ΑΡΧΙΚΗ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Οδηγούμαστε στο αποκορύφωμα ενός παγκόσμιου πολέμου: “ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΖΗΣΩ!” ΤΙ ΕΛΕΓΕ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΠΤΑ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ «ΦΥΓΕΙ» (PHOTOS)

Οδηγούμαστε στο αποκορύφωμα ενός παγκόσμιου πολέμου: “ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΟ ΖΗΣΩ!” ΤΙ ΕΛΕΓΕ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΕΠΤΑ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ «ΦΥΓΕΙ» (PHOTOS)
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Του Νίκου Νικόλιζα

«Ένα βιβλίο δεν μπορεί ούτε κατά διάνοια να υποκαταστήσει την πραγματική ζωή, αυτή που έχω ζήσει μέχρι σήμερα. Τα δισεκατομμύρια στιγμές που πέρασαν στο υποσυνείδητό μου. Ούτως ειπείν, το παρόν είναι ένα ποσοστό 10%, μια κεντρική ιδέα της ζωής μου». Με αυτά τα λόγια ο σπουδαίος τραγουδοποιός Μανώλης Ρασούλης ανοίγει τον πρόλογο της αυτοβιογραφίας του με τίτλο «Οι βερβελίδες της αμάλθειας, αναφορά στο χόμο σάπιενς» το οποίο κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο «ΙΑΝΟΣ» και είναι οι σκέψεις του συνθέτη και τραγουδιστή, ο οποίος έγραψε με χρυσά γράμματα το όνομά του στο πάνθεον του λαϊκού μας τραγουδιού. Σήμερα η News δημοσιεύει αποκλειστικά αποσπάσματα από τα τελευταία λόγια του κορυφαίου δημιουργού. Μέσα στις 340 σελίδες της αυτοβιογραφίας του, ο Μανώλης Ρασούλης μιλάει για όλα τα μεγάλα γεγονότα με τα οποία συνδέθηκε, αλλά και για την μεγάλη αγάπη που είχε στην κόρη του Ναταλία.

Ο ακρωτηριασμός και ο χωρισμός των γονιών του

Στην αυτοβιογραφία του, ο Μανώλης Ρασούλης κάνει ιδιαίτερη αναφορά στα πρώτες του αναμνήσεις και μιλάει με πάθος για την πολυαγαπημένη του μάνα. «Μάνα, γιατί με γέννησες; Αυτό το ερώτημα νομίζω ισοδυναμεί με εκείνο του Σαίξπηρ: “Να ζει κανείς ή να μη ζει;” Αυτά τα ερωτήματα, είτε μελό είτε τραγικά, υποστέλλονται από το αυξανόμενο, συν τω χρόνω ερώτημα: Τι σημαίνει “εγώ”; Ποιος, αλήθεια, είμαι εγώ και πού πάω; Η κυρα-Χαρίκλεια ήταν μια κλασική Ελληνίδα νοικοκυρά που δεν είχε καμιά σχολική εκπαίδευση (έβαζε αντί για υπογραφή ένα σταυρό και αυτό με δυσκολία), όμως ήταν χαρισματική ως προς τον προφορικό λόγο. Θησαυρός. Καλή γυναίκα. Ακόμη θυμάμαι τα χέρια της, δυνατά, επιτακτικά, που μας έβαζαν με δύναμη στη σκάφη και μας έλουζαν, μας μπανιάριζαν. Ή στο χρυσοχοείο, κάθε βράδυ που έπρεπε να μεταφερθούν τα κοσμήματα στην κάσα για λόγους ασφαλείας.

Πόσο ευγενικά έπαιρνε το κόσμημα και το έβαζε στη θήκη… Ή όταν έβγαιναν –κι αυτό το 1955– για κοσμική εξόρμηση, φόραγε καπέλο και βέλο με αμέτρητα χρυσά βραχιόλια στο χέρι κάτω απ’ τη γούνα και άστραφτε το χρυσό δόντι όταν γέλαγε, δόντι που της επέβαλε ο πατήρ λόγω μόδας. Μιλάμε για Χόλιγουντ. Απ’ το ‘65 και μετά που οι δουλειές του πατέρα έπεσαν κάθετα παρουσιάστηκε και το ζάχαρο στη μητέρα, επιθετικό, εκδικητικό, σε βαθμό που πολύ αργότερα της ακρωτηρίασαν το πόδι. Αυτό που με το άλλο συντρόφια, μας μάθαινε τσάρλεστον. Κάτω στο σπίτι, στο καμαράκι. Ήταν ακόμη τα πράγματα ανθηρά. Ύστερα έφυγα εγώ για την Αθήνα και μετά για το Λονδίνο. Ανακατατάξεις λάβαιναν χώρα άρδην. Σχεδόν χώρισαν ο κυρ Σπύρος με την κυρα-Χαρίκλεια. Πήγαν, μάλιστα, και στα δικαστήρια. Η μητέρα μου μετά δεν είχε από πού να ζήσει κι όταν της έκοψαν το πόδι την είχε η αδελφή μου – καλά να ‘ναι. Η Ανθή, επί δέκα χρόνια, απ’ το κρεβάτι στην πολυθρόνα και τούμπαλιν…»

Η ανακάλυψη του Πασχάλη Τερζή

Στα απομνημονεύματά του στη σελίδα 121 ο Μανώλης Ρασούλης μιλάει και για την άγνωστη μέχρι σήμερα ανακάλυψη του Πασχάλη Τερζή, καθώς για και την πρώτη τους ηχογράφηση. «Εκδίκηση της γυφτιάς, ηχογραφημένη στην Παπάφη. Στη Σαλονίκη έζησε πολλά και δημιουργικά χρόνια ο Τσιτσάνης. Πώς το ‘φερε η μοίρα και μου εδόθη μια άγνωστη μελωδία του μεγάλου λαϊκού βάρδου κι έγραψα πάνω της στίχους –“Να μη με λεν Τσιτσάνη”, ο τίτλος– κι έτσι τυγχάνω ο τελευταίος στιχουργός του Τσιτσάνη. Το ‘χω περί πολλού. Ίσως κι εδώ βολόδερνε κι ο μέγιστος των Ρωμιών τραγουδιστών, ο Στέλιος Καζαντζίδης. Αυτός μας είπε για μια ωραία φωνή στη Σαλονίκη, κάποιον Πασχάλη Τερζή. Εγώ κι ο Νικολόπουλος επικοινωνήσαμε με τον Τερζή, μας έστειλε μια κασέτα να ακούσουμε κι αμέσως ηχογραφήσαμε. Αργότερα τον κατάπιε η νύχτα…»

Τα προφητικά λόγια λίγο πριν το θάνατό του

Τα λόγια του προφητικά. Λες και γνώριζε με κάθε λεπτομέρεια τα πάντα για το θάνατό του. Στο κεφάλαιο «28 Σεπτέμβρη 2010» ο Μανώλης Ρασούλης –7 μήνες πριν–, γράφει για το θάνατό του. Έφυγε στις 5 Μαρτίου 2011. «Σήμερα είναι 28 Σεπτέμβρη 2010. Πριν 65 χρόνια ακριβώς γεννήθηκα. Άρα έχω γενέθλια. Συνήθως περνούσα τα εκάστοτε γενέθλιά μου στο ντούκου. Τούτα δω, τα σημερινά έχουν μια σημασία. Στα 65 παίρνει κανείς σύνταξη. Κι εγώ θεωρητικά ανήκω σε αυτή την κατηγορία. Όμως από πουθενά δεν υπάρχει κάτι σίγουρο. Και η μέρα με βρίσκει χωρίς χρήμα εντελώς και η χιαστί κακών καλών με διέπει κι έχω να δω τον Πασχαλάκο 6 μήνες κι η καρδιά μου έχει ματώσει. Σε μια χώρα, όχι μόνο σε κρίση αλλά σε σήψη, είμαι μωρό στη φωτιά και δεν είναι φιλολογικό αυτό που λέω. Ψυχοσωματικά ζορίζομαι άσκημα παρότι στο δρόμο τα ανθρωπάκια μου εύχονται ό,τι καλύτερο. Το ζόρικο είναι ότι μου λένε: “να ‘ξερες τι κουράγιο μας δίνεις”. Κι όλη η γερολαία χαίρεται όταν με βλέπει γιατί βλέποντας την εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, με σταμπιλάρει με το μαύρο καπέλο, με διακρίνει και με εκτιμά.

Πλουτίζει η ευθύνη μου όμως, από πουθενά μια βοήθεια κι η πέτρα του Σίσυφου τη σήμερον ημέρα βαραίνει περισσότερο. Άλματα πρέπει να γίνονται, μετατοπίσεις, αλλαγές, όμως πώς τα φέρνει η μοίρα κι η μαθηματική ακρίβεια, πληρώνω πάντα αυτές τις αλλαγές με αίμα. Φτύνω την ψυχή μου στη λάσπη. Όμως κι ο καλύτερος δύτης χρειάζεται να βγει να αναπνεύσει. Αλλά εγώ με καρφωμένη σαν ακόντιο στο μυαλό και το στήθος την ευθύνη, 25 ώρες το εικοσιτετράωρο, με το ρυθμό των κρεσέντο και κομμένη την ανάσα, δρω κι όπως λένε… στη δράση κολλάει το σίδερο. Εγώ δεν πάω στους γιατρούς για εξετάσεις, προληπτική ιατρική κι έτσι, λυσσώ όμως στην ιδέα του να προλάβω τις εξελίξεις που οδηγούν στο αποκορύφωμα ενός παγκόσμιου πολέμου.

Το λέω τόσο συχνά, που φοβάμαι ότι θα γίνει μανιέρα και ύποπτος ναρκισσισμός. Λένε οι κακές γλώσσες ότι το επιθυμώ για να δικαιωθώ. Δεν θέλω να το ζήσω. Στον καιρό που ήμουν κυοφορούμενος, υπήρχε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη, τέλος Μαΐου αυτοκτόνησε ο Χίτλερ, 6 Αυγούστου έπεσε πυρηνική βόμβα στη Χιροσίμα κι αυτά με σφράγισαν, δεν μπορώ να τα αποφύγω πια. ΠΙΑ. Όμως κουράζομαι, τα χάνω, χάνω το κουράγιο μου, τον μπούσουλα, περνώ στο άλλο άκρο, θέλω να απομονωθώ, να διαλογιστώ, μπας και σώσω την ψυχή μου. Εν τω μεταξύ και μεταξύ μας, 65 χρονάκια δεν είναι και λίγα. Υπάρχουν στιγμές εκμηδένισης που νιώθω μηδέν, ένα τίποτα –με την αρνητική έννοια του όρου– κι όμως έρχεται πάλι η σκέψη και η μνήμη: τόσα και τόσα που είναι αδύνατον να καταγραφούν σε τόμους. Και ποια έννοια θα ‘χει; Όταν συμβαίνει το συμβάν έχει τη μαγεία, όταν θυμηθείς και το καταγράψεις, είναι σαν εφημερίδα χθεσινή…»

Η μεγάλη φιλία με τον Χατζιδάκι

Σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά κεφάλαια της ζωής του, ο Μανώλης Ρασούλης μιλάει για τη φιλία του με τον Μάνο Χατζιδάκι πλέκοντας το εγκώμιο σε εκείνον, ενώ μέσα στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρεται και το πώς βίωσε το θάνατο του κορυφαίου συνθέτη. «Ήμουν στο Παλλάς στην πρώτη της Ορχήστρας των Χρωμάτων. Στο διάλειμμα του μίλησα. Ήταν κουρασμένος. “Θα φτιάξομε πολύ ωραία τα τραγούδια Μανώλη”. Εννοούσε τον “Σακατεμένο πειρατή. Δεν είναι ανάγκη να μακρηγορήσω. Τελειώνοντας, ήμασταν στην Κατερίνη στο στάδιο έτοιμοι για συναυλία, εγώ και το συγκρότημά μου, “Πλατώ”, σύσσωμο συν ο Ανδρέας Καρακότας, ο τελευταίος τραγουδιστής του Μάνου στα “Τραγούδια της αμαρτίας” σε ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου. Με το πρώτο “α” ακούμε ότι πέθανε ο Μάνος. Μείναμε αγάλματα. Μας έφυγε ο τάκος. Ο Ανδρέας έκλαιγε, επουδενί να τραγουδήσει. Και με το δίκιο του.

Εμείς σερνόμασταν κι ας αφιερώσαμε την παράσταση στη μνήμη του. Αυτό έκανα έπειτα από 30 χρόνια στην Κέρκυρα στο αφιέρωμα σ’ αυτόν στο “Μον Ρεπό” με τη Φιόρη, τον Ανδρέα, τον Κεχαγιά, τον Σάκη. Κι εγώ να μιλώ. Να λέω πόσο λείπει σήμερα. Φοβάμαι μη μεταχειριστούν την επιστροφή του προς όφελος των μαφιόζων, αυτών που σιχαινόταν. Η Ελλάδα που αγάπησε, δεν υπάρχει πια. Υπάρχουμε εμείς, οι μεθύστεροι κι εμείς οι Κρητικοί που τον αγαπάμε, αγαπάμε την Κρήτη, την Ελλάδα, τη γλώσσα, το μέγα πάθος, την εντιμότητα και τη γνήσια γνώση. Αν ζούσε, σ’ αυτόν θα πήγαινα να ζητήσω βοήθεια…»

«Έχω μπλέξει με τις τράπεζες»

 

Ο Μανώλης Ρασούλης αναφέρεται στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα, στον αγώνα δρόμου για να επιβιώσει, καθώς και στο ταξίδι που θα έκανε στην Αυστραλία για να μαζέψει χρήματα. «Δεν συνηθίζω να μιλώ για τα οικονομικά μου. Δεν είναι η άμεση προτεραιότητά μου. Πάντα ήμουν λιτός κι απέριττος, εκτός τα τελευταία 10 χρόνια που είμαι σταρ και πρέπει να περιποιούμαι το περίγραμμά μου γιατί παίζει ρόλο. Αν προσηλωνόμουν στο “how much”, δεν θα μπορούσα να δουλεύω αυτές τις ακραίες ιδέες και να εποπτεύω το ποικίλο γίγνεσθαι. Το θεωρούσα ως απόρροια. Την πληρωμή μου που εν Ελλάδι δεν υπήρξε. Γι’ αυτό τελευταία αναγκαζόμουνα να δουλεύω τέσσερις δουλειές, να γράφω τραγούδια, να παίζω σε συναυλίες, να γράφω βιβλία, να κάνω εκπομπές στο ράδιο. Κάτι γινόταν. Αλλά τώρα μου βγαίνει η κούραση μετά από 50 χρόνια αδιάκοπης ιδεολογικής εργασίας και παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων, που η Μήδεια –μαμά Ελλάς- ιδίως πρόσφατα τα μισεί, αφού μισεί τον εαυτό της. Ξαναλέω: προϋπήρξε πολιτισμική κάθετη πτώση, από το ‘85 και μετά φτάσαμε στην οικονομική πτώχευση. Η επαφή μου με το χρήμα ξεκίνησε όταν ο πατέρας μου με έστελνε να πληρώσω τα γραμμάτια στις τράπεζες. Μου έβαζε συναλλαγματικές και τα λεφτά στην τσέπη, μου έβαζε καπάκι το χέρι μέσα και με έστελνε. Βολόδερνα ώρες από τράπεζα σε τράπεζα. Τώρα που ‘χω μπλέξει με τις τράπεζες και χρωστώ 40.000 ευρώ και μου τηλεφωνούν ασύστολα και είναι κρίση, σκέφτομαι –δεν γίνεται αλλιώς– να πάω στην Αυστραλία, έστω και για ένα διάστημα, να μαζέψω κάνα φράγκο, γιατί έχω διαπιστώσει καλύτερα στη Γερμανία ανθρακωρύχος παρά να παράγεις πολιτισμό στο Ελλαδιστάν…»

 

Διαβάστε περισσότερα στην εφημερίδα News που κυκλοφορεί αυτό το Σάββατο!

Για περισσότερα Νέα κάντε κλικ εδώ

 

 

 

 

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου