ΑΡΧΙΚΗ LIFE RETROMANIA

Σαν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου 1843: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πεθαίνει από εγκεφαλικό – Δεν άντεξε τη μεγάλη χαρά

Σαν σήμερα, 4 Φεβρουαρίου 1843: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πεθαίνει από εγκεφαλικό – Δεν άντεξε τη μεγάλη χαρά
Ο θάνατος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
Athensmagazine Ορίστε μας ως προτεινόμενη πηγή ειδήσεων στο Google

Σαν σήμερα, στις 4 Φεβρουαρίου 1843, η Ελλάδα έχασε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της σύγχρονης ιστορίας της. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, γνωστός ως «Γέρος του Μωριά», υπήρξε ηγετική προσωπικότητα της Ελληνικής Επανάστασης, στρατηγός και σύμβολο της αντίστασης κατά των Οθωμανών στην Πελοπόννησο.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στις 3 Απριλίου 1770, τη Δευτέρα του Πάσχα, όπως καταγράφει ο ίδιος στα απομνημονεύματά του. Η γέννησή του σημειώθηκε σε έναν ορεινό τόπο της παλαιάς Μεσσηνίας, στον χώρο που ονομαζόταν Ραμαβούνι. Γόνος οικογένειας με μακρά παράδοση στην αντίσταση, ήταν γιος του Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, κλεφτοκαπετάνιου από το Λιμποβίσι Αρκαδίας, και της Γεωργίτσας Κωτσάκη, κόρης προεστού από την Αλωνίσταινα Αρκαδίας. Η οικογένεια των Κολοκοτρωναίων βρισκόταν σε συνεχή αντιπαράθεση με τους Οθωμανούς από τον 16ο αιώνα, με δεκάδες θανάτους μελών της μόνο μεταξύ 1762 και 1806.

Η ζωή του σημαδεύτηκε νωρίς από τον χαμό του πατέρα του, όταν ο Θεόδωρος ήταν μόλις δέκα ετών. Στα 17 ανέλαβε οπλαρχηγός στο Λεοντάρι, ενώ στα 20 παντρεύτηκε την Αικατερίνη Καρούσου, κόρη τοπικού προεστού. Το 1806, κατά τη διάρκεια διωγμών των κλεφτών, σώθηκε και κατέφυγε στη Ζάκυνθο, όπου εντάχθηκε στον αγγλικό στρατό και έφτασε μέχρι τον βαθμό του ταγματάρχη. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και στις αρχές του 1821 αποβιβάστηκε στη Μάνη, έτοιμος να αγωνιστεί για την απελευθέρωση της πατρίδας.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μυείται στην Φιλική Εταιρεία

Η συμμετοχή του στην κατάληψη της Καλαμάτας στις 23 Μαρτίου 1821, υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, σηματοδότησε την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης. Στη συνέχεια, έθεσε στόχο την κατάληψη της Τριπολιτσάς, διοικητικού κέντρου των Οθωμανών στον Μωριά. Η νίκη στο Βαλτέτσι (13 Μαΐου 1821) και η άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) τον καθιέρωσαν ως αρχηγό του επαναστατικού στρατού της Πελοποννήσου.

Η στρατηγική του ικανότητα φάνηκε στη μάχη των Δερβενακίων (26-28 Ιουλίου 1822), όπου κατέστρεψε τον στρατό του Δράμαλη. Ο διορισμός του ως αρχιστράτηγου από την κυβέρνηση Κουντουριώτη υπογράμμισε την αναγνώριση της στρατιωτικής του δεινότητας, ενώ παρά τις φυλακίσεις κατά τα εμφύλια των ετών 1823-1824, η ηγετική του παρουσία ήταν καθοριστική για την επιβίωση της Επανάστασης έως τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827.

Μετά την απελευθέρωση, συνεργάστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια και έγινε ενεργό μέλος του Ρωσικού Κόμματος. Κατά την Αντιβασιλεία διώχθηκε ως αντιβασιλικός και καταδικάστηκε σε θάνατο τον Μάιο του 1834. Ο βασιλιάς Όθωνας, όμως, του χορήγησε χάρη, τον διόρισε σύμβουλο της Επικρατείας και του απένειμε τον τίτλο του αντιστράτηγου.

Ανακομιδή των λειψάνων του Κολοκοτρώνη στην Αρκαδία
Ανακομιδή των λειψάνων του Κολοκοτρώνη στην Αρκαδία

Τα τελευταία του χρόνια της ζωής του

Τα τελευταία του χρόνια τα πέρασε στην Αθήνα, στο σπίτι του στη γωνία των σημερινών οδών Κολοκοτρώνη και Λέκκα, μαζί με την ερωμένη του, Μαργαρίτα Βελισσάρη, καθώς η σύζυγός του είχε αποβιώσει το 1820. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στον Γεώργιο Τερτσέτη, που εκδόθηκαν το 1851 υπό τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836», και αποτελούν πολύτιμη πηγή γνώσης για τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έφυγε από τη ζωή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 4 Φεβρουαρίου 1843, αμέσως μετά την επιστροφή του από δεξίωση στα Ανάκτορα. Από τον γάμο του με την Αικατερίνη Καρούσου απέκτησε τέσσερα παιδιά – τον Πάνο, τον Γενναίο, τον Κολλίνο και την Ελένη – ενώ από τη σχέση του με τη Μαργαρίτα Βελισσάρη αναγνώρισε τον Παναγιωτάκη.

Ο λόγιος Γιάννης Βλαχογιάννης, στην «Ιστορική Ανθολογία», περιγράφει με λεπτομέρεια τα γεγονότα του τελευταίου χρόνου της ζωής του θρυλικού ήρωα. Έναν χρόνο πριν τον θάνατό του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε εκ νέου την Πελοπόννησο και ιδίως την Καρύταινα, την πατρίδα του, όπου είχε ζήσει και είχε πολιτευτεί. Σκοπός του ήταν να επανορθώσει τις σχέσεις με όσους είχε έρθει σε ρήξη, λογομαχήσει ή ψυχρανθεί, ενώ στο άλογό του είχε δεμένο τον μικρότερο γιο του, τον Πάνο.

Ο Κολοκοτρώνης δεν περιορίστηκε μόνο στον Μοριά. Τα ταξίδια του τον οδήγησαν στις Σπέτσες και την Ύδρα, όπου ζήτησε συγχώρεση από επίσημους άρχοντες, όπως τον Λάζαρο Κουντουριώτη και τον Ιωάννη Μέξη, που κατά την Επανάσταση είχαν πρωτοστατήσει εναντίον του. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, πάντρεψε τον γιο του, Κολίνο, με την εγγονή του Ιωάννη Καρατζά, ηγεμόνα της Βλαχίας. Ο γάμος αποτέλεσε σπάνιο κοσμικό γεγονός της εποχής, με την παρουσία όλων των επισήμων και εκπροσώπων ξένων πρεσβειών. Ο Κολοκοτρώνης ήταν ευδιάθετος και διασκέδαζε με την καρδιά του, δείχνοντας τη ζωντάνια και το χιούμορ του.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Το γλέντρι πριν το τέλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη

Το βράδυ της 3ης Φεβρουαρίου, παραβρέθηκε σε χορό στο παλάτι του βασιλιά Όθωνα, όπου ζήτησε από τους μουσικούς να παίξουν ελληνικούς χορούς. Χόρευε χαρούμενος με τις κυρίες των τιμών, δείχνοντας ότι ήθελε να γλεντήσει στα στερνά του. Σύμφωνα με μαρτυρίες, όταν ένας αξιωματούχος του είπε χλευαστικά ότι είχε μεθύσει, εκείνος απάντησε με χιούμορ ότι ήθελε να χαρεί τη ζωή μέχρι το τέλος.

Το γλέντι αυτό αποδείχτηκε μοιραίο. Επιστρέφοντας στο σπίτι του γύρω στα μεσάνυχτα, ξάπλωσε και υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Η γυναίκα που τον φρόντιζε διαπίστωσε στις 3:00 τα ξημερώματα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Παρά τις προσπάθειες των καλύτερων γιατρών της εποχής, που χρησιμοποίησαν φλεβοτόμηση, βδέλλες, χιόνι και καταπλάσματα από σιναπόσπορο, οι προσπάθειες ήταν μάταιες. Η τελευταία του κουβέντα φέρεται να ήταν προς τον γιο του Γενναίο: «…σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις». Στις 6:00 το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου, ο Γέρος του Μωριά άφησε την τελευταία του πνοή.

Η είδηση της αρρώστιας και του θανάτου του συγκλόνισε την Αθήνα. Οι Αθηναίοι έσπευσαν αμέσως στο σπίτι του για να εκφράσουν την οδύνη τους. Η κυβέρνηση κήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος, αναγνωρίζοντας τη σημασία του για την ελληνική ιστορία.

Η κηδεία του ήταν μεγαλειώδης. Ο θρυλικός στρατηγός ντύθηκε με τη στολή του Αντιστράτηγου, του φόρεσαν τσαρούχια, του έδεσαν τα σπαθιά, και κάτω από τα πόδια του τοποθετήθηκε μια τουρκική σημαία. Στο πλάι του έβαλαν τον ασημένιο του θώρακα και την περικεφαλαία του, ενώ η πολεμική εξάρτυση φυλάσσεται σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών. Η πομπή κατέβηκε από την οδό Έρμου και μέσω της Αιόλου έφτασε στον ναό της Αγίας Ειρήνης για τη νεκρώσιμη ακολουθία. Στην πομπή συμμετείχαν εξέχοντες στρατιωτικοί και πολιτικοί της εποχής, ενώ πλήθος κόσμου συνόδευε το φέρετρο μέχρι το Α’ Νεκροταφείο. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο εκκλησιαστικός ρήτορας Κωνσταντίνος Οικονόμου των έξ’ Οικονόμων.

Με την απώλειά του, η Ελλάδα έχασε έναν στρατηγικό νου και έναν ήρωα που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην ελευθερία. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν ήταν μόνο στρατηγός και πολεμιστής· ήταν άνθρωπος που γνώριζε τη σημασία της συμφιλίωσης, της συγχώρεσης και της ειρήνης, αφήνοντας ένα πολύτιμο παράδειγμα για τις επόμενες γενιές.

0 ΣΧΟΛΙΑ

Προσθήκη Σχόλιου