Σταύρος Νιάρχος: Ο πιο επιτυχημένος Έλληνας επιχειρηματίας του 20ου αιώνα «φεύγει» από την ζωή σαν σήμερα – Το πλούσιο έργο του

Ένας από τους πιο δυναμικούς και επιτυχημένους επιχειρηματίες του 20ού αιώνα, ο Σταύρος Νιάρχος κατάφερε να κερδίσει διεθνή αναγνώριση και καταξίωση. Εφοπλιστής και πρωτοπόρος, υπήρξε ένας από τους θεμελιωτές του μεταπολεμικού «ελληνικού θαύματος» στη ναυτιλία. Η προσωπική και επιχειρηματική του αντιπαλότητα με τον σύγγαμβρό του, Αριστοτέλη Ωνάση, έγινε πρωτοσέλιδο στον παγκόσμιο Τύπο και συνέβαλε στη δημιουργία του θρύλου που τον περιβάλλει.
Ο Σταύρος Νιάρχος γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1909 στην Αθήνα. Οι γονείς του, με καταγωγή από τη Λακωνία, είχαν μόλις επιστρέψει στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου διατηρούσαν πολυκατάστημα στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης. Ο πατέρας του, Σπύρος, δραστηριοποιήθηκε στο εμπόριο λαδιού, ενώ η μητέρα του, Ευγενία, προερχόταν από την εύπορη οικογένεια των αδελφών Κουμάνταρου, οι οποίοι είχαν στην ιδιοκτησία τους τον αλευρόμυλο «Ευρώτας» στον Πειραιά.
Ο Σταύρος Νιάρχος αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Λύκειο και τη Νομική Σχολή Αθηνών, θέτοντας τις βάσεις για μια λαμπρή επαγγελματική πορεία. Το 1929 ξεκίνησε να εργάζεται στον αλευρόμυλο των θείων του, όπου σύντομα ξεχώρισε για τις εξαιρετικές διοικητικές του ικανότητες. Παρατηρώντας το υψηλό κόστος εισαγωγής σιταριού από την Αργεντινή και τη Σοβιετική Ένωση, έπεισε τους θείους του ότι η απόκτηση ιδιόκτητων πλοίων θα ήταν πιο συμφέρουσα. Κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, αγόρασε έξι πλοία με μόλις 120.000 δολάρια, δείχνοντας την επιχειρηματική του διορατικότητα.
Το 1930, παντρεύτηκε την Ελένη Σπορίδη, κόρη ναυάρχου, αλλά ο γάμος τους διήρκεσε μόλις ένα χρόνο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930, ο θείος του, Νίκος Κουμάνταρος, μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες, και ο Νιάρχος τον ακολούθησε λίγο αργότερα. Το 1939 παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τη Μελπομένη Κάπαρη, 20χρονη κόρη πλοιοκτήτη από τη Σύρο και χήρα διπλωμάτη. Την ίδια χρονιά, αποδεσμεύτηκε επιχειρηματικά από τον θείο του και ίδρυσε τη Niarchos Group, αποκτώντας δύο πετρελαιοφόρα και πέντε φορτηγά πλοία.
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε ως Σημαιοφόρος στο Πολεμικό Ναυτικό και συμμετείχε σε συμμαχικές επιχειρήσεις, όπως στην απόβαση της Νορμανδίας, όπου τιμήθηκε με παράσημα. Παράλληλα, τα πλοία του μισθώθηκαν από τους Συμμάχους, όμως έξι από αυτά βυθίστηκαν, γεγονός που αποτέλεσε σοβαρή απώλεια.
Το 1947, χώρισε από τη Μελπομένη και γνώρισε τον εφοπλιστή Σταύρο Λιβανό, γεγονός που του άνοιξε τον δρόμο στα υψηλά κοινωνικά και επιχειρηματικά σαλόνια. Εκεί, ξεκίνησε να φλερτάρει με τη 14χρονη κόρη του Λιβανού, Τίνα. Όταν ο πατέρας της αρνήθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή του λόγω της ηλικίας της, ο Νιάρχος παντρεύτηκε την μεγαλύτερη αδελφή της, Ευγενία. Τρία χρόνια αργότερα, η Τίνα παντρεύτηκε τον μεγάλο ανταγωνιστή του, Αριστοτέλη Ωνάση, γεγονός που εξόργισε τον Νιάρχο και τροφοδότησε τη θρυλική τους αντιπαλότητα.
Με τα 2.000.000 δολάρια αποζημίωσης από τα πλοία του που βυθίστηκαν και τα 16 «Λίμπερτυ» που του παραχωρήθηκαν ως δώρο από την αμερικανική κυβέρνηση, ο Σταύρος Νιάρχος κατάφερε να ανακάμψει οικονομικά. Επένδυσε σε μεγάλα τάνκερ, μια στρατηγική κίνηση που αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένη, καθιστώντας τον έναν από τους κορυφαίους πλοιοκτήτες παγκοσμίως. Για χρόνια, διέθετε τον μεγαλύτερο ιδιωτικό στόλο στον κόσμο και αναδείχθηκε σε έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους της εποχής, γνωστός ως «Χρυσός Έλληνας». Μάλιστα, έγινε εξώφυλλο στο περιοδικό «Time» (τεύχος 6ης Αυγούστου 1956) με φόντο τα τάνκερ του. Ωστόσο, οι φήμες λένε ότι το εξώφυλλο του κόστισε 500.000 δολάρια.
Την ίδια περίοδο, ο Νιάρχος απέκτησε το νησί Σπετσοπούλα στον Αργοσαρωνικό, ακολουθώντας την κίνηση του ανταγωνιστή του, Αριστοτέλη Ωνάση, που είχε αγοράσει τον Σκορπιό. Παράλληλα, έγινε ένας από τους σημαντικότερους συλλέκτες έργων τέχνης, με προτροπή της συζύγου του, Ευγενίας. Το 1957 αγόρασε τη συλλογή του διάσημου Αμερικανού ηθοποιού Έντουαρντ Ρόμπινσον, η οποία περιλάμβανε 58 έργα Ιμπρεσιονιστών και Μεταϊμπρεσιονιστών, έναντι έξι εκατομμυρίων δολαρίων.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ο Νιάρχος άρχισε να επενδύει και στην Ελλάδα, αξιοποιώντας το ευνοϊκό νομοθετικό πλαίσιο της χώρας. Δύο από τις σημαντικότερες επενδύσεις του ήταν τα «Ελληνικά Διυλιστήρια» Ασπροπύργου (σήμερα ΕΛΔΕ) και τα «Ελληνικά Ναυπηγεία» Σκαραμαγκά, το μεγαλύτερο ναυπηγείο στη Μεσόγειο για πολλά χρόνια.
Το 1965, ο Νιάρχος, λάτρης του σκι, γνωρίστηκε στο σαλέ του στην Ελβετία με τη Σαρλότ Φορντ, εγγονή του θρυλικού Χένρι Φορντ. Ο δεσμός τους οδήγησε σε σκάνδαλο, καθώς η νεαρή Αμερικανίδα έμεινε έγκυος. Η Ευγενία, μητέρα των τεσσάρων παιδιών του (Φίλιππου, Σπύρου, Κωνσταντίνου και Μαρίας-Ειρήνης), ζήτησε και πήρε διαζύγιο. Ο Νιάρχος παντρεύτηκε τη Φορντ με πολιτικό γάμο, και εκείνη γέννησε την Έλενα-Άννα, το πέμπτο παιδί του. Ωστόσο, ο έρωτάς του για την Ευγενία αναζωπυρώθηκε και χώρισε με τη Φορντ. Δεν χρειάστηκε, όμως, να ξαναπαντρευτεί την Ευγενία, αφού το διαζύγιό τους δεν αναγνωριζόταν στην Ελλάδα, ούτε και ο πολιτικός του γάμος με τη Φορντ.
Στις 4 Μαΐου 1970, ο Νιάρχος βρέθηκε ξανά στα πρωτοσέλιδα του διεθνούς Τύπου. Η σύζυγός του, Ευγενία, 44 ετών, βρέθηκε νεκρή στη Σπετσοπούλα υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ο ιατροδικαστής εντόπισε σημάδια πάλης και μώλωπες στο σώμα της. Ήταν αυτοκτονία ή δολοφονία; Επισήμως, ο θάνατός της αποδόθηκε σε υπερβολική χρήση βαρβιτουρικών, και η υπόθεση έκλεισε για τον Νιάρχο με απαλλακτικό βούλευμα από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών, παρά την εισαγγελική πρόταση για παραπομπή.
Την εκδοχή της δολοφονίας από τον Σταύρο Νιάρχο υποστηρίζει ο δημοσιογράφος Σπύρος Καρατζαφέρης στο βιβλίου του «Φάκελλος Νιάρχος» (εκδόσεις «Κάκτος»), επιστέγασμα της μεγάλης του δημοσιογραφικής έρευνας, που δημοσιεύθηκε σε 58 συνέχειες στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία το δίμηνο Μαΐου – Ιουνίου 1976. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός στη μυθιστορηματική εκδοχή του συμβάντος, με τίτλο «Ο Ιατροδικαστής» (εκδόσεις Λιβάνη).
Ο Σταύρος Νιάρχος ξεπέρασε γρήγορα την απώλεια της Ευγενίας και, το 1971, παντρεύτηκε την αδελφή της, Τίνα, που θεωρούνταν ο μεγάλος του έρωτας. Η Τίνα είχε ήδη χωρίσει το 1959 από τον Αριστοτέλη Ωνάση, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο και τη Χριστίνα, ενώ αργότερα παντρεύτηκε τον Μαρκήσιο του Μπλάντφορντ. Το 1974, η Τίνα έφυγε από τη ζωή, επίσης λόγω υπερβολικής δόσης βαρβιτουρικών, μετά τον θάνατο του γιου της Αλέξανδρου σε αεροπορικό δυστύχημα. Οι φήμες οργίασαν ξανά. Η Τίνα πέθανε στο ξενοδοχείο «Ντε Σαντελιέ» στο Παρίσι, ενώ ο Νιάρχος κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.
Μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, ο Νιάρχος πούλησε μέρος των ναυτιλιακών του επιχειρήσεων και επεκτάθηκε στο εμπόριο διαμαντιών και τα χρηματοοικονομικά, φτάνοντας να κατέχει το 2% της μεγαλύτερης τράπεζας του κόσμου, της Citibank. Παράλληλα, επένδυσε στην ιπποδρομιακή βιομηχανία, αποκτώντας εκτροφεία αλόγων σε Γαλλία και ΗΠΑ. Η καλλιτεχνική του συλλογή εμπλουτιζόταν συνεχώς με έργα μεγάλων δημιουργών, όπως οι Βαν Γκογκ, Γκόγια, Ελ Γκρέκο και Ρούμπενς. Το 1989, η αυτοπροσωπογραφία του Πικάσο κόστισε στον Νιάρχο 47.850.000 δολάρια.
Οι θαλαμηγοί του, όπως η «Κρεολή» και οι «Ατλαντίς 1 και 2», ήταν πλωτά μουσεία, ενώ μοναδικοί πίνακες κοσμούσαν τα πολυτελή του σπίτια: το 18ου αιώνα κτήριο στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα στο Παρίσι, το σαλέ στο Σεν Μόριτζ, η βίλα στη Γαλλική Ριβιέρα, το ρετιρέ στο Claridge’s του Λονδίνου και η κατοικία του στην ιδιωτική Σπετσοπούλα. Σύμφωνα με ειδικούς, η συλλογή του ξεπερνούσε σε αξία το 1 δισεκατομμύριο δολάρια.
Ο Σταύρος Νιάρχος ήταν ανάμεσα στους 100 πλουσιότερους ανθρώπους παγκοσμίως, σύμφωνα με το περιοδικό «Fortune». Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αποσύρθηκε στο ησυχαστήριό του στο Σεν Μόριτζ, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 16 Απριλίου 1996, χτυπημένος από μια σπάνια ασθένεια που είχε παραλύσει το ανοσοποιητικό του σύστημα.
Τα οράματα που ο ίδιος δεν πρόλαβε να υλοποιήσει για την Ελλάδα εκπληρώνει σήμερα το «Ίδρυμα Σταύρος Σ. Νιάρχος», το οποίο δημιουργήθηκε με τη διαθήκη του. Το ίδρυμα δραστηριοποιείται στους τομείς της παιδείας, της κοινωνικής πρόνοιας, της υγείας, αλλά και των τεχνών και του πολιτισμού. Υπό τη διεύθυνση των παιδιών του, το ίδρυμα ανακοίνωσε το 2006 ένα φιλόδοξο έργο: τη δημιουργία της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος και της Λυρικής Σκηνής σε έναν χώρο του παλιού Ιπποδρόμου στη Λεωφόρο Συγγρού.






0 ΣΧΟΛΙΑ