Υρώ Μανέ: “Η Υποκριτική είναι γέννα”

Ο μονόλογος της Υρώς Μανέ στον «Συμβολαιογράφο» του Νίκου Βασιλειάδη ήταν η αποκάλυψη του φετινού θεατρικού χειμώνα. Ένας μονόλογος με δυναμική πολυπρόσωπου θιάσου, που μας βοήθησε να συμφιλιωθούμε με τις αδυναμίες μας και τις κρυφές μας σκέψεις…
Πολλά τα καλλιτεχνικά στοιχήματα που θέσατε φέτος το χειμώνα και τα κερδίσατε όλα. Για πρώτη φορά ερμηνεύσατε δραματικό ρόλο, ανεβάσατε μονόλογο, τραγουδήσατε, αλλά και εμπιστευτήκατε τον συνάδελφό σας Γιώργο Καραμίχο στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα…
Το ν’ αναμετρηθείς στη σκηνή μόνος σου είναι μία διαδικασία πάνω απ’ όλα εσωτερική. Μετράς τις δυνάμεις σου, τις «αποσκευές» που κουβαλάς όλα τα χρόνια της διαδρομής σου. Ομολογώ ότι αρχικά είχα ενδοιασμούς και δεν είπα εύκολα το «ναι». Σε ό,τι αφορά τον Γιώργο Καραμίχο, ο οποίος έκανε και την απόδοση του κειμένου μαζί με την Εμμανουέλα Αλεξίου, εκείνος με επέλεξε για την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα.
Τι σας συγκίνησε στην ηρωίδα σας;
Το ότι δεν καταφέρνει να ξεπεράσει τον εαυτό της, το πάθος της. Όλοι έχουμε κρυμμένα πράγματα στην ψυχή μας, τα οποία μπορεί ποτέ να μην φανερωθούν. Αρκεί, όμως, μία στιγμή που θα μας αναγκάσει να πάρουμε θέση απέναντι σ’ αυτά. Η Ερασμία δεν κατορθώνει τελικά να διαχειριστεί την καλά φυλαγμένη ανάγκη της για έρωτα, την καταπιεσμένη λίμπιντό της. Αν κι είναι ένας χαρακτήρας έξω από τη λογική μου και τη νοοτροπία μου, την αγάπησα, ταυτίστηκα μαζί της. Παλεύει μόνη της και μεγαλώνει τα παιδιά της στην ανδροκρατούμενη κοινωνία του ’60. Και σήμερα, όμως, δεν έχουν αλλάξει πολύ τα πράγματα.
Ο έρωτάς της για το σύζυγο της κόρης της, ακόμη και σήμερα αποτελεί θέμα ταμπού. Δεν ανησυχήσατε για την αντίδραση του κοινού;
Παραδέχομαι ότι είναι θέμα ταμπού, αλλά δεν το σκέφτηκα καθόλου, γιατί το έργο, πιστεύω, ότι λειτουργεί λυτρωτικά, «μαλακώνει» την ψυχή μας, μας συμφιλιώνει με τις απόκρυφες σκέψεις μας.
Αν και η ιστορία είναι δραματική, το κείμενο ισορροπεί ανάμεσα στο γέλιο και το δάκρυ.
Μα, αυτό δεν συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή; Για μένα οι δόσεις είναι ισόποσες. Την ώρα που κλαις, έχεις την ανάγκη να γελάσεις. Το κοινό έχει την ευκαιρία να κλάψει και να γελάσει και αυτό είναι το υποκριτικό στοίχημα. Σε κάθε παράσταση κάνω ένα μοναδικό ταξίδι.
Θα πρέπει να εξαντλείστε από την προσπάθεια. Υποκλίνεστε στο τέλος της παράστασης κάθιδρη…
Κι, όμως, νιώθω ανάλαφρη και πλήρης, γιατί η ιστορία λειτουργεί μέσα μου λυτρωτικά κι ας μην ξέρω ποιους δαίμονές μου ξορκίζω. Στη συνέχεια, βέβαια, έχω υπερένταση που χρειάζομαι χρόνο για να την ξεπεράσω. Η διαδικασία μού θυμίζει τη γέννα της κόρης μου. Όταν την έφερα στον κόσμο, αισθανόμουν γεμάτη, ξεχνώντας μονομιάς την αγωνία και τον πόνο που έζησα. Μάλιστα, θυμάμαι πως, αν και ήμουν ταλαιπωρημένη, είχα υπερένταση και δεν κοιμήθηκα μέχρι το πρωί.
Η 14χρονη, πλέον, κόρη σας ήρθε να δει την παράσταση;
Ναι, και με σημάδεψε το γεγονός ότι μετά το τέλος της παράστασης ανέβηκε στο καμαρίνι με δάκρυα, για να μου πει ότι δεν θέλει να με ξαναδεί να κλαίω, ούτε καν στη σκηνή. Σοκαρίστηκε πολύ. Βέβαια της εξήγησα ότι πρέπει πρώτη εγώ να συγκινηθώ, για ν’ αγγίξω το κοινό. Το δέχτηκε και προτίμησε να κρατήσει τις κωμικές στιγμές της παράστασης.
Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή στη μεταξύ σας σχέση;
Εκεί κοντά στα τρία της χρόνια. Έκλαιγε όταν έφευγα από το σπίτι, έκλαιγα κι εγώ μέχρι να φτάσω στο θέατρο. Φοβερός διχασμός. Αισθάνομαι ότι στα πρώτα της χρόνια δεν της ήμουν αφοσιωμένη όσο έπρεπε. Αργότερα, σε περιόδους που αισθανόμουν ότι με είχε ανάγκη, αναγκάστηκα να κάνω κάποια διαλείμματα από τη δουλειά μου ή, για παράδειγμα, δεν δούλεψα ποτέ καλοκαίρι. Αυτό, βέβαια, έχει οικονομικό κόστος, αλλά προτιμώ να έχω μια ισορροπημένη οικογενειακή ζωή, κι ας ζω με λιγότερα χρήματα.
Αναρωτιέμαι αν το θέατρο έχει τη δυνατότητα να ζήσει τις στρατιές ανέργων ηθοποιών που παλιότερα βιοπορίζονταν κυρίως από την τηλεόραση, στην οποία η μυθοπλασία έχει πλέον συρρικνωθεί δραματικά…
Δύσκολο το βλέπω. Επιπρόσθετα, ο κόσμος λόγω της πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης που βιώνουμε, πιστεύω ότι θα γίνει περισσότερο αυστηρός στις επιλογές του. Δεν περισσεύουν χρήματα στον οικογενειακό προϋπολογισμό. Βέβαια, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος να οδηγηθεί σε εύπεπτες παραστάσεις, μόνο και μόνο για «γελάσει». Δυστυχώς πολλοί έγραψαν έργα ή έπαιξαν σε θεατρικές παραστάσεις που διέπονταν από τηλεοπτική λογική. Σε ό,τι με αφορά, μπορεί ο κόσμος να με αγάπησε από την τηλεόραση, αλλά πάλεψα να μην εξαργυρώσω την τηλεοπτική μου εικόνα. Την εποχή εκείνη αντί να ενταχθώ σ’ έναν «εμπορικό» θίασο, επέλεξα το «Αποθήκη», όπου είχα τη δυνατότητα επιλογής έργων και συνεργατών. Πήρα το ρίσκο ν’ ανεβάσω το «Ο Αϊ-Βασίλης ήταν σκέτη λέρα».
Φέτος στην τηλεόραση είστε ένα… καρτούν!
Ναι! Είμαι ένα καρτούν στη σειρά του Γιώργου Φειδά «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος» (MEGA), μια πολύ φρέσκια και ιδιαίτερη τηλεοπτική πρόταση. Με τον Γιώργο γνωριστήκαμε στους «Singles» και στη συνέχεια συνεργαστήκαμε στις «7 ζωές» (ΑΝΤ1). Μετά από αυτό το σίριαλ, αρνήθηκα προτάσεις που πίστεψα ότι δεν μου ταίριαζαν. Και δεν νομίζω ότι έχασα κάτι άλλο πέρα από χρήματα. Πάντως αισθάνομαι ευτυχής που συμμετείχα σε πετυχημένες και αξιοπρεπείς τηλεοπτικές σειρές.
Κρατάτε ισορροπίες ή δεν διστάζετε να συγκρουστείτε;
Είμαι βαθιά συναισθηματικός άνθρωπος και πρέπει να συμβούν ακραίες καταστάσεις, για να διαγράψω ανθρώπους από τη ζωή μου. Σ’ αυτή τη ζωή είμαστε περαστικοί. Οφείλουμε ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Αυτό πιστεύω και το πλήρωσα ακριβά στη ζωή μου. Εμπιστεύτηκα με ρομαντισμό ανθρώπους που κατέστρεψαν το όνειρό μου. Η ιστορία του θεάτρου «Αποθήκη» έληξε άσχημα, ενώ θα μπορούσε να έχει μια πολύ ωραία πορεία. Ίσως έπρεπε να είμαι πιο προσεκτική.
Πώς σας δόθηκε το έναυσμα, για να γίνετε ηθοποιός;
Κοίτα τώρα τι μου ξύπνησες… Στη ΣΤ΄ Δημοτικού είχα πει ένα ποίημα, τον «Ματρόζο», και είχα καταφέρει να συγκινήσω το ακροατήριό μου, ανάμεσα σε αυτό κι οι γονείς μου. Αν και ήμουν ντροπαλό παιδί, τελικά αποδείχθηκε ότι μου άρεσε αυτού του είδους η έκθεση.
Έχετε καλλιτεχνική… φύτρα;
Όχι, απλώς οι γονείς μου, που κατάγονται από τη Χίο, συμμετείχαν ερασιτεχνικά σε θεατρικές παραστάσεις. Ο πατέρας μου έχει χάρισμα στην αφήγηση, είναι πολύ επικοινωνιακός και λατρεύει τις μιμήσεις. Όσο για τη μητέρα μου, παρακολουθεί στενά την πορεία μου. Πάντα διαβάζει τα έργα που μου προτείνουν και μου λέει την άποψή της.
Πλοηγός σας το ένστικτο ή η λογική;
Το ένστικτό μου. Αν λειτουργούσα με βάση τη λογική, δεν θα έπαιρνα το ρίσκο να κάνω το μονόλογο. Κάτι, όμως, μέσα μου, έλεγε να το τολμήσω. Ήθελα να βουτήξω και σ’ αυτή τη θάλασσα, να την κερδίσω. Σκέφτηκα ότι δεν μπορεί να είναι τόσο μαύρα τα νερά, κάτι ωραίο θα κρύβει στο βυθό της. Συνήθως αυτά που με τρομάζουν, ταυτόχρονα με γοητεύουν.
Μόνο ένας ναυτικός θα ήθελε να «κερδίσει» τη θάλασσα…
Μα ο πατέρας μου, που μας μετέδωσε την αγάπη του για τα ταξίδια, ήταν για χρόνια ναυτικός! Να φανταστείτε ο μοναδικός λόγος που σερφάρω -γιατί βαριέμαι φρικτά το internet – είναι ν’ αναζητήσω όμορφους προορισμούς. Όμως, μεγαλώνοντας, συνειδητοποιώ πόσο πολύτιμα είναι τα ταξίδια που έχω κάνει με τη φαντασία μου. Από μικρή στεκόμουν για ώρες στη βεράντα του σπιτιού μας, κοιτούσα τον κήπο και το μυαλό μου ταξίδευε. Ίσως είχα την ανάγκη να ξεφύγω…
Οι ρόλοι που υποδύεστε αποτελούν το καλύτερο διαβατήριο…
Καταλήγω ότι γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο επέλεξα αυτή τη δουλειά. Μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω πάρα πολλές ζωές. Είναι μια πορεία προς μια άλλου είδους «αθανασία», καθώς έχεις την αίσθηση ότι ο βίος σου είναι πολύ μακρύς.
INFO
«Συμβολαιογράφος» του Νίκου Βασιλειάδη με την Υρώ Μανέ. Σκηνοθεσία: Γιώργος Καραμίχος. Νέο Ελληνικό Θέατρο Γιώργου Αρμένη, Αίθουσα Κάρολος Κουν. (Σπ. Τρικούπη 34 & Κουντουριώτου, Εξάρχεια, τηλ. 210 8253489)
0 ΣΧΟΛΙΑ