Τα «Νοεμβριανά» του 1916: Όταν ο Εθνικός διχασμός έφερε συμμαχικούς κανονιοβολισμούς στην Αθήνα

Σαν σήμερα, στις 18 Νοεμβρίου (1 Δεκεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) του 1916, η ελληνική ιστορία κατέγραψε μία από τις πλέον μελανές και δραματικές στιγμές της: την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Βασιλικού Ελληνικού Στρατού και των συμμαχικών δυνάμεων της Αντάντ (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία) στα περίχωρα της Αθήνας, με επίκεντρο το Φάληρο και τον Πειραιά. Τα γεγονότα αυτά, γνωστά ως «Νοεμβριανά», δεν ήταν απλώς μία στρατιωτική σύρραξη, αλλά η βίαιη κορύφωση του Εθνικού Διχασμού, που είχε διαιρέσει τη χώρα σε δύο «κράτη» και δύο εντελώς διαφορετικές οπτικές για το μέλλον της.
Η ρήξη και ο διπλός πόλος της Ελλάδας
Η Ελλάδα, ήδη από το 1915, βρισκόταν σε βαθύτατη πολιτική και γεωγραφική κρίση. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε φέρει αντιμέτωπους τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Α’, ο οποίος υποστήριζε την «ευμενή ουδετερότητα» (φιλογερμανική στάση λόγω οικογενειακών δεσμών και στρατιωτικών εκτιμήσεων), με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος υποστήριζε την άμεση συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων (Αντάντ), θεωρώντας ότι έτσι διασφαλίζονταν τα εθνικά συμφέροντα και η Μεγάλη Ιδέα.
Η διαφωνία αυτή οδήγησε στη ρήξη: τον Σεπτέμβριο του 1916, ο Βενιζέλος, με τους οπαδούς του, σχημάτισε την Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Η Ελλάδα είχε πλέον δύο κυβερνήσεις: το «Κράτος των Αθηνών» (βασιλική κυβέρνηση) που ήλεγχε τη νότια Ελλάδα και το «Κράτος της Θεσσαλονίκης» (βενιζελική κυβέρνηση) που ήλεγχε τη Βόρεια Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη. Ο εθνικός διχασμός ήταν πλέον πραγματικότητα, με κάθε πλευρά να κατηγορεί την άλλη για «προδοσία».
Η απόβαση ως τελεσίγραφο εξαναγκασμού
Οι Σύμμαχοι, ανησυχώντας για τις φιλογερμανικές διαθέσεις του Κωνσταντίνου Α’ και μετά την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στους Γερμανούς και τους Βούλγαρους τον Μάιο του 1916, αποφάσισαν να λάβουν άμεσα μέτρα για να αναγκάσουν το «Κράτος των Αθηνών» να υποχωρήσει και να παραδώσει τον έλεγχο στη φιλοσυμμαχική κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης.
Η άμεση αφορμή για τη σύγκρουση δόθηκε με την απαίτηση του Γάλλου αντιναυάρχου Λουί Νταρτίζ ντε Φουρνέ (Louis Dartige du Fournet), επικεφαλής του συμμαχικού στόλου στη Μεσόγειο, για την παράδοση σημαντικών ποσοτήτων πολεμικού υλικού του ελληνικού στρατού. Παρά τις αρχικές διαπραγματεύσεις, η βασιλική κυβέρνηση αρνήθηκε να υποκύψει.
Έτσι, το πρωί της 18ης Νοεμβρίου (Παλαιό Ημερολόγιο) του 1916, περίπου 3.000 στρατιώτες των Συμμάχων (κυρίως Γάλλοι, Βρετανοί και Ιταλοί ναύτες και πεζοναύτες) αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και στο Φάληρο με σκοπό να καταλάβουν στρατηγικά σημεία της Αθήνας (όπως το Ζάππειο και περιοχές κοντά στα Ανάκτορα), θεωρώντας πως θα επρόκειτο για μια «ειρηνική επίδειξη δύναμης» και ότι δεν θα συναντούσαν ουσιαστική αντίσταση, κατόπιν αρχικών συνεννοήσεων με τον Βασιλιά.
Διαβάστε επίσης
Η μάχη της Αθήνας και η ήττα των Συμμάχων
Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν εντελώς διαφορετική. Οι συμμαχικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με ισχυρές δυνάμεις του τακτικού ελληνικού στρατού και, κυρίως, με τους Επίστρατους (φιλοβασιλικούς πολίτες-εφέδρους που είχαν οργανωθεί σε σώματα), οι οποίοι είχαν λάβει εντολή να αντισταθούν.
Η σύρραξη ξεκίνησε γύρω στις 11:00 το πρωί και γρήγορα γενικεύτηκε, με τις μάχες να μαίνονται στην Αθήνα. Οι Ελληνικές δυνάμεις, αριθμητικά πολλαπλάσιες (περίπου 20.000 στρατιώτες και Επίστρατοι), είχαν ξεκάθαρο πλεονέκτημα. Οι Γάλλοι και οι Βρετανοί αιφνιδιάστηκαν και αποκρούστηκαν. Όταν οι ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να πλήττουν τους Συμμάχους με πυροβολικό, ιδίως το Ζάππειο όπου βρίσκονταν οι Γάλλοι ναύτες, ο Ναύαρχος Φουρνέ διέταξε τον συμμαχικό στόλο να βομβαρδίσει περιοχές της Αθήνας κοντά στο Στάδιο και τα Ανάκτορα.
Παρά τον βομβαρδισμό, ο οποίος προκάλεσε πανικό στους πολίτες, η στρατιωτική έκβαση ήταν ξεκάθαρη: οι Σύμμαχοι ηττήθηκαν και μέχρι το απόγευμα της 18ης Νοεμβρίου είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες (περίπου 194 νεκρούς και τραυματίες), έναντι 82 Ελλήνων. Μία ημέρα αργότερα, στις 19 Νοεμβρίου, συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός και τα συμμαχικά αγήματα αποσύρθηκαν από την Αθήνα. Οι Γάλλοι ονόμασαν το πάθημά τους «Ελληνικό Εσπερινό».
Η μαύρη νύχτα της τρομοκρατίας: Δίωξη των Βενιζελικών
Η αποτυχία της συμμαχικής επέμβασης είχε τραγικές συνέπειες για την εσωτερική κατάσταση της Ελλάδας. Η νίκη του Βασιλικού Στρατού και των Επιστράτων εξαγρίωσε τους αντιβενιζελικούς, οι οποίοι εξαπέλυσαν ένα κύμα τρομοκρατίας κατά των φιλοβενιζελικών πολιτών στην Αθήνα.
Για μέρες, οι Επίστρατοι κυνηγούσαν, ξυλοκοπούσαν και λεηλατούσαν σπίτια και καταστήματα βενιζελικών, κυρίως Κρητικών και Μικρασιατών προσφύγων. Η φράση «Ο φονεύων βενιζελικόν δεν φονεύει άνθρωπον» φέρεται να ακούστηκε στους δρόμους. Η βασιλική κυβέρνηση προχώρησε σε εκτεταμένες συλλήψεις στελεχών και υποστηρικτών του Βενιζέλου, δικαιολογώντας τις διώξεις ως «τακτοποίηση των του οίκου μας».
Τα Νοεμβριανά αποτελούν έτσι την πιο βίαιη κορύφωση του Εθνικού Διχασμού, εμβαθύνοντας το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών, με τις επιπτώσεις του διχασμού να παραμένουν ενεργές για δεκαετίες και, κατά πολλούς ιστορικούς, να επηρεάζουν ακόμα και τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής που ακολούθησε. Ως απάντηση, οι δυνάμεις της Αντάντ επέβαλαν γενικό αποκλεισμό στη νότια Ελλάδα, ο οποίος παρέλυσε την αγορά και την οικονομία, ωθώντας τελικά την Ελλάδα προς την έξοδο από το αδιέξοδο.






0 ΣΧΟΛΙΑ