ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Τους σκότωσε γιατί έμεινε μετεξεταστέος και τον υπερασπίστηκε ο Λυκουρέζος: Το διπλό έγκλημα που είχε συγκλονίσει την Πελοπόννησο και την Ελλάδα 47 χρόνια πριν από το Αίγιο

Τους σκότωσε γιατί έμεινε μετεξεταστέος και τον υπερασπίστηκε ο Λυκουρέζος: Το διπλό έγκλημα που είχε συγκλονίσει την Πελοπόννησο και την Ελλάδα 47 χρόνια πριν από το Αίγιο
Το έγκλημα στη Σπάρτη με θύτη τον Παναγιώτη Κακαλέτρη
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Το διπλό φονικό στο Αίγιο βρίσκεται, ανάμεσα σε άλλα θέματα, στο επίκεντρο της προσοχής, με τη μνήμη, ανάμεσα σε τόσα αντίστοιχα, να ταξιδεύει σε ένα έγκλημα το 1978, επίσης διπλό, που είχε αναστατώσει την ήσυχη ζωή της Σπάρτης με δράστη έναν 19χρονο, που έδρασε γιατί έμεινε μετεξεταστέος.

Όλα συνέβησαν στις 22 Ιουνίου 1978, μόλις δύο ημέρες μετά τον φονικό σεισμό στη Θεσσαλονίκη, που είχε συγκλονίσει την Ελλάδα με τις καταστροφικές του συνέπειες. Την ημέρα εκείνη, οι μαθητές της Τρίτης Λυκείου έδιναν γραπτές εξετάσεις. Στο προαύλιο του σχολείου εμφανίστηκε ένας γνώριμος σε όλους 19χρονος, ο Παναγιώτης Κακαλέτρης. Η ζωή και η συμπεριφορά του είχαν απασχολήσει συχνά την τοπική κοινωνία, τόσο στην πόλη όσο και στον Μυστρά, όπου ζούσε με την οικογένειά του.

Ο Κακαλέτρης, αν και στο Δημοτικό υπήρξε εξαιρετικός μαθητής, άλλαξε ριζικά στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Έγινε επιθετικός, νταής και συχνά προκαλούσε τους συμμαθητές του. Είχε αποκτήσει μια συλλογή όπλων και ήταν γνωστός για τις ακραίες, ναζιστικές του απόψεις. Οι εφημερίδες της εποχής τον αποκαλούσαν «νεοφασίστα» και τον περιέγραφαν ως μια «βόμβα» έτοιμη να εκραγεί. Η αφορμή για την έκρηξη αυτή δόθηκε όταν διαπίστωσε ότι, για άλλη μια χρονιά, είχε κοπεί στα Μαθηματικά και τη Φυσική.

Εκείνο το πρωινό, αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος στη συνθήκη που τον έκανε να αισθάνεται περίγελος, ο Κακαλέτρης κατευθύνθηκε στο σχολικό συγκρότημα. Ζήτησε εξηγήσεις από τον 56χρονο λυκειάρχη, Γιώργο Μπλέσιο, για το γεγονός ότι είχε αποτύχει και πάλι. Ο λυκειάρχης προσπάθησε να τον ηρεμήσει, διαβεβαιώνοντάς τον ότι, αν διάβαζε λίγο, θα περνούσε τις εξετάσεις του Σεπτεμβρίου.

Ωστόσο, ο Κακαλέτρης δεν ηρεμούσε. Εξακολουθούσε να πιέζει τον λυκειάρχη, ζητώντας εξηγήσεις για την «αδικία» που ένιωθε ότι είχε υποστεί. Ο Μπλέσιος, αντιλαμβανόμενος ότι η κατάσταση ξέφευγε, καθώς ο νεαρός είχε στο παρελθόν απειλήσει να τους «τινάξει όλους στον αέρα», προσπάθησε να του πάρει την τσάντα που κρατούσε.

Μέσα σε αυτήν διαπίστωσε ότι υπήρχαν μία χειροβομβίδα και αρκετές σφαίρες. Προτού προλάβει να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους καθηγητές, ο Κακαλέτρης βγάζει ένα όπλο που είχε κρυμμένο επάνω του και απειλεί τον λυκειάρχη. Εκείνος τρέχει να σωθεί και ο Κακαλέτρης πυροβολεί δύο φορές, με τη μία σφαίρα να πετυχαίνει τον άτυχο καθηγητή, ο οποίος σωριάστηκε στο δάπεδο.

Η στιγμή όπου «ράγισε ο νους», το φονικό και το λιντσάρισμα στο δικαστήριο

Ακολούθησαν σκηνές αλλοφροσύνης, καθώς οι υπόλοιποι καθηγητές έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν, ενώ ο Κακαλέτρης έσπευσε να εξαφανιστεί, τρέχοντας προς το προαύλιο. Εκεί, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, τον 46χρονο Χρήστο Αγράφα. Χωρίς δισταγμό, τον πυροβόλησε, σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Ο λυκειάρχης, αν και τραυματισμένος, επέζησε για λίγες ώρες, αλλά εξέπνευσε πριν φτάσει το ελικόπτερο που είχε ξεκινήσει για να τον μεταφέρει στην Αθήνα.

Αμέσως μετά, ο Κακαλέτρης εξαφανίστηκε, αφήνοντας πίσω του τη σακούλα με τη χειροβομβίδα στο σχολείο. Βρήκε καταφύγιο σε μια περιοχή που γνώριζε άριστα, στους πρόποδες του Ταϋγέτου, όπου περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του ασχολούμενος με τη σκοποβολή και το κυνήγι. Οι άνδρες της Χωροφυλακής χτένιζαν την περιοχή, αλλά ο 19χρονος, λόγω της γνώσης του στο δύσβατο τοπίο, κατάφερνε να παραμένει ασύλληπτος.

Το βράδυ της επόμενης μέρας, πιστεύοντας ότι το σκοτάδι θα του εξασφάλιζε την απαραίτητη κάλυψη, επέστρεψε στον Μυστρά. Προσπάθησε να μπει στο σπίτι του για να βρει τροφή, αλλά έπεσε στην παγίδα που είχαν στήσει οι αρχές, με αποτέλεσμα τη σύλληψή του.

Οδηγήθηκε ενώπιον του ανακριτή, όπου ομολόγησε τα γεγονότα. Ωστόσο, για τον θανάσιμο πυροβολισμό του ενωμοτάρχη, υποστήριξε ότι ήταν αποτέλεσμα ακούσιας εκπυρσοκρότησης του όπλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η παλαιότητα του όπλου αποδείχθηκε σωτήρια για αρκετούς γονείς που βρίσκονταν στο προαύλιο. Αν και ο Κακαλέτρης αποπειράθηκε να τους σκοτώσει και αυτούς, το πιστόλι του παρουσίασε δυσλειτουργία και δεν λειτούργησε.

Κατά τη φάση της ανάκρισης ήρθαν στην επιφάνεια πολλά γνωστά και άγνωστα στοιχεία για την προσωπικότητα του 19χρονου φονιά. Ο Κακαλέτρης γύριζε με το όπλο πάνω του και είχε προκαλέσει διάφορα επεισόδια, όπως έγραφαν οι εφημερίδες της εποχής. Λίγες ημέρες πριν από το φονικό, είχε απειλήσει έναν συμμαθητή του σε κεντρικό σημείο της Σπάρτης, ενώ μερικούς μήνες πριν με την απειλή του όπλου είχε απειλήσει μία νεαρή Σπαρτιάτισσα για να ενδώσει στις ερωτικές του επιθυμίες. Στο σπίτι του στον Μυστρά βρέθηκαν δύο περίστροφα, μία καραμπίνα, διάφορα ξίφη και μαχαίρια, σφαίρες και πολλά αντικείμενα με φασιστικό περιεχόμενο.

Στο κάδρο μπήκε και ο 63χρονος πατέρας του, ο οποίος δήλωσε ότι δεν γνώριζε για τα όπλα του γιου του, αν και είχε γίνει γνωστό ότι περηφανευόταν για τις σκοπευτικές του ικανότητες και την ευχέρεια που είχε αποκτήσει με τα όπλα. Οι καθηγητές του, από την άλλη πλευρά, έλεγαν για έναν ιδιαίτερα αμελή μαθητή, ο οποίος απαιτούσε πεισματικά να τον περάσουν από τις τάξεις, παρά το γεγονός ότι παρέδιδε λευκή κόλλα. Η υπόθεση πήρε μεγάλες διαστάσεις σε όλη τη χώρα, με τις συνδικαλιστικές ενώσεις καθηγητών και δασκάλων να επισημαίνουν τη φασιστική νοοτροπία του μαθητή και το γεγονός ότι όλοι γνώριζαν την έλξη του για τα όπλα, αλλά κανείς δεν έκανε τίποτα.

Στις 22 Αυγούστου του 1979, στο Ναύπλιο, ορίστηκε η πρώτη δίκη, στην οποία οι συγγενείς του λυκειάρχη προσπάθησαν να λιντσάρουν τον Κακαλέτρη. Η δίκη αναβλήθηκε για τις 2 Οκτωβρίου του 1979 και πάλι στο Μικτό Ορκωτό του Ναυπλίου, όπου λόγω της δημοσιότητας που είχε πάρει, συγκεντρώθηκε ένα πολύ μεγάλο πλήθος. Η δίκη ήταν επεισοδιακή, οι αντεγκλήσεις απ’ όλες τις πλευρές ήταν συνεχείς, και το κλίμα τεταμένο από την πλευρά των συγγενών των θυμάτων που ζητούσαν την καταδίκη σε θανατική ποινή.

Ο συνήγορος υπεράσπισης Αλέξανδρος Λυκουρέζος αντιστάθηκε σθεναρά σε αυτό το ενδεχόμενο και ζήτησε ψυχιατρική γνωμάτευση για τον κατηγορούμενο, αλλά και να κληθούν να καταθέσουν ειδικοί εμπειρογνώμονες σχετικά με τα όπλα. Ο κατηγορούμενος σε όλη τη φάση της διαδικασίας παρέμεινε απαθής και με ελαφρύ χαμόγελο σε κάποιες στιγμές, ενώ στην απολογία του είπε ότι ήθελε μόνο να απειλήσει τον λυκειάρχη και πως δεν γνώριζε τον ενωμοτάρχη, τον οποίο σκότωσε από λάθος χειρισμό του όπλου. Τελικά καταδικάστηκε σε δύο φορές ισόβια για ανθρωποκτονία εκ προμελέτης και 3 χρόνια για οπλοφορία και οπλοχρησία. Εξέτισε ποινή κάθειρξης 25 ετών και αφέθηκε ελεύθερος.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου