Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2021

Φολέγανδρος: Πούλησε... τρέλα ο Δημήτρης Βέργος και ζητούσε να τον εξετάσουν σε ψυχιατρείο!

Προσπάθησε να αποφύγει την ανάκριση ο φονιάς της Γαρυφαλλιάς

25 Ιουλίου 2021 09:00
Φολέγανδρος: Πούλησε... τρέλα ο Δημήτρης Βέργος και ζητούσε να τον εξετάσουν σε ψυχιατρείο!
Από ATHENSMAGAZINE TEAM

Ο Δημήτρης Βέργος φαίνεται να έχει δράσει αντίθετα, από όσα έχει ισχυριστεί για τον φόνο της Γαρυφαλλιάς, καθώς από τη μία δεν πείθει για το πόσο στιγμιαίο ήταν το κακό, που έγινε στην Φολέγανδρο, ενώ από την άλλη πλευρά βάζει άπαντες σε ακόμη περισσότερες υποψίες για την ψυχική ασθένεια του.

Ο Αλέξης Κούγιας πολλάκις έχει αναφέρει πως «τα είχε... 400 όταν έκανε τον φόνο» και ίσως έχει δίκιο. Κι αυτό, γιατί αποκαλύπτεται πως ο Βέργος προσπάθησε να αποφύγει την ανάκριση, ζητώντας να εξεταστεί σε ψυχιατρείο.

Όπως αποκαλύπτει το protothema.gr ο 30χρονος προγραμματιστής ανέφερε στην αίτησή του το ιατρικό ιστορικό του ισχυριζόμενος ότι είχε διαγνωσθεί με διπολική διαταραχή. Συγκεκριμένα ανέφερε: «Το έτος 2014 σε ηλικία 23 ετών άρχισα να έχω παραισθήσεις και να διακατέχομαι από παρανοϊκές και έμμονες ιδέες, όπως ότι υπάρχουν παντού στο σπίτι εγκατεστημένες κάμερες μέσω των οποίων παρακολουθούμαι από αγνώστους, ότι δεν είμαι βιολογικό παιδί των γονέων μου, αλλά υιοθετημένος κ.α. Την περίοδο αυτή δεν έβγαινα από το σπίτι, είχα απομονωθεί πλήρως από τους φίλους μου και ζούσα στο δωμάτιό μου με κλειστά παράθυρα και συνήθως χωρίς φως» αναφέρει στο έγγραφο που κατέθεσε στον τακτικό ανακριτή στις 22 Ιουλίου.

Ο δράστης ισχυρίστηκε ότι επειδή μιλούσε συνέχεια στους γονείς του για συνωμοσίες εις βάρος του, ανησύχησαν και τον πήγα σε ψυχίατρο στην Κόρινθο όπου του χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, την οποία αποφάσισε να μην ακολουθήσει. Στη συνέχεια αναφέρει: «Η έξαρση του πρώτου αυτού επεισοδίου διήρκησε περίπου δυο εβδομάδες. Επειδή η οικογένειά μου είχε αναστατωθεί και στεναχωρηθεί πολύ αν και οι παρανοϊκές σκέψεις και παραισθήσεις συνεχίζονταν, τις απέκρυπτα και δεν τις εξέφραζα. Το μόνο μέλος της οικογένειάς μου στο οποίο επιλεκτικά εκμυστηρευόμουν ορισμένες από τις σκέψεις αυτές ήταν η αδερφή μου, με την οποία συνδεόμουν στενά». Σύμφωνα με τον δράστη της δολοφονίας της άτυχης Γαρυφαλλιάς, το 2015 η κατάστασή του παρουσίασε νέα έξαρση με κύρια συμπτώματα τις παρανοϊκές ιδέες, την έντονη εσωτερική ανησυχία και το άγχος. «Οι σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό μου ασταμάτητα, χωρίς να μπορώ να τις ελέγχω και χωρίς να μπορώ να τις επικεντρώσω. Σταμάτησα να λαμβάνω τροφή και να πίνω ακόμα και νερό επειδή πίστευα ότι κάποιοι ήθελαν να με δηλητηριάσουν. Η κατάσταση αυτή έγινε αντιληπτή από τους γονείς μου».

Και τότε, όπως αναφέρει ο 30χρονος πήγε σε ψυχίατρο της ψυχιατρικής κλινικής του νοσοκομείου «Άγιοι Ανάργυροι» όπου διέγνωσε ότι πάσχει από διπολική διαταραχή και του συνταγογράφησε ψυχοφάρμακο ενώ τον παρέπεμψε για ψυχιατρική παρακολούθηση. «Επειδή όμως ήμουν εξαιρετικά καχύποπτος απέναντι στους γιατρούς, κυρίως δε απέναντι στη φαρμακευτική αγωγή διότι πίστευα ότι όλα ήταν μέρος μιας συνωμοσίας σε βάρος μου, που απέβλεπε να με καταστρέψει σωματικά και ψυχικά, δεν έλαβα την αγωγή και σύντομα διέκοψα τις συνεδρίες αποκρύπτοντας το από τους οικείους μου στην Κόρινθο».

Στις 17 Φεβρουαρίου του 2020 ο δράστης πήγε σε ψυχίατρο, ο οποίος διαπίστωσε «διαταραχή περιεχομένου σκέψης, ιδέες παρακολούθησης και δηλητηρίασης» και του συνταγογράφησε φαρμακευτική αγωγή την οποία λάμβανε τακτικά μέχρι τον Ιούνιο του 2020.

Τον Ιούνιο του 2021 εισήλθε σε νέα κρίση παράνοιας και πέρασε μια ολόκληρη εβδομάδα κλεισμένος στο σπίτι κάνοντας προσπάθεια να ξεπεράσει μόνος του τον πανικό, λαμβάνοντας περιστασιακά συγκεκριμένο ψυχοφάρμακο. Σύμφωνα με τον δράστη επισκέφθηκε στις 26 Ιουνίου 2021 ψυχίατρο στην Κόρινθο ενώ τον επισκέφθηκε και την 1η Ιουλίου αλλά και στις 7 Ιουλίου, έξι ημέρες πριν το ταξίδι στη Φολέγανδρο με την Γαρυφαλλιά. Άγνωστο βέβαια παραμένει το γεγονός εάν ο δράστης είχε μιλήσει στην Γαρυφαλλιά για τα ψυχιατρικά του προβλήματα, κάτι που δεν προκύπτει από αυτά τα οποία είπε στις Αρχές.

Η αίτηση αναστολής της ανακριτικής διαδικασίας που κατέθεσε στις 22 Ιουλίου ο 30χρονος έγινε μια ημέρα μετά το επεισόδιο που είχε και μεταφέρθηκε στο Κέντρο Υγείας Νάξου, όπου υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και μετά από 12ωρη νοσηλεία του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Ο 30χρονος ανέφερε στην αίτησή του: «από την ημέρα της σύλληψής μου και μέχρι σήμερα (22 Ιουλίου) δεν εξετάστηκα από ψυχίατρο, για να βεβαιωθεί η κατάσταση των πνευματικών μου λειτουργιών ούτε μου χορηγήθηκε η αναγκαία ενδεδειγμένη ψυχοφαρμακευτική αγωγή. Από την ημέρα της πράξης για την οποία κατηγορούμαι τελώ σε κατάσταση πλήρους πνευματικής και ψυχικής αποδιοργάνωσης και για το λόγο αυτό μου ήταν αδύνατο να επικοινωνήσω ουσιαστικά με τους συνηγόρους υπεράσπισής μου και να προετοιμάσω την απολογία μου».

Για τα παραπάνω αλλά και όπως ισχυρίστηκε επειδή βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση και διάσπαση των ψυχοπνευματικών του λειτουργιών από τις 13 Ιουλίου ημερομηνία κατά την οποία έφθασε στη Φολέγανδρο με την Γαρυφαλλιά, αλλά και λόγω των προβλημάτων ψυχικής υγείας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει ουσιαστικά με τους συνηγόρους του ούτε με την ανακριτική αρχή για να υπερασπιστεί τον εαυτό του απέναντι στην κατηγορία που του είχε απαγγελθεί αιτήθηκε την αναστολή της ανακριτικής διαδικασίας για να μπει σε ψυχιατρείο ώστε να εξεταστεί, πράγμα που δεν συνέβη. Αντιθέτως μετά την 6ωρη απολογία του προφυλακίστηκε και από χθες βρίσκεται στις φυλακές Κορυδαλλού.

«Κόλαφος» για το δράστη ανακριτής και εισαγγελέας

«Κόλαφος» υπήρξε για τον Δημήτρη Βέργο το σκεπτικό του ανακριτή και του εισαγγελέα, οι οποίοι συμφώνησαν στην προφυλάκιση του φονιά της Γαρυφαλλιάς για το έγκλημα στην Φολέγανδρο, τονίζοντας πως είναι ένας αδίκτακτος άνθρωπος.

Στο διατακτικό της προφυλάκισης του 30χρονου κατηγορούμενου ο εισαγγελικός λειτουργός είναι καταπέλτης καθώς, μεταξύ άλλων, εξηγεί ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να οδηγηθεί στην φυλακή καθώς «από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης κρίνουμε ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα».

Η σοκαριστική ομολογία του νεαρού κατηγορούμενου ότι έσπρωξε την άτυχη κοπέλα στον γκρεμό γιατί «τον κορόιδευε» και «τον ενέπαιζε» μετά από μια έντονη λογομαχία γιατί έχασαν το δρόμο τους για την παραλία αλλά και ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε αμέσως μετά διαμόρφωσαν την θέση των δικαστικών λειτουργών που χειρίστηκαν την υπόθεση.

Συγκεκριμένα, στο διατακτικό αναφέρεται ότι ο 30χρονος «για ασήμαντη αφορμή (λογομαχία) ένιωσε προσβεβλημένος και εξαπέλυσε δολοφονική επίθεση κατά ενός ατόμου από το στενό του περιβάλλον, το οποίο ήταν σωματικά πιο αδύναμο από τον ίδιο (χτυπήματα, μεθοδευμένο σπρώξιμο σε βραχώδη απόκρημνο γκρεμό). Εν συνεχεία, προέβη σε λελογισμένες ενέργειες ήτοι την απομάκρυνση από το σημείο, επιμελής απόκρυψη και αποφυγή επικοινωνίας του με τις αρχές, οργανωμένη εξαφάνιση αποδεικτικών στοιχείων (κινητά τηλέφωνα), ενέργειες που δείχνουν άκρως ψύχραιμη συμπεριφορά».

(…) «Κρίνουμε ότι ο κατηγορούμενος είναι ένα ευέξαπτο άτομο το οποίο για ασήμαντο λόγο είναι έτοιμο να προξενήσει μη αναστρέψιμη βλάβη σε συνάνθρωπό του και δη σε άτομο του στενού του περιβάλλοντος, τα οποία αυτός θεωρεί ότι τον προσβάλλουν, τον αμφισβητούν ή τον μειώνουν, καθιστώντας στον επικίνδυνο για διάπραξη νέων αδικημάτων. Άλλωστε, όπως ο ίδιος αναφέρει στην απολογία του ενώπιον των αρμοδίων προανακριτικών υπαλλήλων «με είχε νευριάσει και την σκότωσα, ένιωσα δηλαδή ότι με υποβιβάζει, γι’ αυτό και έχασα τον έλεγχο»» αναφέρεται στο έγγραφο.

Στο ένταλμα προσωρινής κράτησης του κατηγορούμενου γίνεται λόγος για τους συνεχείς καβγάδες του ζευγαριού. Παράλληλα, περιγράφεται ότι ο 30χρονος «εξεμάνη διότι εθίγη ο εγωισμός του («διαφωνούσαν για τα πάντα», τον «εκνεύρισε», τον «επέκρινε», τον «μάλωνε», δεν τον «σεβόταν», τον «ειρωνευόταν»), οδήγησε το όχημα στο οποίο επέβαινε και η θανούσα πλησίον γκρεμού και όταν η θανούσα εξήλθε καλώντας σε βοήθεια, την χτύπησε στο κεφάλι και την έσπρωξε δύο φορές προκειμένου να πέσει στον γκρεμό και να σκοτωθεί, όπερ και εγένετο».

Στο έγγραφο καταγράφονται τα στοιχεία που, σύμφωνα με την ελληνική δικαιοσύνη, επιβαρύνουν τη θέση του κατηγορούμενου.

«Ακολούθως, έσυρε και εγκατέλειψε την θανούσα στη θάλασσα, δεν ειδοποίησε τις αρχές ή ασθενοφόρο για τις πρώτες βοήθειες, πέταξε το σακίδιο με τα προσωπικά είδη – ατομικά στοιχεία στη θάλασσα ώστε να εξαφανίσει τα ίχνη- κολύμπησε αντίθετα από το σημείο του συμβάντος ώστε να παραπλανήσει τις αρχές και να διαφύγει την σύλληψη και εξαφάνισε και το δικό του κινητό τηλέφωνο και της θανούσης (ούτε ευρέθησαν ούτε κάνει λόγο για αυτά) ενώ προκύπτει ότι η θανούσα έστελνε μηνύματα και στο σακίδιο του κατηγορουμένου ανευρέθη power bank μαύρο για φόρτιση κινητού τηλεφώνου, ώστε να αποκρύψει αποδεικτικό υλικό».

Για τον ανακριτή Νάξου ο κατηγορούμενος για ασήμαντη αφορμή «δεν διστάζει να αφαιρέσει ανθρώπινη ζωή οικείου του με σκληρότητα στην εκτέλεση και μεθοδικότητα στην απόκρυψη του εγκλήματος».

 

Έγκλημα

Ροή ειδήσεων

Share