ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ – ΚΑΙΤΗ ΦΙΝΟΥ: “Έχω μάθει στη φτώχεια και δεν με αγγίζει η κρίση”!

Τον τελευταίο καιρό οι ταινίες του ’80, που τόσο μισήθηκαν, αγαπιούνται παράφορα από το τηλεοπτικό κοινό. Η Καίτη Φίνου, ως κύρια εκπρόσωπος των ταινιών της εποχής εκείνης, είναι η πλέον αρμόδια για να μας απαντήσει γιατί συμβαίνει αυτό. Η συζήτηση μαζί της ήταν μια αποκάλυψη. Μιλάει στην εφημερίδα ΝΕWS με τόση κυνικότητα για τον εαυτό της που πολλές φορές σε ξενίζει. Περιγράφει το παρελθόν τόσο γλαφυρά που δεν χορταίνεις να ακούς ιστορίες από την εποχή που ήταν ζευγάρι με τον Στάθη Ψάλτη. Έχει άποψη για όλα και δεν ντρέπεται να την πει ακόμα κι αν πολλές φορές σοκάρει. Έχει χιούμορ και το κυριότερο ξέρει να αυτοσαρκάζεται! Αυτό το διάστημα είναι τρεις φορές ευτυχής: Kάνει ραδιόφωνο στο διαδίκτυο, έκλεισε περιοδεία για το καλοκαίρι και παράλληλα οι ταινίες που κάποτε αμφισβητήθηκαν είναι ξανά της μόδας και εκείνη έχει να λαμβάνει από τηλεοπτικά δικαιώματα!
Από την Τίνα Μεσσαροπούλου
Θεωρείς πως τα τουρκικά σίριαλ φταίνε για την κρίση;
Δεν χρειάζεται να γίνει μια παραγωγή σαν το «Νησί». Θα μπορούσε να γίνει μια σειρά σαν τις «Οικογενειακές ιστορίες», με 10-15 ηθοποιούς σε ένα στούντιο και ένα σενάριο προσαρμοσμένο στην ελληνική οικογένεια, αφού ο θεσμός στη χώρα μας είναι πολύ έντονος. Η γιαγιά, ο παππούς, η οικογενειοκρατία… Επιπλέον θα πάρουν χρήματα και κάποιοι Έλληνες ηθοποιοί και έτσι σιγά σιγά θα φύγουν τα τούρκικα σίριαλ από την τηλεόραση. Αλλά μάλλον δεν υπάρχει διάθεση. Άσε που θέλουν κάποια βαρύγδουπα ονόματα, τα οποία παίρνουν ακόμα αρκετά χρήματα. Αυτοί οι ηθοποιοί και να μείνουν πέντε χρόνια εκτός τηλεόρασης, μέχρι να ξαναπάρει τα πάνω της και να περάσει η κρίση, δεν νομίζω ότι πειράζει!
Θέλω να πεις πού νομίζεις ότι οφείλεται αυτή η επιτυχία αλλά και η επιστροφή στην εποχή των ‘80s;
Νομίζω ότι ο κόσμος έχει κουραστεί. Πρώτα απ’ όλα από τα τουρκικά σίριαλ. Εγώ είμαι αντίθετη με αυτά όχι για λόγους πατριωτικούς αλλά γιατί δεν μου αρέσει και η γλώσσα και γενικότερα η νοοτροπία του λαού. Δεν συμφωνώ όπως φέρονται στις γυναίκες και στις οικογένειές τους και γενικά με τον τρόπο ζωής τους. Είμαι αντίθετη με το θρησκευτικό φανατισμό και δεν θεωρώ πως είμαι επηρεασμένη από τα 400 χρόνια σκλαβιάς. Νομίζω πάντως πως θα μπορούσαμε να έχουμε πιο φθηνά σίριαλ, αλλά να είναι ελληνικά. Δεν χρειάζεται να έχουν τόσο ακριβά σκηνικά ή κοστούμια. Ο κόσμος θέλει να βλέπει ιστορίες από την καθημερινή ζωή. Τη φτωχή που παντρεύεται τον πλούσιο, τη γιαγιά στο σπίτι, την οικογένεια… Αυτά ζητάει. Πολύ ωραίες είναι βέβαια και οι κωμωδίες, Ρέππα, Παπαθανασίου, Ρήγα, Αποστόλου, αναμφισβήτητα καταπληκτικές, αλλά είναι ένα είδος χιούμορ που δεν το πιάνουν πολλοί άνθρωποι. Ο λαϊκός κόσμος δεν το καταβαίνει. Θέλει και το κοινωνικό περιεχόμενο να υπάρχει αλλά και το κωμικό σε ένα σίριαλ.
Για να επιστρέψουμε όμως στις ταινίες. Τι θυμάσαι από αυτές τις εποχές; Για πες μου για το περίφημο φόρεμα από το «Sotris» για το οποίο έγραφες στο Twitter.
Και να σκεφτείς ότι μετά από τρεις μέρες καταστράφηκε! Πέρναγα από μια Λαϊκή και το κρατούσα στα χέρια μου για να το φορέσω μετά την παράσταση -κάπου θα πήγαινα- και μου έφυγε από την κρεμάστρα και έπεσε μπροστά σε έναν πάγκο με ψάρια και καταστράφηκε. Πίκρα μεγάλη!
Διάβασα ότι το είχες αγοράσει λίγο παραπάνω από όσα έπαιρνες;
Εγώ τότε έπαιρνα 50 χιλιάδες και το φόρεμα κόστισε 30 χιλιάδες. Εκείνη την εποχή οι γυναίκες πληρώνονταν λίγα χρήματα, ενώ ο πρωταγωνιστής-άντρας έπαιρνε 1.000.000 δρχ. Αυτός ήταν και ο λόγος που οι περισσότερες γυναίκες ηθοποιοί τότε δεν αποταμιεύαμε χρήματα. Έπρεπε να αγοράσουμε τα περισσότερα ρούχα μόνες μας, άντε και να βρισκόταν ένα «Sotris» και να έδινε τέσσερα-πέντε ρούχα και τίποτα παραπάνω. Στα 16 ρούχα που χρειαζόταν μια ταινία βάλε με το μυαλό σου πόσα χρήματα έπρεπε να δώσουμε. Όταν έπαιρνα το σενάριο στα χέρια μου και το διάβαζα καθόμουν αμέσως να δω πόσα κομμάτια έπρεπε να φορέσω αλλά και να μετρήσω τα λεφτά του θεάτρου, που τότε ήταν 40.000 δρχ. το μήνα, για να δω αν βγαίνω. Άσε δε τα καλσόν που χρειαζόμασταν, τα ελαστικά που φορούσαμε είχαν 2.000 δρχ. ήταν πανάκριβα!
Γιατί δεν γράφεις ένα βιβλίο;
Θέλω να γράψω ένα βιβλίο, αλλά εκεί πρέπει να πεις και μερικές αλήθειες που δεν θα αφορούν μόνο στον εαυτό σου, αλλά θα πρέπει να μιλήσεις για ανθρώπους ή να κατηγορήσεις. Όπως ας πούμε όταν έλεγα ότι είμαι μαλωμένη με τον Στάθη κανείς δεν ήξερε τι είδους τσακωμός ήταν. Ας μην ξεχνάμε, όμως, πως ο Ψάλτης έχει ένα παιδί πίσω του και ένα εγγόνι που θέλει να είναι περήφανοι για τον πατέρα του και τον παππού του αντίστοιχα.
Αισθάνεσαι αδικημένη; Aν δεν είχες πάρει μέρος σ’ αυτές τις ταινίες ίσως να είχες ακολουθήσει μια άλλη πορεία και να μην είχες ξεχαστεί;
Έζησα μόνη μου πάρα πολλά χρόνια και συγκεκριμένα χωρίς αυτή τη δουλειά που αγαπώ, γιατί γενικότερα πάντα εργαζόμουν και έξω από αυτήν. Πουλούσα βιβλία, έφτιαχνα ασημένια κοσμήματα. Δεν φοβήθηκα ποτέ τη δουλειά. Δεν σπούδασα και μετά το Γυμνάσιο πήγα κατευθείαν στη Δραματική Σχολή. Ήμουν κάπως μετέωρη, αλλά έπρεπε να κάνω διάφορα πράγματα για να αντεπεξέλθω. Ασχολήθηκα και με δημόσιες σχέσεις σε πολλά μαγαζιά, αλλά η νύχτα με είχε κουράσει. Το διάστημα που καθόμουν μέσα σκεφτόμουν πολύ τα παλιά μέχρι που κάποια στιγμή τα μίσησα! Βέβαια μετά ήρθε η… άφεση αμαρτιών, γιατί βγήκε και ο «Διόνυσος», που πήραμε κάποια χρήματα από τα δικαιώματα και αισθάνθηκα ότι κάτι έκανα και εγώ και ανταμείφθηκα.
Πόσο κρατούσε μια ταινία τότε;
Περίπου έναν μήνα, ενώ ενάμιση μήνα κράτησε το «Ψηλός λιγνός και Ψεύταρος» του Γιώργου Καραγιάννη -που ήταν και η πιο ακριβή παραγωγή- και μετά ήρθε το τέλος του ελληνικού κινηματογράφου, κάπου το ’86. Μετά ήρθαν σαν κομήτης στον κινηματογράφο οι παραγωγές των 15 ημερών, μέχρι που έφτασε η εποχή της βιντεοκασέτας και σταμάτησε ο κόσμος να πηγαίνει στο σινεμά. Ο παραγωγός τότε κάτι έπρεπε να κάνει και έτσι έκανε τις ταινίες βιντεοκασέτες και τις έδινε στα βίντεο κλαμπ για να τις πάρει ο κόσμος να τις δει. Έχω να πω, πάντως, πως έγιναν και καλές βιντεοκασέτες, αλλά το πρόχειρο και το γρήγορο χρήμα… έφαγε τις καλές. Στη βιντεοκασέτα είχες την ευχέρεια να βλέπεις το βίντεο που γυρίζεις. Δεν είναι σαν την ταινία που πρέπει να φτάσεις στο μοντάζ για να καταλάβεις τι έχει γίνει. Γι’ αυτό και όλη η διαδικασία ήταν γρήγορη. Εγώ ακολούθησα τον εμπορικό δρόμο, γιατί έπρεπε να ζήσω, έμενα με τον Ψάλτη αλλά ο Στάθης δεν θα με πήγαινε στα καλύτερα μαγαζιά, δεν θα μου έπαιρνε ρούχα. Ήταν από τα δικά μου χρήματα. Οπότε δεν μπορούσα να ακολουθήσω το είδος του θεάτρου που αγαπούσα, που ήταν το δράμα.
Έχεις κάνει δράμα;
Έχω κάνει το ’85-’86, την εποχή που χωρίζαμε «Το αστέρι του τσίρκου» σε σκηνοθεσία Βασίλη Διαμαντόπουλου. Τον Στάθη ο κόσμος τον είχε μάθει διαφορετικά. Όχι ότι η παράσταση δεν πήγε καλά, αλλά δεν πήγε όπως εκείνος ήθελε. Ο Στάθης είχε μάθει να ακούει γέλιο, δεν τον ενδιέφερε η πολλή συγκίνηση και το λίγο γέλιο και έτσι έφυγε και πάλι από εκείνο το είδος και επέστρεψε στην κωμωδία. Εμένα μου πρότειναν να κάνω επιθεώρηση στο «Δελφινάριο». Μπορώ να σου πω ότι μόλις χωρίσαμε το όνομά μου μπήκε μπροστά στη μαρκίζα, μετά τον Ψάλτη.
Τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει κάτι;
Ναι πολλά. Καταρχήν έπαιξα στο θέατρο έναν από όπως καλύτερους ρόλους της ζωής μου για εμένα. Μου εμπιστεύτηκε ο Βασίλης Πλακάκης μαζί με τη Μαίρη Βιδάλη και τον Ζαχαρία Ρόχα να παίξω στη «Δεσποινίδα Τζούλια». Ήταν για εμένα η μοναδική σεζόν που κοιμόμουν το βράδυ χωρίς να ξυπνήσω. Τέτοια ηρεμία.
Τώρα θα έπαιζες στην τηλεόραση;
Ένα σίριαλ θα το κάνω μόνο και μόνο αν ξέρω ότι πληρώνουν. Εάν βέβαια είναι μια παραγωγή σαν το «Νησί» δεν το συζητάω καν. Πίστευα ότι κάποια στιγμή θα χτυπούσε το τηλέφωνο για μια σειρά. Και χτύπησε από τον Ρήγα. Έμεινα τρεις σεζόν αλλά από εκεί και έπειτα δεν υπήρξε κάτι άλλο. Δόξα τω Θεώ στη φτώχεια έχω μάθει, γι’ αυτό ίσως δεν με έχει αγγίξει ακόμα και η κρίση. Γιατί είναι πάρα πολλά τα χρόνια που έμαθα να ζω όπως πριν το 1998.
Αυτό το διάστημα τι κάνεις;
Κάνω κάθε μεσημέρι μια δίωρη εκπομπή στο διαδικτυακό ραδιόφωνο του Ηλία Κακλαμάνη, ενός παλιού ηθοποιού. Λίγη μουσική και λίγο μπλα μπλα. Τους λέω και διάφορα κουτσομπολιά δικά μου και τους αρέσει. Είναι ένα είδος που με ενδιαφέρει πολύ γιατί είναι διαφορετικό. Και ξέρεις τι μου αρέσει περισσότερο; Τα κοινωνικά θέματα με τα οποία και θα ήθελα να ασχοληθώ πιο πολύ κάποια στιγμή.
Θέατρο;
Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα έκλεισα τρεις μήνες στην Κύπρο το καλοκαίρι, σε μια επιθεώρηση με τον Δώρο Κυριακίδη και Κύπριους συναδέλφους. Θα ηγούμαι του θιάσου – αν και δεν ήθελα. Θα είναι γκεστ ο Δάκης, ο οποίος μένει μόνιμα στην Κύπρο. Και είμαι σίγουρη ότι θα περάσω καλά.
Εδώ πώς τα βλέπεις τα πράγματα;
Νομίζω ότι οι καλές παραγωγές στην Ελλάδα έχουν τελειώσει πια. Τα πράγματα πλέον τα βλέπω κάτι παραπάνω από δύσκολα παρά το γεγονός ότι είμαι φύση και θέση αισιόδοξη, αν και έχω περάσει πάρα πολύ άσχημες στιγμές. Πιστεύω ότι έχουμε να δούμε και χειρότερα μπροστά μας. Με έχει πιάσει ένα παράπονο γιατί διαβάζω για παράδειγμα ότι ο τάδε ηθοποιός -που ξέρω πολύ καλά ότι έβγαλε πολλά χρήματα- δεν έχει να φάει, δεν έχει να ζήσει! Δηλαδή όταν έβγαζαν κάτι παρόμοιο για εμένα -εγώ ποτέ δεν είπα για τις δυσκολίες μου απλώς με έβλεπαν κάποιοι να πουλάω κοσμήματα και το μετέφεραν- λαΐκιζα, αλλά εκείνοι όχι; Αλλά ξέχασα τώρα είναι το απόλυτο trend. Η διαφορά, όμως, για εμένα είναι ότι εγώ τώρα είμαι πάρα πολύ καλά. Αν όλοι αυτοί το βρίσκουν… μαρτύριο να κόψουν πέντε ρούχα για τρεις εμφανίσεις τους, εγώ τα έχω μάθει αυτά από το 2000. Έχω μάθει δηλαδή να ζω για εμένα και λέω και δόξα τω Θεώ που έχω ένα σπίτι και εξασφαλίζω άνετα το φαγητό μου, και μια στις τόσες θα φάω και τον σολομό μου!
ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΑ & ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ
0 ΣΧΟΛΙΑ