Τάσος Νούσιας: “Δεν νιώθω συγγενής με βολεμένους και ανήθικους”

Η επιλογή του Τάσου Νούσια να επιστρέψει στη θεατρική σκηνή μ’ ένα δυνατό έργο, που μιλά έξω από τα δόντια για τις αδυναμίες μας αλλά και για τις θετικές δυνάμεις που κρύβουμε μέσα μας, δίνει επαρκώς το καλλιτεχνικό στίγμα του ηθοποιού που αγαπήσαμε μέσα από το τηλεοπτικό «Νησί».
Δεν νιώθω συγγενής με βολεμένους και ανήθικους
Η παράσταση γεννήθηκε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων για το «Νησί», όπου συμπρωταγωνιστείτε με τον σκηνοθέτη της Μάνο Πετούση.
Η συζήτηση άρχισε το προηγούμενο καλοκαίρι και συνεχίστηκε τον Σεπτέμβρη. Μόλις διάβασα το κείμενο με συγκίνησε και το ζήτησα στα αγγλικά, για να το δει η Μαρλέν (Καμίνσκι), με την οποία συζητούσαμε καιρό να κάνουμε κάτι μαζί. Η Μαρλέν έχει κάνει σημαντικές θεατρικές και κινηματογραφικές δουλειές στο εξωτερικό αλλά και σε «κόκκινες» ζώνες, όπως Κύπρο, Σεράγεβο, Βοσνία, και δη σε δύσκολες εποχές.
Τι σας συγκίνησε στο έργο;
Το ότι ασχολείται με την ιδέα της κτήσης με αφορμή τη διεκδίκηση ενός σπιτιού από δύο ανθρώπους. Σ’ έναν κόσμο που ματαιοπονεί να χτίσει, να βγάλει χρήματα, να γίνει αρπακτικός, το έργο ξεδιπλώνει την ανθρώπινη παθολογία, με στόχο όμως την πνευματική εξύψωση, που επιτυγχάνεται μέσα από τη συνάντηση αυτών των δύο ψυχών, και με καταλύτη την έξοδο από τη ζωή του ενός εκ των δύο.
Η υπόθεση έχει και πολιτική διάσταση…
Την εντοπίζεις γνωρίζοντας ότι ο συγγραφέας είναι Ισραηλινός. Το «διαιρεμένο» σπίτι ανάμεσα σε δύο ανθρώπους παραπέμπει στη διαμάχη Ισραηλινών και Παλαιστινίων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Τι είναι δικό μου και τι δικό σου. Ποιος ήρθε πριν και ποιος μετά. Μέσα από τη συνύπαρξη δύο διαφορετικών ανθρώπων, που αρχικά είναι αβίωτη, κτίζεται ένα «σύμφωνο συμβίωσης».
Το ίδιο ισχύει και στις διαπροσωπικές σχέσεις;
Σαφώς. Το πώς να συμβιώσεις με τον άλλο, ν’ αντιληφθείς τα Θέλω του, να τα σεβαστείς, προϋποθέτει έναν διαρκή αγώνα.
Αυτόν τον αγώνα συνεννόησης δυναμιτίζουν ανοίκειες συμπεριφορές.
Νιώθω ότι δεν έχω καμιά συγγένεια με όσους βολεύουν τα παιδιά τους στο Δημόσιο τα τελευταία 40 χρόνια, γιατί έχουν «μπάρμπα στην Κορώνη» και κουνάνε κομματικά σημαιάκια στην πλατεία ή με όσους συμπεριφέρονται ανάγωγα και ανήθικα. Έτσι σκέφτομαι από παιδί, όχι μόνο τώρα στην εποχή της Κρίσης -εξαιτίας της οποίας κάποιοι ξύπνησαν ετεροχρονισμένα.
Από παιδί σάς τρώει το «σαράκι» του ηθοποιού;
Ανέβηκα στη σκηνή, όπως πολλά παιδιά, σε σχολικές θεατρικές παραστάσεις. Τότε οι εκπαιδευτικοί ασχολούνταν πραγματικά μαζί μας. Κάναμε πρόβες για μήνες. Στο γυμνάσιο, πιο ώριμος πια, η διαδικασία αυτή άρχισε να «ποτίζει» μέσα μου σκέψεις και συναισθήματα. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η παρουσία ενός εξαιρετικού ανθρώπου, του Γιώργου Νάκου, που ίδρυσε το Θεατρικό Εργαστήρι Ηπείρου. Ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος μαζί με τη Θεοδώρα Τζήμου, μια εξαιρετική ηθοποιό που πρωταγωνιστεί σε παραστάσεις του Μαρμαρινού.
Ταυτόχρονα κάνατε πρωταθλητισμό στο στίβο.
Ναι, αλλά το 1989 τραυματίστηκα πολύ σοβαρά στο πόδι κι έχασα το Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, όπου θα μπορούσα να πάρω μετάλλιο. Αυτό με τσάκισε κι άρχισα ν’ αποτραβιέμαι. Όπως ο χορευτής που του συμβαίνει κάτι ανάλογο, αισθάνθηκα ξαφνικά σαν κουτσό άλογο. Δεν μπόρεσα να το διαχειριστώ. Αυτός ο πόνος κι η απογοήτευση που ένιωσα ίσως να βρήκε διέξοδο και ταυτόχρονα «λιμάνι» στη θεατρική σκηνή.
Η μετάβαση από τον αθλητισμό στο χώρο του θεάτρου ήταν ομαλή;
Η αλήθεια είναι ότι από το πρώτο έτος στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος σκέφτηκα να τα παρατήσω. Δεν γνώριζα καθόλου αυτόν τον κόσμο. Ήξερα να στήνομαι στη γραμμή της εκκίνησης μαζί με άλλους και να κερδίζει ο καλύτερος. Στο θέατρο ήρθα σ’ επαφή με ίντριγκες, με συμπάθειες, που δεν είχαν να κάνουν με το αν ήσουν καλός σε αυτό που κάνεις. Έβλεπα έναν ταλαντούχο συμφοιτητή ξαφνικά να είναι «διωκόμενος», γιατί δεν ήταν… καλό παιδί. Το Κ.Θ.Β.Ε ήταν μια μικρογραφία της κοινωνίας μας. Όσα βίωσα εκεί, τα συνάντησα και στη μετέπειτα πορεία μου.
Τελικά, τι σας διασώζει;
Η ανάγκη μου να εκφραστώ, να υπάρξω ως ηθοποιός, ως φορέας εμπειριών, συναισθημάτων. Ανοίγει το μυαλό μου, σκάβει βαθιά στην ψυχή μου -χάρη, βέβαια, στη «βασική» μου εκπαίδευση. Έχω ψυχολογία πρωταθλητή, θέλω να κερδίζω τους αγώνες που δίνω.
Φέτος πρωταγωνιστείτε σε δύο εβδομαδιαία σίριαλ. Στο «Νησί» (MEGA) και στο «Χωρίς όρια» (ΑΝΤ1).
Με ενοχλεί η υπερπροβολή, δεν θέλω να «καώ» από την υπερέκθεση. Ο ηθοποιός πρέπει να είναι επιλεκτικός. Οι τηλεοπτικές σειρές έχουν μεγάλη διάρκεια, δεν είναι όπως δύο κινηματογραφικές ταινίες που βγαίνουν ταυτόχρονα στις αίθουσες. Από την άλλη, όταν κάνεις μια δουλειά πριν τρία χρόνια -όπως το «Χωρίς όρια»- μεσολαβεί η προσωπική σου πορεία. Ίσως έχει ενδιαφέρον το κοινό να παρακολουθήσει τον ίδιο ηθοποιό σε δύο διαφορετικές φάσεις υποκριτικής εξέλιξης, αλλά και σε διαφορετικούς ρόλους.
Κι αν γίνονταν σήμερα τα γυρίσματα για το «Χωρίς Όρια»;
Θεωρώ ότι θα ερμήνευα το ρόλο μου με μεγαλύτερη σιγουριά. Μέσα σε μία τριετία επέρχεται μια φυσική ωριμότητα. Θα αισθανόμουν πιο σίγουρος για τον ήρωά μου, ίσως του απέδιδα μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Όμως, για να είμαι σίγουρος, πρέπει να δω το αποτέλεσμα. έχω παρακολουθήσει μόνο τα δύο πρώτα επεισόδια.
Η επιτυχία που γνώρισε το «Νησί» συντέλεσε στο ν’ ανασύρει ο ΑΝΤ1 το σίριαλ από το «συρτάρι» του;
Πολύ πιθανόν, δεν ξέρω. Είναι μια λογική σκέψη. Όταν έχεις έναν άνθρωπο που καλώς ή κακώς «πουλάει», είναι αναγνωρίσιμο αυτό που κάνει κι ο κόσμος ταυτίζεται μαζί του, ίσως αναλογιστείς ότι έχω κι εγώ μια σειρά στην οποία πρωταγωνιστεί. Ίσως υπήρξε αυτή η σκέψη, αλλά δεν μπορώ να το πω εκ του ασφαλούς.
Τι έχετε κρατήσει από το «Νησί»;
Ήταν μια μοναδική εμπειρία που στην καριέρα σου μπορεί να συμβεί μία φορά ή… καμιά. Είχε να κάνει με το ότι βρεθήκαμε εκεί, διαβάσαμε, ντουμεντάραμε τη δουλειά μας μέσα από την επαφή μας με ανθρώπους που είχαν αυτή την αρρώστια, όπως τον Φουντουλάκη -έναν σοφό άνθρωπο, που έφυγε από κοντά μας τον Μάιο. Δεν μπορούσες να φανταστείς εκ των προτέρων τα βάσανα που πέρασαν αυτοί οι άνθρωποι, που ήταν αλυσοδεμένοι, δεν είχαν δικαίωμα να κάνουν ένα βήμα παραπέρα, γιατί θα τους πυροβολούσαν επιτόπου. «Της θανής ψυχή» όπως λέει κι ο Όμηρος για τον Οδυσσέα. Δύο φορές νεκροί. Ήταν μία αποκάλυψη.
Κριτική
Πώς επικοινωνούν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες προσωπικότητες, μεταλαμπαδεύοντας γνώση ζωής η μία στην αλλη; Το έργο του Χιλέλ Μίτελπουνκτ μιλά για το ξεμπλοκάρισμα της ψυχής μέσα από τη συνάντηση του Άαρον, πρώην οδηγού φορτηγών που έχει χάσει τη μνήμη του, και της Μίρα, μιας ζωγράφου που επιστρέφει στο πατρικό της μετά 25 χρόνια για να πεθάνει εκεί. Ο Τάσος Νούσιας μεταμορφώνεται πειστικά σ’ έναν ναϊφ τύπο, αποτυπώνοντας ερμηνευτικά με ευκρίνεια και επάρκεια τη μετάλλαξη του ήρωά του. Η Μαρλέν Καμίνσκι έχει αίσθημα και τάλαντο που βοηθά το θεατή να ξεπεράσει την ξενική προφορά της, ως υποτιθέμενο αποτέλεσμα της μακρόχρονης απουσίας της. Η σκηνοθεσία του Μάνου Πετούση έχει δεχτεί τις ευεργετικές επιδράσεις του Πέτρου Ζούλια, δίπλα στον οποίο θήτευσε ως βοηθός σκηνοθέτη. Αξιοποιεί τις δυνατότητες των ηθοποιών σ’ ένα σκηνικό λιτό αλλά απολύτως λειτουργικό, με τη βοήθεια των φωτισμών του Ανδρέα Μπέλη.
Συντελεστές
Κείμενο: Χιλέλ Μίτελπουνκτ
Μετάφραση-μουσική: Κωνσταντίνος Καγιάννης
Σκηνοθεσία: Μάνος Πετούσης
Σκηνικά-κοστούμια: Κώστας Μπότσος
Φωτισμοί: Ανδρέας Μπέλης
Βίντεο παράστασης: Κατερίνα Μαντέλη
Με τους Τάσο Νούσια (Άαρον) και Μαρλέν Καμίνσκι (Μίρα)
Παραστάσεις: Πέμ. & Παρ. στις 21:00.
Κέντρο Λόγου & Τέχνης 104, Θεμιστοκλέους 104, Εξάρχεια
0 ΣΧΟΛΙΑ