιεύθηκε μετά τη σύλληψή του, αναφέρεται ότι ο Τσοχατζόπουλος και οι συνεργάτες του συνέστησαν εγκληματική οργάνωση. Μέσω τριών offshore εταιρειών – BLUBELL, NOBILIS και TORCASO – πραγματοποίησαν σειρά παράνομων ενεργειών, όπως η νομιμοποίηση παράνομων αμοιβών που συνδέονταν με το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Οι εταιρείες αυτές φέρονταν να ανήκουν στον ίδιο τον Τσοχατζόπουλο.
Το πόρισμα των εισαγγελέων αποκάλυψε ότι, στο διάστημα μεταξύ Μαΐου 1998 και 7 Ιουνίου 2001, ο Τσοχατζόπουλος απέκρυψε περιουσία ύψους 16.202.000 ελβετικών φράγκων και 1.748.000 δολαρίων ΗΠΑ, ποσά που προέκυψαν από παθητική δωροδοκία σχετικά με τις συμβάσεις προμήθειας των οπλικών συστημάτων TOR M1. Επιπλέον, στις 2 Δεκεμβρίου 2002, φέρεται να απέκρυψε επιπλέον 2.960.225 ελβετικά φράγκα, τα οποία συνδέονταν με τις συμβάσεις ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ και ΠΟΣΕΙΔΩΝ 2 (υποβρύχια), ως παράνομες αμοιβές που καταβλήθηκαν από τη γερμανική εταιρεία FERROSTAAL μέσω άλλης εταιρείας.
Διαβάστε επίσης
Στις 16 Απριλίου 2012, μετά από πολύωρη απολογία, ο Άκης Τσοχατζόπουλος κρίθηκε προφυλακιστέος με κοινή απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα. Την επόμενη μέρα, στις 17 Απριλίου, οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού. Παρόμοιες αποφάσεις λήφθηκαν και για τη σύζυγό του, Βίκυ Σταμάτη, την κόρη του, καθώς και για αρκετούς συνεργάτες του.
Στις 7 Οκτωβρίου 2013, καταδικάστηκε πρωτόδικα σε 20 χρόνια κάθειρξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε ενόχους 17 από τους 19 κατηγορούμενους στην υπόθεση, με το ποσό που φέρεται να έλαβε ο πρώην υπουργός να ανέρχεται περίπου στα 54 εκατομμύρια ευρώ μέσα σε μία δεκαετία.
Συγκεκριμένα, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο Τσοχατζόπουλος απαιτούσε χρηματικά οφέλη κατά τη θητεία του στο Υπουργείο Άμυνας, από την άνοιξη του 1997 έως τον Οκτώβριο του 2001. Τα χρήματα αυτά διακινήθηκαν μέσω τρίτων προσώπων και εταιρειών, ώστε να αποκρυφθεί η προέλευσή τους. Η έφεση που άσκησε δεν είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στις φυλακές.
Τον Ιούλιο του 2015, η πρώην σύζυγός του, Γκούντρουν Μολντενάουερ, η οποία επίσης είχε καταδικαστεί πρωτόδικα σε 6 χρόνια φυλάκισης για το σκάνδαλο των εξοπλιστικών, συνυπέγραψε δήλωση συναίνεσης ώστε το ποσό των 833.000 δολαρίων, που βρέθηκε σε λογαριασμό της στην Ελβετία, να κατατεθεί στον ειδικό λογαριασμό του ελληνικού Δημοσίου.
Στις 4 Μαΐου 2017, ο Τσοχατζόπουλος αποφυλακίστηκε με περιοριστικούς όρους. Σε γραπτή δήλωσή του, υποστήριξε ότι η δίωξή του ήταν «καθαρά πολιτική» και δεσμεύτηκε να αποδείξει την αθωότητά του με στοιχεία που, όπως ισχυρίστηκε, δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησης. Επιπλέον, κατηγόρησε τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Κώστα Σημίτη ότι, σε συνεργασία με ελληνικές και ξένες υπηρεσίες, «παρέδωσαν τη χώρα στους ξένους και τους δανειστές». Την επόμενη ημέρα, στις 21 Ιουνίου, κατά την απολογία του στο πενταμελές Εφετείο Αθηνών, κατέθεσε τα σχετικά στοιχεία.
Ωστόσο, στις 31 Οκτωβρίου 2017, το πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων αποφάσισε εκ νέου την επιστροφή του στη φυλακή. Τελικά, ο Τσοχατζόπουλος αποφυλακίστηκε τον Ιούλιο του 2018 για λόγους υγείας.
Η… θεία του Παπαντωνίου από την Νιγηρία
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας έβαλε τέλος σε μια ακόμη πολύκροτη δικαστική υπόθεση, όπου κεντρικό πρόσωπο ήταν πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ, κατηγορούμενος για δωροδοκία σχετικά με την υπογραφή σύμβασης.
Ο Γιάννος Παπαντωνίου, γνωστός και ως «τσάρος της Οικονομίας», αθωώθηκε ομόφωνα από τις σοβαρές κατηγορίες που αφορούσαν τη σύμβαση εκσυγχρονισμού έξι φρεγατών από την εταιρεία «Thales Nederland B.V.», η οποία υπεγράφη το 2003, κατά τη θητεία του στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Η αθώωση επεκτάθηκε και στους δύο συγκατηγορούμενούς του: τη σύζυγό του, Σταυρούλα Κουράκου, και τον στενό του φίλο, Ανδρέα Μπάρδη, οι οποίοι κατηγορούνταν για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.
Σύμφωνα με την απόφαση του προέδρου του δικαστηρίου, η αθώωση βασίστηκε στην έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν ότι ο Γιάννος Παπαντωνίου πράγματι δωροδοκήθηκε, προκαλώντας ζημία στο ελληνικό Δημόσιο. Με άλλα λόγια, δεν υπήρξαν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση των αδικημάτων της παθητικής δωροδοκίας και της απιστίας, τα οποία αν και είχαν ήδη παραγραφεί, αποτελούσαν τη βάση της κατηγορίας για το ξέπλυμα χρημάτων.
Επιπλέον, το δικαστήριο εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με το αν το ποσό των 2,5 εκατομμυρίων ευρώ, που σύμφωνα με το κατηγορητήριο φέρεται να διακινήθηκε σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο εξωτερικό, αποτελούσε μέρος της μίζας που υποτίθεται ότι είχε λάβει ο πρώην υπουργός. Χωρίς επαρκή στοιχεία για να υποστηρίξουν τις κατηγορίες, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα που του αποδίδονταν, οδηγώντας στην απαλλαγή όλων των κατηγορουμένων.
Ωστόσο, η θέση του δικαστηρίου για την ύπαρξη αμφιβολιών, έρχεται σε αντίθεση με την εισαγγελική εισήγηση που ζητούσε την καταδίκη του Γιάννου Παπαντωνίου. «Η δωροδοκία προκύπτει ξεκάθαρα από τη ροή των χρημάτων, με χρόνο 31/7/2002 έως 20/10/2003. Το ότι δεν υπάρχει αντιστοιχία στις διακινήσεις χρημάτων στους λογαριασμούς δεν δημιουργεί πρόβλημα στην αποδεικτική διαδικασία» υποστήριξε ο εισαγγελέας Αλεξ. Σπηλιώτης, τον περασμένο Ιουλίου, ο οποίος μάλιστα χαρακτήρισε «αφελές» το να πρέπει κάθε φορά να προκύπτει η ακριβής ροή του χρήματος. «Είναι αφελές να προσδοκούμε ότι θα φανεί από τις τράπεζες, αλλιώς γίνονται αυτές οι δουλειές, δια του μετρητού χρήματος. Αλίμονο αν είχαμε ταύτιση των ποσών μέσω της τραπέζης, οι αναλήψεις, μετακινήσεις μπορούν να αφορούν οποιαδήποτε αιτία, δεν χρειάζεται να συνδέσουμε και να βγάλουμε συμπέρασμα από την κίνηση των λογαριασμών» είχε εξηγήσει.
Διαβάστε επίσης
Συγχρόνως, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι απορρίπτοντας τη θέση του εισαγγελικού λειτουργού, το δικαστήριο φαίνεται σαν να αποδέχεται τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς του πρώην υπουργού, για τον τρόπο με τον οποίο εκείνος βρέθηκε με ένα τόσο σημαντικό ποσό στην κατοχή του.
Ο Γιάννος Παπαντωνίου κατά την απολογία του, επικαλέστηκε μια θεία του από τη Νιγηρία η οποία τον συνέδραμε οικονομικά, αλλά και τη βοήθεια της πρώην συζύγου του.
Η τοποθέτηση, όμως, του εισαγγελικού λειτουργού που επιχείρησε να αποδομήσει τη θέση του πρώην υπουργού, φαίνεται πως δεν ήταν αρκετή για το δικαστήριο. Όπως είχε πει ο Αλεξ. Σπηλιώτης στην αγόρευσή του επί της ενοχής, «η θεία ζούσε στο εξωτερικό και ερχόταν στην Ελλάδα, με άριστες σχέσεις με τον κατηγορούμενο. Ο τρόπος για να τον βοηθάει ήταν να του φέρνει κάθε τόσο μετρητά; Γιατί να μην άνοιγε ένα λογαριασμό; Ερχόταν η θεία από το Μόναχο και έφερνε τη σακούλα με τα πακέτα; Έτσι γίνονται αυτές οι καταστάσεις; Δεν είναι λογικό να του ανοίξει λογαριασμό; Μόνο εγώ το σκέφτηκα; Η προέλευση των χρημάτων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με αυτόν τον τρόπο».
Το σύγχρονο σκάνδαλο παρακολουθήσεων
Το σκάνδαλο υποκλοπών που σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, γνωστό ως «Predatorgate», «ελληνικό Watergate» ή «ΕΥΠ GATE», αφορά την παρακολούθηση Ελλήνων δημοσιογράφων, πολιτικών, στρατιωτικών, επιχειρηματιών, δικαστών και κρατικών λειτουργών μέσω της ΕΥΠ ή του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator από το 2020 και μετά.
Μετά τις εκλογές του 2019, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε την ΕΥΠ υπό την άμεση εποπτεία του, αναθέτοντας την πολιτική ευθύνη στον ανιψιό του και γενικό γραμματέα του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη. Παράλληλα, με νομοθετική τροποποίηση που αφορούσε τα κριτήρια επιλογής, διόρισε νέο διοικητή της ΕΥΠ τον Παναγιώτη Κοντολέοντα. Το 2020, στην Ελλάδα ξεκίνησαν να δραστηριοποιούνται εταιρείες του ομίλου Intellexa, οι οποίες εμπορεύονταν λογισμικό κατασκοπείας για έξυπνα τηλέφωνα. Μέσω της αποστολής 220 SMS από υπηρεσίες μαζικής αποστολής, έγινε προσπάθεια παγίδευσης 92 τηλεφώνων που ανήκαν σε δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, δικαστές, πολιτικούς, υπουργούς και συνεργάτες τους. Τα πρώτα «δοκιμαστικά» μηνύματα στάλθηκαν το 2020, ενώ τον Ιανουάριο του 2021 στάλθηκαν 11 επιβεβαιωμένα SMS, τα οποία εμφανίζονταν ως αντευχετήρια από τον αριθμό τηλεφώνου του Δημητριάδη, την επομένη της ονομαστικής του εορτής. Αρκετοί από τους στόχους του Predator παρακολουθούνταν επίσης μέσω του συστήματος νόμιμων επισυνδέσεων της ΕΥΠ. Η Intellexa εξασφάλισε άδεια εξαγωγής του λογισμικού από το Υπουργείο Εξωτερικών, ενώ διατηρούσε επικοινωνία με το γραφείο του πρωθυπουργού υπό τον Δημητριάδη.
Στις αρχές του 2021, ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης αντιλήφθηκε ότι παρακολουθείται από την ΕΥΠ και ζήτησε ενημέρωση από τις αρμόδιες αρχές. Ωστόσο, η κυβέρνηση τροποποίησε τη νομοθεσία τον Μάρτιο του 2021, καθιστώντας αδύνατη τη σχετική πληροφόρηση. Παράλληλα, αποκαλύφθηκε ότι η ΕΥΠ παρακολουθούσε και τον δημοσιογράφο Σταύρο Μαλιχούδη. Την άνοιξη του 2022 αποδείχθηκε αρχικά ότι ο Κουκάκης ήταν στόχος του παράνομου λογισμικού Predator. Αργότερα, διαπιστώθηκε προσπάθεια παρακολούθησης του Νίκου Ανδρουλάκη, προέδρου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και ευρωβουλευτή, αν και το λογισμικό τελικά δεν εγκαταστάθηκε στο τηλέφωνό του. Τον Ιούλιο του 2022 αποκαλύφθηκε πως ο Ανδρουλάκης παρακολουθούταν από την ΕΥΠ, γεγονός που οδήγησε στις παραιτήσεις του διοικητή της ΕΥΠ, Παναγιώτη Κοντολέοντα, και του γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη.
Διαβάστε επίσης
Το φθινόπωρο 2022, δημοσιεύματα της εφημερίδας Documento παρουσίαζαν καταλόγους δημοσίων προσώπων, για τα οποία υποστηριζόταν ότι βρίσκονταν υπό παρακολούθηση. Μετά από αίτημα δύο εξ αυτών, του ευρωβουλευτή Γιώργου Κύρτσου και του δημοσιογράφου Τάσου Τέλλογλου, η ΑΔΑΕ πραγματοποίησε ελέγχους, που διαπίστωσαν ότι και οι δύο βρίσκονταν υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ. Το Δεκέμβριο, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αλέξης Τσίπρας, ζήτησε από την ΑΔΑΕ να ελεγχθεί αν άλλα έξι πρόσωπα μεταξύ των οποίων, ο υπουργός Κωστής Χατζηδάκης και ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος καθώς και άλλα μέλη της ηγεσίας των ενόπλων δυνάμεων, παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ. Μετά τη μη σύγκληση της κοινοβουλευτικής επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας, όπως είχε αιτηθεί, ο πρόεδρος της ΑΔΑΕ, Χρήστος Ράμμος, ενημέρωσε τον Ιανουάριο του 2023 τους πολιτικούς αρχηγούς ότι και τα έξι πρόσωπα είχαν βρεθεί υπό πολύμηνη παρακολούθηση από την ΕΥΠ. Ο Τσίπρας ανακοίνωσε την απάντηση Ράμμου από το βήμα της Βουλής και κατέθεσε πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης η οποία απορρίφθηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας.
Τον Μάιο του 2023, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε την τελική αναφορά της επιτροπής PEGA, η οποία διερεύνησε τη χρήση κατασκοπευτικών λογισμικών. Στην αναφορά αυτή, επισημάνθηκε πως το κατασκοπευτικό λογισμικό χρησιμοποιήθηκε από την ανώτατη πολιτική ηγεσία της Ελλάδας. Παράλληλα, η αναφορά κάλεσε την Ελλάδα να προχωρήσει σε δέκα μέτρα, μεταξύ των οποίων και η εμπλοκή της Europol στην έρευνα της υπόθεσης.
Τον Σεπτέμβριο του 2023, με μια απόφαση αμφιλεγόμενης συνταγματικότητας, η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής όρισε νέα μέλη στην ΑΔΑΕ, μόλις μία ημέρα πριν η Αρχή συνεδριάσει για την επιβολή προστίμου στην ΕΥΠ, λόγω της ανεπαρκούς συνεργασίας της στην έρευνα. Με τη νέα της σύνθεση, η ΑΔΑΕ αρνήθηκε, τον Οκτώβριο του 2023, αίτημα δύο εισαγγελέων πρωτοδικών που ερευνούσαν την υπόθεση από το 2022. Οι εισαγγελείς είχαν ζητήσει να εξεταστεί αν οι 92 πολίτες, που εντοπίστηκαν τον Ιούνιο από την ΑΠΔΠΧ να παρακολουθούνται μέσω του Predator, είχαν επίσης τεθεί υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ. Η ΑΔΑΕ ενημέρωσε σχετικά την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Γεωργία Αδειλίνη, η οποία διέταξε την αφαίρεση της υπόθεσης από τους πρωτοδίκες εισαγγελείς και την ανάθεσή της στον αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση.
Η πειθαρχική έρευνα για την εισαγγελέα που επόπτευε την ΕΥΠ αρχειοθετήθηκε, κατόπιν απαλλακτικής εισήγησης της διαδόχου της. Ωστόσο, η Βουλή δεν ενημερώθηκε για τα στοιχεία της υπόθεσης, καθώς ο Άρειος Πάγος και η Εισαγγελία επικαλέστηκαν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης.
Στις 30 Ιουλίου 2024, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έθεσε στο αρχείο την έρευνα για την ΕΥΠ και άλλες κρατικές υπηρεσίες (όπως η ΕΛ.ΑΣ. και η Αντιτρομοκρατική), αποδίδοντας ποινικές ευθύνες σε τέσσερα άτομα. Τα άτομα αυτά είναι νόμιμοι εκπρόσωποι και ιδιοκτήτες εταιρειών που εμπλέκονται στη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator στην Ελλάδα.
Το πόρισμα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Κόμματα της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛ., ΚΚΕ, Νέα Αριστερά και Πλεύση Ελευθερίας) κατέθεσαν αίτημα κλήσης των αρμόδιων εισαγγελέων στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, για να δώσουν εξηγήσεις. Η κυβερνητική πλειοψηφία απέρριψε το αίτημα, χαρακτηρίζοντάς το αντισυνταγματικό.
Η απόφαση αυτή πυροδότησε έντονες αντιδράσεις από τη Διεθνή και την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων, που χαρακτήρισαν το πόρισμα «ανησυχητικό» και μίλησαν για μια «μαύρη εβδομάδα» για την ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα, όπου η ατιμωρησία εξακολουθεί να κυριαρχεί. Η ανακοίνωση συνδέθηκε και με την αθώωση των κατηγορουμένων για τη δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ, μόλις μία ημέρα μετά, στις 31 Ιουλίου. Το διοικητικό συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ εξέφρασε επίσης τη βαθιά ανησυχία του για τη δικαστική τροπή της υπόθεσης.






0 ΣΧΟΛΙΑ